
Τα Διονύσια χωρίζονταν σε «Μικρά» και «Μεγάλα» που
τελούνταν σε διαφορετικές εποχές του χρόνου. Τα «Μικρά» ή «κατ' αγρούς»
Διονύσια γιορτάζονταν στην Αθήνα από την 8η
ως την 11η του μηνός Ποσειδεώνος (Ποσειδεών (29 ημέρες) 16 Δεκεμβρίου – 15
Ιανουαρίου), τις ημέρες των Χριστουγέννων, 24 έως 26 Δεκεμβρίου.
Οι πανηγυριστές αντάλλαζαν σκώμματα και χειρονομίες
με τους περαστικούς, ενώ γίνονταν πομπές
κανηφόρων, μασκαράτες,
φαλλοφορίες, δραματικοί
αγώνες, δημόσιοι κώμοι, προς τιμή του Θεού, δηλαδή
συμπόσιο μετά μουσικής και χορού. Οι κωμαστές μετά το τέλος του συμποσίου φορούσαν προσωπίδες και στεφάνους,
έκαναν αγώνες λαμπαδηφορίας και μετά περιφέρονταν στους δρόμους χορεύοντας και
τραγουδώντας με την συνοδεία μουσικής, ενώ προς τιμή των νικητών στα διάφορα αγωνίσματα που περιελάμβανε
η γιορτή, ψάλλονταν οι ωδές του Πινδάρου κατά τη διάρκεια των πομπών. Τα «Μικρά» Διονύσια περιελάμβαναν και
δύο πολύ δημοφιλή παιχνίδια, την «Σκαπέρδα»
και την «Αιώρα».


Στο παιχνίδι της
«Αιώρας» νέοι και νέες, έπαιζαν με
μια αιώρα που ήταν δεμένη λεγόταν «Αλήτις»
(περιπλανώμενη). Η προέλευση αυτού του παιχνιδιού είχε τις ρίζες του στην εξής
παράδοση: o Iκάριος, ήρωας του
αττικού δήμου της Ικαρίας, φιλοξένησε κάποτε τον Διόνυσο, δίχως να γνωρίζει
ποιόν φιλοξενεί. Όταν έφευγε ο Θεός, του φανέρωσε ποιος ήταν και για τον
ανταμείψει του δίδαξε την καλλιέργεια της αμπέλου. Ο Ικάριος έδωσε στους
γείτονες του να πιουν από το κρασί που παρασκεύασε. Αυτοί, αφού ήπιαν και μέθυσαν, νόμισαν ότι δηλητηριάστηκαν και μέσα στην μανία τους τον σκότωσαν. Η κόρη του Ηριγόνη, ενώ
αναζητούσε τον πατέρα της, τον ανακάλυψε σε δέντρο νεκρό
και από τη λύπη της κρεμάστηκε.
Ο Διόνυσος για να
τιμωρήσει τους Ικάριους τους έφερε σε κατάσταση
παραφροσύνης και μεγάλος
αριθμός από αυτούς κρεμάστηκε. Αφού ρωτήθηκε το Δελφικό Μαντείο, τους
συμβούλεψε να καθιερώσουν την γιορτή -παιχνίδι της Αιώρας-, για να εξαγνιστούν
από το διπλό θάνατο του Ικαρίου και
της Ηριγόνης.

