Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα


Οι Ομηρικοί Ύμνοι αποτελούν μια συλλογή αρχαίων ελληνικών ύμνων σε μέτρο δακτυλικό εξάμετρο, το ίδιο που χρησιμοποιείται στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Στην Αρχαιότητα, οι ύμνοι αυτοί αποδίδονταν στον Όμηρο: η πρώτη αναφορά σε αυτούς σε γραπτό κείμενο γίνεται από τον Θουκυδίδη (iii.104). Ορθώς ο Wolf στα Prolegomena ad Homerum έβγαλε το συμπέρασμα ότι αυτοί οι ύμνοι χρησίμευαν στους ραψωδούς ως προεισαγωγή στις επικές απαγγελίες.

Οι παλαιότεροι από αυτούς γράφτηκαν κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. κι έτσι βρίσκονται ανάμεσα στα αρχαιότερα μνημεία της ελληνικής λογοτεχνίας. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι Ομηρικοί ύμνοι γράφτηκαν κατά την Αρχαϊκή περίοδο (7ος-6ος αιώνας π.Χ.), μερικοί θεωρούνται ως έργα της Ελληνιστικής Περιόδου.

Οι ύμνοι ποικίλουν σε μέγεθος: κάποιοι είναι σύντομοι και τελειώνουν σε τρεις ή τέσσερις σειρές, ενώ άλλοι καλύπτουν μέχρι και πεντακόσιους στίχους. Οι μεγαλύτεροι ύμνοι περιλαμβάνουν επίκληση, εγκώμιο και αφήγηση, κάποιες φορές εκτεταμένη. 
Τα περισσότερα σωζόμενα χειρόγραφα από τα Βυζαντινά χρόνια ξεκινούν με τον Τρίτο Ύμνο. Μια τυχαία ανακάλυψη το 1777, στη Μόσχα, έφερε στο φως τους δυο ύμνους που βρίσκονται στην αρχή της συλλογής, τον Ύμνο προς το Διόνυσο και τον Ύμνο προς τη Δήμητρα. Περιέχονται σε ένα μοναδικό χειρόγραφο του 15ου αιώνα και σώζονται σε αποσπασματική μορφή.

Οι 33 ύμνοι είναι αφιερωμένοι στους εξέχοντες θεούς της Ελληνικής μυθολογίας.


Στη Δήμητρα


Τη Δήμητρα τη σεβαστή καλλίκομη θεάν αρχίζω να εξυμνώ,
αυτήν και τη λυγεροπόδαρη τη θυγατέρα της που ο Αϊδωνεύς
την άρπαξε, και του την έδωσε ο βαρύγδουπος παντόπτης Ζευς,
όταν μακριά απ’ την χρυσοδρέπανη λαμπρόκαρπη τη Δήμητρα
έπαιζε με του Ωκεανού τις κόρες τις ορθόστηθες,
δρέποντας ρόδα, κρόκους κι άνθη κι όμορφους μενεξέδες
στον τρυφερό λειμώνα, σπαθόχορτα και υάκινθο
και νάρκισσο που ως δόλωμα τον βλάστησε για το κορίτσι
το ροδαλόμορφο η Γη με βούληση του Δία χάρη του πολυδέκτη,
θαυμάσιο άνθος που έθαλλε και θάμπωσε όσους το ‘βλεπαν
απ΄τους αθάνατους θεούς κι απ’ τους θνητούς ανθρώπους,
κι απ΄ρίζα του εκατό ξεφύτρωσαν βλαστάρια,
και σκόρπαε οσμή γλυκύτατη κι όλος ψηλά ο διάπλατος εγέλασε ουρανός
και σύμπασα η γη και το αλμυρό κύμα της θάλασσας.
Κι έκθαμβη αυτή τα δυο της χέρια τ’ άπλωσε
το πάγκαλο άθυρμα να πιάσει, κι άνοιξε η γη τότε η πλατύδρομη
στο Νύσιον όρμησε το πεδίον ο πολυδέγμων άρχοντας
ο ένδοξος γιός του Κρόνου με τ’ αθάνατα άλογα.

Κι αφού την άρπαξε άθελά της πάνω σε ολόχρυσο όχημα
την πήγαινε κλαμμένη, εκείνη τότε κραύγασε με δυνατή φωνή
καλώντας τον πατέρα της, τον άριστο και ύπατο του Κρόνου γιό.
Κανείς απ’ τους αθάνατους ούτε κανείς από τους θνητούς ανθρώπους
δεν άκουσε την φωνή, μήτε οι καλλίκαρπες ελιές,
μόνο του Πέρση η θυγατέρα που τρυφερά αισθανόταν
η Εκάτη η λαμπροκρήδεμνη άκουσε από το άντρο,
μαζί κι ο άναξ Ήλιος, ο λαμπρός γιός του Υπερίωνα,
την κόρη που καλούσε τον πατέρα της Κρονίδη, εκείνος όμως
μακριά και χώρια απ΄ τους θεούς στον πολυσύχναστο καθότανε ναό
δεχόμενος απ’ τους θνητούς ανθρώπους πλούσια αφιερώματα.
Κι αυτήν ακούσια οδήγαγε με προτροπή του Δία
ο πολυδέγμων άρχων των νεκρών πατράδερφος της
ο ένδοξος γιός του Κρόνου με τ’ αθάνατα άλογα.

Όσο λοιπόν τη γη και τον ορμητικό ιχθυοτρόφο πόντο
και τις αχτίδες του ήλιου, ήλπιζε ακόμη τη μητέρα της την ένδοξη
να ιδεί και των αθανάτων θεών το γένος,
τόσο μέσα στη θλίψη της τον νου της τον ξαπλάνευε η ελπίδα,
κορφές βουνών αντήχησαν και τα βαθιά του πόντου
απ’ την αθάνατη φωνή, και τη φωνή την άκουσε η σεβαστή μητέρα.

Άλγος πικρό κυρίεψε την καρδιά της, κι απ’ τα θεία μαλλιά
ξεσκίσε με τα χέρια της το κρήδεμνο,
και μαύρο κάλυμμα έρριξε στους ώμους,
κι ωσάν γεράκι όρμησε σε γη και θάλασσα
γυρεύοντας τη, όμως κανείς να της αποκαλύψει την αλήθεια
δεν ήθελε, ούτε απ’ τους θεούς ούτε από τους θνητούς ανθρώπους,
κι ούτε απ΄τους οιωνούς ήλθε κανείς αληθινός αγγελιοφόρος.
Ύστερα η σεβαστή Δηώ περιπλανιότανε στη γη εννέα ημέρες
στα χέρια της κρατώντας δάδες αναμμένες,
ούτε ποτέ αμβροσία και ούτε ποτέ νέκταρ ηδύποτο
δεν γεύτηκε θλιμμένη, ουτ’ έβαζε το σώμα στα λουτρά.
Αλλά σαν έφτασε την δέκατην ημέρα η φωτοφόρα Ηώς,
η Εκάτη την συνάντησε κρατώντας φως στα χέρια,
κι άγγελμα φέρνοντάς της μίλησε και είπε,

Σεβαστή Δήμητρα λαμπρόδωρη, συ η ωριμάστρια των καρπών,
ποιός απ΄τους ουρανίους θεούς κι απ΄τους θνητούς ανθρώπους
την Περσεφόνη άρπαξε και ράισε την καρδιά σου;
γιατί τη φωνή άκουσα, όμως δεν είδα με τα μάτια μου
ποιός ήτανε, σου λέω με συντομία την πάσα αλήθεια.

Έτσι λοιπόν είπε η Εκάτη, όμως σ’ αυτήν δεν αποκρίθηκε
της καλλίκομης Ρέας η θυγατέρα, αλλά γοργά μαζί της
έτρεξε μες στα χέρια της κρατώντας δάδες αναμμένες,
Και φτάσανε στον Ήλιο τον φρουρό θεών και ανθρώπων,
μπροστά στους ίππους στάθηκαν και η πάνσεπτη θεά τον ρώτησε.

Ήλιε, σεβάσου εμένα τη θεά, αν κάποτε εγώ
με λόγο ή μ’ έργο επράϋνα την καρδιά και την ψυχή σου.
Την κόρη αυτή τη γέννησα γλυκό φυντάνι με θωριά καμαρωτή
Άκουσα τον παντέρημο αιθέρα τη γοερή κραυγή της,
σαν να την εξανάγκαζαν, αλλ’ όμως με τα μάτια μου δεν είδα.
Όμως εσύ τον πόντο, κι όλη τη στεριά και τον αιθέρα
από ψηλά με τις αχτίδες που εποπτεύεις,
πες μου στ’ αλήθεια αν έχεις δει κάπου το προσφιλές μου τέκνο
που κάποιος μακριά μου αθέλητα της άρπαξε και πάει
κάποιος απ’ τους θεούς ή απ’ τους θνητούς ανθρώπους

Έτσι, είπε, και σ΄ αυτήν ο γιός του Υπερίωνος αποκρίθη,
Της καλλίκομης Ρέας θυγατέρα ω Δήμητρα άνασσα
Θα μάθεις, γιατί σέβομαι πολύ και συμπονώ
Την βαριολυπημένη εσέ για το καλλίσφυρο παιδί σου, άλλος κανείς
απ’ τους αθάνατους δεν είναι ο αίτιος πάρεξ ο νεφεληγερέτης Ζευς,
που την παρέδωσε στον αδερφό του Άδη θαλερή του ομόκλινη
να του είναι, αυτός μες στ’ ομιχλώδες σκότος
αφού την άρπαξε την πήγαινε με τ’ άλογα ενώ εκείνη δυνατά ξεφώνιζε.
Αλλά θεά πάψε τον μέγα θρήνο, ούτε σου πρέπει
Ανώφελα έτσι να εξοργίζεσαι, μήτε για σένα ανάξιος
είναι ο γαμπρός μες στους αθάνατους ο άρχων των νεκρών ο Αϊδωνεύς
ο αδερφός και ομόσπορός σου, του έλαχε η τιμή
πρώτη φορά όταν έγινε η μοιρασιά στα τρία,
σε κείνους που μαζί τους κατοικεί του έλαχε ναναι ο άρχοντας τους.

Σαν μίλησε έτσι τ’ άλογα του κάλεσε κι αυτά στην πρoσταγή του
γοργόσυραν πλατύφτερα το ευκίνητο άρμα ως όρνεα,
τότε δεινότερο και πιο άγριο άλγος στην καρδιά της φώλιασε.
Έπειτα χολωμένη με το μαυρονέφελο του Κρόνου τέκνο
αφήνοντας τη σύναξη των θεών και τον πανύψηλο Όλυμπο
στις πόλεις και στους εύφορους αγρούς έφτασε των ανθρώπων
παίρνοντας για πολύ καιρό αλλιώτικη όψη, απ’ τους άνδρες
κι απ’ τις βαθύζωστες γυναίκες που την κοίταζαν κανείς τους δεν τη γνώρισε
μέχρι στο ανάκτορο να φτάσει του ανδρείου Κελεού
που τότε της ευώδους Ελευσίνας ήταν ο άρχοντας.
Και με θλιμμένη την ψυχή της κάθισε στο δρόμο
κοντά στο φρέαρ το Παρθένιον, όπου οι πολίτες έπαιρναν νερό
στη σκιά, που είχε φυτρώσει επάνωθε θάμνος ελιάς,
ολόιδια με πολύχρονη γριά, που πια από τοκετό
κι από της φιλοστέφανης της Αφροδίτης δώρα έχει αποκλεισθή,
παρόμοιες είναι και οι τροφοί για τα παιδιά των δίκαιων βασιλιάδων
και οι οικονόμες στα πολύβουα τ’ ανάκτορα.
Τότε την είδανε του Ελευσινίου Κελεού οι θυγατέρες
καθώς ερχόνταν για να φέρουνε το ευάντλητο νερό
με χάλκινες υδρίες στα πατρικά τους δώματα,
και οι τέσσερις ωσάν θεές στης νιότης τους το άνθος,
η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη και η Δημώ η ελκυστική
και η Καλλιθόη, η πιο μεγάλη απ’ όλες που ήταν,
μα δεν την γνώρισαν, δύσκολο στους θνητούς να δούνε τους θεούς
Κι αφού πλησίασαν της είπαν λόγια φτερωτά,

ποιά κι από που είσαι γριά, συ απ’ τους μακρόζωους ανθρώπους;
Γιατί μακριά απ’ την πόλη έμεινες και ούτε τις κατοικίες
πλησιάζεις; σε μέγαρα σκιερά εκεί γυναίκες βρίσκονται
της ίδιας ηλικίας με σε κι ακόμα νεώτερες σου,
που θα σου δείξουν την αγάπη τους με λόγια όσο και μ’ έργα.

Έτσι είπανε, και η πάνσεπτη θεά μ’ αυτά τα λόγια απάντησε,
παιδιά μου, όποιες κι αν είστε σεις από τις τρυφερόλιγνες γυναίκες
χαίρετε, εγώ θα σας τ’ αφηγηθώ, καθόλου δεν είν’ άπρεπο
απάντηση να δώσω αληθινή σε σας που με ρωτάτε.
Δως είναι τ’ όνομά μου, η σεβαστή μου τόδωσε μητέρα,
μόλις τώρα, περνώντας την πλατιά θάλασσα από την Κρήτη
ήλθα, χωρίς να θέλω, γιατί με βία κι εξαναγκασμό
μ’ άρπαξαν άνδρες πειρατές. Κι έπειτα αυτοί
στο Θορικό με γοργό πλοίο προσάραξαν, όπου γυναίκες της στεριάς
όλες μαζί ανεβήκανε και τότε εκείνοι
δείπνο ετοιμάσανε κοντά στου πλοίου τα παλαμάρια,
όμως εγώ δεν είχα καμιά όρεξη για γλυκό δείπνο,
και κρυφά ορμώντας μέσα από τη σκοτεινόμαυρη στεριά
ξέφυγα απ’ τους θρασείς αυθέντες, γιατί θέλαν
αφού με δώσουν, όχι βέβαια χωρίς λύτρα, να κερδίσουν.
Έτσι έφτασα εδώ περιπλανώμενη, δίχως να ξέρω
ποιός είναι αυτός ο τόπος και ποιοί τον κατοικούν.
Αλλά σε σας, όλοι που τα Ολύμπια εκείνα δώματα κατέχουν,
νόμιμους άνδρες είθε να σας δώσουνε και τέκνα να γεννήσετε
όπως τα θέλουν οι γονείς, εμένα πάλι κόρες λυπηθείτε με
να φτάσω ευπρόσδεκτη,

ω παιδιά μου, σε μια κατοικία
ανδρός και γυναικός, για να εργασθώ σ’ αυτούς
πρόθυμη να προσφέρω έργα υπερήλικης γυναίκας,
και νεογέννητο παιδί κρατώντας το στην αγκαλιά
καλά θ’ ανάθρεφα και δώματα θα επιτηρούσα
και θα ΄στρωνα στο βάθος των καλόχτιστων θαλάμων το κρεβάτι
του νοικοκύρη, και θα επόπτευα τις γυναικείες δουλειές.

Έτσι είπεν η θεά, κι ευθύς της αποκρίθηκε το ανύπαντρο κορίτσι
η Καλλιδίκη, η πιο όμορφη απ’ τις θυγατέρες του Κελεού,

Κυρούλα, ο,τι οι θεοί μας δίνουνε και λυπημένοι ακόμα
οι άνθρωποι εμείς τα υπομένουμε, γιατί είναι παντοδύναμοι.
Αυτά ξεκάθαρα θα πω σε σένα, και θα ονοματίσω
τους άνδρες που πολύ τιμούνται εδώ
και του λαού είναι προύχοντες, και τα οχυρά της πόλης
έχουν σωθεί με τις βουλές και με τις δίκαιες κρίσεις τους.
Τ’ όνομα του Τριπτόλεμου του συνετού και του Διόκλου
και του Πολύξεινου και του αξιέπαινου Ευμόλπου
και του Δολίχου και του θαρραλέου πατέρα μας
όλων αυτών οι σύζυγοι φροντίζουνε τα σπίτια,
ούτε κανένας απ΄αυτούς που θα σε πρωτοδεί
θα σε περιφρονήσει κι απ’ το σπίτι θα σε διώξει,
αλλά θα σε καλοδεχτούν, γιατί είσαι όμοια με θεά.
Αν όμως θες, περίμενε να πάμε στου πατέρα
τ’ ανάκτορα και στη βαθύζωνη μητέρα μας Μετάνειρα
λεπτομερώς τα πάντα να της πούμε, κι αν τούτη σε καλέσει
νάρθεις στο σπίτι το δικό μας, σε άλλων μην ψάξεις σπίτια.
Μες στο καλόχτιστο τ’ ανάκτορο ακριβός γιός
στερνόπαιδο ανατρέφεται, πολύ ακριβό κι αγαπημένο.


Αν βέβαια το ανάθρεψες εσύ και στην ακμή της ήβης έφτανε
Όποια κι αν σ’ έβλεπεν από τις τρυφερές γυναίκες, εύκολα
θα ζήλευε, τόση αμοιβή θα σου δινόταν.

Έτσι είπανε, κι αυτή με το κεφάλι συγκατάνευσε και κείνες τα στιλπνά
γεμίζοντας νερό αγγεία τα σήκωναν καμαρωτές.
Γρήγορα φτάσαν στου πατέρα τους τ’ ανάκτορο κι αμέσως στη μητέρα
Είπαν ό,τι είδαν κι άκουσαν. Εκείνη τότε στη στιγμή
τις προέτρεψε να την καλέσουν με απεριόριστο μισθό.
Κι αυτές, όπως λαφίνες ή δαμάλες σε έαρος εποχή
πηδάνε στο λιβάδι αφού κορέσαν την καρδιά τους με τροφή,
ανασηκώνοντας των θελκτικών εσθήτων τις πτυχές
τρέξαν στον αμαξόδρομο ενώ γύρω στους ώμους
κυμάτιζαν, όμοια κροκόχρωο άνθος, τα μαλλιά τους.
Και τη θεά την ένδοξη συνάντησαν στο δρόμο εκεί ακριβώς
που την αφήσαν, κι έπειτα στ’ ανάκτορα τα πατρικά
πορεύτηκαν, κι εκείνη πίσωθε με λυπημένη την ψυχή της
περπάταε σκεπασμένη απ΄την κορφή ως τα νύχια, και κατάμαυρο
πέπλο γύρω απ’ τα πόδια της θεάς τα λυγερά κυμάτιζε.

Κι ευθύς φτάσαν στ’ ανάκτορα του θεϊκού Κελεού,
περάσανε στην αίθουσα, όπου η σεπτή μητέρα τους
κοντά στο στύλο κάθονταν της καλοκαμωμένης στέγης
έχοντας στην αγκάλη της το νέο βλαστάρι, το παιδί της, τότε αυτές
σιμά της τρέξαν, κι η θεά πάτησε στο κατώφλι, και στη σκεπή
έφτανε το κεφάλι της και φως θεϊκό πλημμύρισε τη θύρα.
Ντροπή σέβας και δέος πελιδνό κυρίεψε τη μητέρα,
δίφρο της πρόσφερε και την προτρέπει να καθίσει.
Όμως η ωριμάστρια των καρπών η Δήμητρα η λαμπρόδωρη
δεν ήθελε στο στιλπνό δίφρο να καθίσει,
αλλ’ έμενε άφωνη ρίχνοντας χαμηλά τα ωραία της μάτια,
έως ότου η έμπιστη Ιάμβη της προσέφερε
στέρεο σκαμνί και πάνω του έστρωσε αργυρόστιλπνη προβιά.
Εκεί σαν κάθησε κράτησε μπρος της με τα χέρια την καλύπτρα,
για πολλήν ώρα αμίλητη και λυπημένη κάθονταν στο δίφρο,
ούτε καλοχαιρέτησε κανέναν καν με λόγο ή κάποια κίνηση,
μα αγέλαστη ολονήστικη από τροφή κι από νερό
καθόταν λειώνοντας απ’ τον καημό της θυγατέρας της βαθύζωνης,
μέχρι που με τ’ αστεία της η έμπιστη Ιάμβη
και τα πολλά της σκώμματα κατάφερε την πάναγνη κυρά
σε γέλια να ξεσπάσει και ν’ αποκτήσει ευχάριστη διάθεση,
αλλά κι αργότερα πάλι με τέτοια την ευχαριστούσε.


Τότε η Μετάνειρα της δίνει κύπελλο, γλυκό κρασί
γεμίζοντάς το, όμως αυτή τ’ αρνήθηκε, γιατί της είπε θεμιτό δεν είναι
να πίνει κόκκινο κρασί, και ζήτησε κριθάλευρο και ύδωρ
αφού αναμείξουν με καλοτριμμένο δυόσμο να της δώσουνε να πιεί.
Κι εκείνη όταν ετοίμασε τον κυκεώνα, στη θεά τον πρόσφερε ως επρόσταξε,
κι αφού κατά τα θέσμια τον δέχτηκε η πολυσέβαστη Δηώ
τότε μ’ αυτούς τους λόγους άρχισε η καλλίζωστη Μετάνειρα,

Χαίρε γυναίκα, εσύ που ελπίζω νασαι από καλούς γονιούς
κι όχι κακούς, γιατί στα μάτια σου διακρίνεται η σεμνότητα
και η χάρη, όπως στων δίκαιων βασιλιάδων.
Αλλ’ οι θεοί ό,τι δίνουνε και λυπημένοι εμείς ακόμα
οι άνθρωποι τα υπομένουμε, γιατί ζυγός σκλαβιάς μας σφίγγει τον αυχένα.
Τώρα που έφτασες εδώ, θα ανατεθούν σ’ εσέ, όσα σε μένα ανήκουν.
Ανάθρεψέ μου τούτο το παιδί, το στερνοπαίδι και το ανέλπιστο
που μούδωσαν οι αθάνατοι και είναι χιλιάκριβο για μένα.
Αν το μεγάλωνες εσύ και στην ακμή της ήβης έφτανε
Όποια κι αν σ’ έβλεπε από τις τρυφερές γυναίκες εύκολα
θα ζήλευε, τόση αμοιβή θα σου δινόταν.

Τότε σ’ αυτή πάλι αποκρίθηκεν η Δήμητρα η ευστέφανη,
και συ κυρά ναχεις χαρά μεγάλη κι οι θεοί ας σου δίνουν αγαθά.
Πρόθυμα το παιδί σου θ’ αναλάβω, ως με προτρέπεις,
θα το αναθρέψω ελπίζω δίχως τις πονηρίες τροφού
κι ούτε μαγγάνιες και βοτάνια θα το βλάψουν,
γιατί γνωρίζω αντίδοτο πιο δραστικό για το κακό,
γνωρίζω την κατάλληλη προφύλαξη από γητειά ολέθρια.

Έτσι αφού μίλησε, στο ευωδιαστό της στήθος το παιδί
κράτησε με τα αθάνατά της χέρια, και η ψυχή χάρηκε της μητέρας.
Έτσι του γενναιόφρονα Κελεού τον λαμπρό γιο
τον Δημοφώντα, που η καλλίζωστη Μετάνειρα τον γέννησε
εκείνη τον ανάθρεψε στ’ ανάκτορα, κι αυτός μεγάλωνε όμοιος με θεό.
δεν έτρωγε τροφή, ούτε μητέρας γάλα θήλαζε

η Δήμητρα τον έχριε μ’ αμβροσία σαν ναχε γεννηθή από θεό
γλυκά φυσώντας τον καθώς τον κράταγε στην αγκαλιά,
τις νύχτες όμως σαν δαυλό τον έκρυβε μες στη φωτιά
κρυφά από τους γονιούς του, ήσαν γι’ αυτούς μεγάλο θαύμα
το πόσο αναπτυσσότανε κι έμοιαζε τέλεια στους θεούς.
Και θα τον έκαμνε κι αγέραστο κι αθάνατο
αν η καλλίζωστη Μετάνειρα στην αφροσύνη της
τη νύχτα απ’ τον ευώδη θάλαμό της καιροφυλακτώντας
δεν ταβλεπε, έσκουξε κι έπληξε τότε τους μηρούς
φοβούμενη για το παιδί τυφλώθη από σφοδρό θυμό.
Κι ύστερα ολοφυρμένη λόγια φτερωτά ξεστόμισε,

τέκνο μου Δημοφών εσένα η ξένη αυτή μες σε τρανή φωτιά σε κρύβει,
κι εμένα μες σε γόο με ρίχνει και σ’ ολέθριες λύπες.

Έτσι είπε κλαίγοντας, και η πάνσεπτη θεά την άκουσε.
Τότε μ’ αυτήν η καλλιστέφανη Δήμητρα χολωμένη
το ανέλπιστο, που γέννησε στ΄ανάκτορα παιδί της,
με χέρια αθάνατα το απόθεσε στο δάπεδο
τραβώντας το απ’ τη φωτιά σφοδρά οργισμένη,
και είπε συγχρόνως στην καλλίζωστη Μετάνειρα,

άνθρωποι ανόητοι και άφρονες, ούτε του επερχόμενου καλού
ούτε και του κακού την μοίρα είστε ικανοί να προνοήσετε,
γι’ αυτό και συ πολύ ζημιώθηκες από την αφροσύνη σου.
Και μάρτυς μου ο όρκος των θεών στ’ αμείλικτο ύδωρ της Στυγός
θάκανα αθάνατο κι αγέραστο για πάντα
το προσφιλές παιδί σου κι άφθαρτη θα τούδινα τιμή,
τώρα δεν θα αποφύγει συμφορές και θάνατο.
Αλλ’ όμως άφθαρτη τιμή του θαναι πάντα, που στα γόνατα
κάθησε τα δικά μου κι εκοιμήθη στην αγκάλη μου.
Στην εποχή του ενώ θάρχονται και θα φεύγουνε τα χρόνια
των Ελευσινίων τα παιδιά φοβερές μάχες και πολέμους
θα ξεσηκώνουν μεταξύ τους πάντοτε.
Η πολυτίμητη είμαι η Δήμητρα, η πιο μεγάλη
σε αθάνατους και σε θνητούς ωφέλεια κι ευχαρίστηση,
Εμπρός λοιπόν ναό μεγάλο και βωμό κάτω απ’ αυτόν
για μένα ας χτίσει ο λαός κάτω απ’ την πόλη και το απότομα το τείχος
απάνω απ’ την Καλλίχορη πηγή στο λόφο που δεσπόζει,
και τότε η ίδια εγώ τελετουργίες θα υποδειθώ ώστε έπειτα
εσείς με αγνότητα θυσιάζοντας θα εξευμενίσετε το νου μου.
Έτσι αφού μίλησε η θεά το ανάστημα και τη μορφή της άλλαξε
τα γηρατειά αποδιώχνοντας, κι ολόγυρά της ομορφιά κυμάτιζε,
θεσπέσια οσμή απ΄τα πέπλα της τα ευωδιαστά
σκορπίζονταν, και της θεάς το αθάνατο κορμί ως πέρα
εφεγγοβόλαε και σκεπάζανε τους ώμους τα ξανθά μαλλιά,
και λάμψη σαν από αστραπή γέμισε το καλοχτισμένο δώμα.
Βγήκε απ΄τα ανάκτορα και τότε της Μετάνειρας μεμιάς τα γόνατα
Λυθήκανε, κι ώρα πολλή παρέμεινε άλαλη, και το παιδί ούτε καν
Σκέφτηκε το χιλιάκριβο να το σηκώσει από το δάπεδο.
Τότε οι αδερφές του τη σπαραχτική φωνή του άκουσαν
και πήδηξαν απ’ τις καλοστρωμένες κλίνες, έπειτα η μιά
παίρνοντας το παιδί στα χέρια τόκρυψε στον κόρφο της,
η άλλη άναψε φωτιά κι η Τρίτη έσπευσε με πόδια ελαφροπάτητα
να βγάλει τη μητέρα απ’ τον ευώδη θάλαμο.
Κι αφού μαζεύτηκαν τριγύρω απ’ το παιδί που σπαρταρούσε, τόλουζαν
γεμάτες τρυφερότητα, μα του παιδιού η ψυχή δεν ηρεμούσε
γιατί το βάσταγαν αδέξιες τροφοί και παραμάνες.

Κι αυτές όλη τη νύχτα εξευμενίζανε την ένδοξη θεά
τρέμοντας από φόβο, κι όταν φάνηκε η αυγή
είπαν στον κρατεό Κελεό την όλη αλήθεια,
για όσα παράγγειλεν η Δήμητρα η καλλιστέφανη θεά.
Κι εκείνος σε συνάθροιση αφού κάλεσε όλο τον γύρω λαό
πρόσταξε πλούσιο ναό για την ωραιόμαλλη τη Δήμητρα
να χτίσουν, και βωμό πάνω στο λόφο που δεσπόζει.
Κι όλοι τους πείσθηκαν ευθύς και υπάκουσαν στα λόγια του,
κι έκαναν ό,τι πρόσταξε, κι ο ναός υψώνονταν με τη θεϊκή βουλή.

Μόλις αυτοί τελειώσανε κι απόδιωξαν τον κάματο
Καθένας κίναε για το σπίτι του, μα η ξανθομάλλα Δήμητρα
έμεινε καθισμένη εκεί απ’ όλους τους αθάνατους μακριά
να λειώνει απ’ τον καημό της θυγατέρας της βαθύζωστης.
Τότε άγονη και ολέθρια χρονιά στην πολυθρέφτρα γη
για τους ανθρώπους έκαμε, κι ούτε το έδαφος
φύτρωνε σπόρο, γιατί η Δήμητρα η ευστέφανη τον έκρυβε.
Πολλά καμπύλα αλέτρια μάταια τα βόδια τράβαγαν στη γη,
πολύ λευκό κριθάρι έπεσε άχρηστο στο χώμα.
Και θα εξαφάνιζε ασφαλώς το γένος όλο των φθαρτών ανθρώπων
με φοβερό λιμό, και το λαμπρό προνόμιο δώρων και θυσιών
θα το στερούσεν απ’ αυτούς που κατοικούν τα Ολύμπια ανάκτορα,
εάν ο Ζευς δεν το εννοούσε και δεν το συλλογιόταν.
Και πρώτα τη χρυσόφτερη την Ίριδα πρόσταξε να φωνάξει
την ωραιομάλλα Δήμητρα με τη θωριά την πολυπόθητη.
Έτσι είπε, τότε αυτή στον μαυρονέφελο του Κρόνου γιο τον Δία
πειθάρχησε και με τα πόδια της γοργά το διάστημα διέτρεξε.
Κι ήλθε στην πόλη της ευωδούς Ελευσίνας,
και βρήκε τη μαυρόπεπλη Δήμητρα στο ναό,
και προσφωνώντας τη της είπε λόγια φτερωτά:

«Δήμητρα σε καλεί ο πατέρας Ζευς τ΄άφθαρτα που γνωρίζει
να ρθεις κοντά στο γένος των αθανάτων θεών.
Έλα, μη κι ανεκτέλεστη απομείνει η προσταγή που μου ‘δωσεν ο Ζευς.»

Έτσι ικετεύοντας εμίλησε, μα εκείνης δεν της λύγισε η καρδιά.
Έπειτα τους ευδαίμονες θεούς τους πάντοτε παρόντες ο πατέρας
όλους τους έστειλε, κι αυτοί ένας-ένας που πήγαιναν
την προσκαλούσαν και της πρόσφεραν πλούσια δώρα,
κι όσες τιμές αν θα θελε θα χε μες στους αθανάτους,
αλλά κανείς να της γυρίσει το μυαλό δεν μπόραγε κι ούτε τη γνώμη
γιατί ήταν χολωμένη και με πείσμα αρνιόταν τις προτάσεις,
και είπε πως πια στον εύοσμο Όλυμπο ποτέ της
δεν θα ανέβει, κι ούτε ποτέ καρπό θα δώσει η γης,
προτού αντικρύσει την ωραιόφθαλμή της κόρη.

Όμως αυτό σαν άκουσε ο βροντερός ο παντεπόπτης Ζευς
στο Έρεβος τον χρυσόραβδο Αργειφόντην έπεμπε,
να ξεπλανέψει με γλυκά λόγια τον Άδη
και την αγνή την Περσεφόνη απ’ το κατάμαυρο σκοτάδι
στο φως να ξαναφέρει στους θεούς κοντά, για να ‘παυε η μητέρα,
όταν την έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια, την οργή.
Κι ο Ερμής πειθάρχησε κι ευθύς στης γης τα τρίσβαθα
βιαστικά κατέβηκε αφήνοντας την κατοικία του Ολύμπου.
Τότε συνάντησε τον άρχοντα μέσα στ’ ανάκτορά του
στην κλίνη του να κάθεται κοντά στην ντροπαλή του σύζυγο
που δυσαρεστημένη ήταν πολύ απ’ τον καημό για την μητέρα της,
εκείνη όμως μακριά για των μακάριων θεών τις πράξεις μηχανεύονταν κακά.
Κι αφού κοντοπλησίασε ο κρατερός Αργεϊφόντης είπε,

ω Άδη μαυρομάλλη στους νεκρούς εσύ που βασιλεύεις,
ο πατήρ Ζευς επρόσταξε απ’ το Έρεβος
τη λαμπρή Περσεφόνη ν’ ανεβάσεις στους αθάνατους,
για να ‘παυε η μητέρα σαν την έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια
τον φοβερό θυμό και την οργή για τους αθάνατους, γιατί μέγα κακό
σχεδιάζει ν’ αφανίσει την αδύναμη φυλή των χοϊκών ανθρώπων
κρύβοντας μες στη γη το σπόρο κι αφαιρώντας έτσι τις τιμές
για τους αθανάτους. Έχει άγρια οργή, ούτε με τους θεούς
αναμειγνύεται, αλλά μακριά στο βάθος του εύοσμου ναού
κάθεται την πετρώδη πόλη εξουσιάζοντας της Ελευσίνας.

Έτσι είπε, κι ο άρχοντας των υπογήινων Αιδωνεύς μειδίασε
σαλεύοντας τα φρύδια, και στου Δία την εντολή πειθάρχησε.
Κι αμέσως πρότρεψε τη γνωστική την Περσεφόνη,

πήγαινε Περσεφόνη στην μαυρόπεπλη μητέρα σου
έχοντας μες στα στήθια σου ήπια οργή και διάθεση
κι ούτε περίσσια να σαι δύσθυμη περισσότερο απ’ τους άλλους.
Εγώ μες στους αθανάτους δεν θα σου είμαι σύζυγος ανάξιος,
αδερφός γνήσιος του πατρός σου Δία, εδώ σαν μένεις
στα πάντα σε όσα ζούνε και κινούνται θα δεσπόζεις,
και τιμές θα χεις μέγιστες μες στους αθάνατους,
για πάντα απ’ όσους σ’ αδικήσανε θα τιμωρούνται εκείνοι
που δεν θα εξευμενίσουν την οργή σου με θυσίες
τελώντας τες με αγνότητα και δώρα πρέποντα προσφέροντας.

Αυτά είπε, τότε η Περσεφόνη η συνετή αναγάλιασε
κι ορμητικά πήδηξε από χαρά, όμως αυτός
της έδωκε κρυφά να γάει γλυκό σπυρί ροδιού
τραβώντας την παράμερα, για να μη μείνει αυτή για πάντα
κοντά στη σεβαστή Δήμητρα τη μαυρόπεπλη.
Κι έζευξε τότε μπρος στο ολόχρυσο άρμα
τ’ αθάνατα άλογα ο άρχων των νεκρών ο Αιδωνεύς.
Και στο άρμα ανέβηκαν εκείνη και δίπλα ο κρατερός Αργεϊφόντης
παίρνοντας το μαστίγιο και τα ηνία στα χέρια του
όρμησε μες από τα ανάκτορα, και τ’ άλογα με προθυμία πετάξαν.
Και διάνυσαν γοργά τους μακριούς δρόμους, κι ούτε η θάλασσα
και το νερό των ποταμών, ούτε τα χλοερά φαράγγια
ούτε οι βουνοκορφές ανέκοψαν των αθανάτων ίππων την ορμή,
αλλ’ από πάνω τους πετώντας σχίζαν τον πυκνό αγέρα.
Κι ο Ερμής στάθηκε εκεί που η Δήμητρα η ευστέφανη περίμενε
μπροστά στον εύοσμο ναό, και κείνη βλέποντας τους
όρμησε σα μαινάδα απ’ το βουνό μες σε βαθύσκιο δάσος.
Και η Περσεφόνη απ’ τ’ άλλο μέρος, όταν είδε
τα όμορφα μάτια της μητέρας της, άλογα και άρμα παρατώντας
έτρεξε, και στο λαιμό της έπεσε αγκαλιάζοντας την,
κι εκείνη ενώ στα χέρια ακόμα κράταγε το προσφιλές παιδί της
αιφνίδια ο νους της καταπαύοντας ξαφνικά ρώτησε,
Τέκνο μου μη και γεύτηκες όσο εκεί κάτω ήσουν
κάποια τροφή; Μίλα, μη μου το κρύβεις, για να ξέρουμε κι οι δυο,
γιατί αν δεν γεύτηκες κι ανέβηκες από τον μισητό Άδη
κοντά μου και στον μαυρονέφελο πατέρα τον Κρονίωνα
θα μείνεις τιμημένη μέσα σ’ όλους τους αθανάτους.
Αλλιώς, ξαναγυρίζοντας στα τρίσβαθα της γης
θα κατοικείς εκεί τη μια εποχή από τις τρεις του χρόνου,
ενώ τις άλλες δυο κοντά μου και στους άλλους αθανάτους.
Κι όποτε η γης απ’ άνθη ευωδιαστά ανοιξιάτικα
κάθε λογής θ’ ανθοβολάει, τότε απ’ το ολόμαυρο σκοτάδι
πάλι για τους θεούς και τους ανθρώπους θ’ ανεβαίνεις μέγα θαύμα.
Και με τι δόλο σ’ εξαπάτησε ο κρατερός ο Πολυδέγμων;

και σ’ αυτήν πάλι απάντησε η Πεσεφόνη η πάγκαλη,
λοιπόν μητέρα θα σου πω την όλη αλήθεια,
όταν σ’ εμένα ήρθε ο Ερμής ταχύς σωτήριος αγγελιοφόρος
απ’ τον πατέρα μου Κρονίδη και τους λοιπούς επουράνιους
να με τραβήξει απ’ το Έρεβος, και σαν με δεις με τα ίδια σου τα μάτια
να πάψεις το θυμό και την φριχτή σου οργή για τους αθάνατους,
τότες εγώ πήδηξα από χαρά, κι έπειτα αυτός κρυφά
στο χέρι μου βαλε σπυρί ροδιού, μελίγευστη τροφή,
και μ’ εξανάγκασε να το γευθώ με βία κι άθελά μου.
Το πως με του πατέρα μου Κρονίδη τη σοφή βουλλη αρπάζοντάς με
με τράβηξε και πήγε μες στης γης τα τρίσβαθα,
θα σου το αποκαλύψω κι όλα θα σου τα πω, αφού ρωτάς.
Εμείς όλες μαζί μέσα στο περιπόθητο λιβάδι
η Ηλέκτρα, η Λευκίππη και η Φαινώ και η Ρόδεια
η Ιάνθη, η Καλλιρόη, η Ιάχη και η Τύχη
η Ιάνειρα, η Μελίτη, η Χρυσηίς, η Ακάστη
και η Μηλόβασις, η Άδμητη και η ροδόχροη Ωκυρόη
η Πλουτώ, η Στυξ και η Ροδόπη, η θελκτική η Καλυψώ
η Ουρανία και η Γαλαξαύρα η ευπρόσδεκτη
και η Παλλάς η εγερσιμάχα και η τοξότρια Άρτεμις
επαίζαμε και με τα χέρια δρέπαμε άνθη ποθητά
τρυφερό κρόκο και μαζί σπαθόχορτο και υάκινθο
τριανταφυλλιάς μπουμπούκια και λευκόκρινα, θαύμα να βλέπεις,
και νάρκισσο που βλάστησεν όμοιο με κρόκο ο απέραντος ο τόπος.
Ευθύς εγώ από χαρά τον έδρεψα, και τότε η γης
κάτω υποχώρησε, κι ο κρατερός ο πολυδέγμων άρχοντας πήδηξε πάνω
και πήγε φέροντάς με κάτω από τη γη με ολόχρυσο άρμα
χωρίς καθόλου να το θέλω, και με φωνή αναβοήσα δυνατή.
Αν κι αναστατωμένη, όλα μου αυτά στα λέω στ’ αλήθεια.

Και τότε όλη τη μέρα ίδια διάθεση έχοντας κι οι δυο
η μια της άλλης την ψυχή και την καρδιά θερμαίναν
ενώ σφιχταγκαλιάζονταν κι αναπαυόταν η ψυχή απ’ τα βάσανα.
Και η μια στην άλλη δίνανε και δέχονταν χαρές.
Τότε κοντά τους ήρθε η λαμπροκρήδεμνη Εκάτη,
αυτή πολύ αγάπησε της αγνής Δήμητρας την κόρη,
τούτη η βασίλισσα έκτοτε έγινε προστάτρια και οπαδός της.

Τότε σ’ αυτές αγγελιοφόρον έστειλε ο βροντώδης παντεπόπτης Ζευς
τη Ρέα την καλλίκομη, για να οδηγήσει τη μαυρόπεπλη μητέρα
στο γένος των θεών, και υποσχέθηκε τιμές
να δώσει, όσες κι αν θα θελε μες στους αθάνατους θεούς,
και συγκατένευσε στη διάρκεια του έτους να ναι η κόρη
κατά το τρίτο μέρος του κάτω στ’ ολόμαυρο σκοτάδι
και στ’ άλλα δυο να ναι μαζί με τη μητέρα και τους άλλους αθανάτους.
Έτσι είπε, κι η θεά στ’ αγγέλματα του Δία δεν απείθησε.
Κι αμέσως γοργοδρόμησε απ’ τις κορφές του Ολύμπου
και ήρθε στο Ράριο, μαστό της γης ζωοδότη άλλοτε,
αλλά όμως τώρα πια δεν είναι ζωογόνο μα χερσότοπος
στέκεται δίχως φύλλα, έκρυβε το κριθάρι το λευκό
με της ομορφοστράγαλης Δήμητρας τη βουλή, αλλ’ όμως έπειτα
μέλλονταν να φουντώσει ξαφνικά με στάχυα ορθόλιγνα
όσο θα προχωρούσε η άνοιξη και στην πεδιάδα οι εύφοροι αγροί
θα γέμιζαν με στάχυα, που θα δένονταν με καλαμόσχοινα.
Εδώ πάτησε πρώτα απ’ τον απέραντο αιθερα,
Αλληλοκοιταχτήκανε με αγάπη και αναγάλλιασαν βαθιά τους.
Και τότε αυτά της είπε η Ρλεα η λαμπροκρήδεμνη,

τέκνο μου έλα, σε καλεί ο βροντώδης παντεπόπτης Ζευς
να ρθεις στο γένος των αθάνατων, και υποσχέθηκε τιμές
να δώσει, όσες κι αν θα θελες μες στους αθάνατους θεούς.
Και συγκατένευσε στη διάρκεια του έτους να ναι η κόρη σου
κατά το τρίτο μέρος του κάτω στ’ ολόμαυρο σκοτάδι,
και στ’ άλλα δυο μαζί σου και μαζί με τους αθάνατους τους άλλους.
Έτσι είπε ότι θα γίνουν, και με την κεφαλή του συγκατένευσε.
Τέκνο μου εμπρός, πειθάρχησε, κι ας μη τόσο πολύ
είσαι οργισμένη αδιάκοπα με τον μελανοσύννεφο Κρονίωνα,
κι αύξησε τον καρπό τον ζωοδότη στους ανθρώπους γρήγορα.

Έτσι είπε, και η ευστέφανη Δήμητρα δεν απείθησε
και γρήγορα ξανάδωσε καρπό απ’ τα εύφορα χωράφια.
Και τότε η απέραντη όλη η γης με φύλλα και άνθη
εγέμισε, κι αυτή πηγαίνοντας στους δίκαιους βασιλιάδες
έδειξε στον Τριπτόλεμο και στον ιππέα τον Διοκλή
και στον πανίσχυρο Εύμολπο και στον ηγέτη του λαού Κελεό,
τις ιεροπραξίες, κι αποκάλυψε σ’ όλους αυτούς
και στον Τριπτόλεμο και στον Πολύξενο καθώς και στον Διοκλή
τα πάνσεπτα όργια, που κανείς δεν πρέπει να ερευνά κι ούτε να παραβαίνει,
ούτε να τα κοινολογεί, γιατί το μέγα σέβας στους θεούς δένει τη γλώσσα.
Ευτυχής όποιος από τους γήινους ανθρώπους τα χει δει,
ο αμύητος όμως στα ιερά και ο αμέτοχος δεν έχει όμοια
μοίρα ακόμα και νεκρός στο μουχλιασμένο σκότος.

Μόλις αυτά συμβούλεψε όλα η πάνσεπτη θεά,
οι δυο τους κίνησαν να παν’ στον Όλυμπο στων άλλων θεών τη σύναξη.
Κι εκεί μένουν κοντά στον Δία τον φιλοκέραυνο
σεβάσμιες κι αξιότιμες, τρισόλβιος απ΄τους γήινους ανθρώπους
αυτός που εκείνες αγαπούν αληθινά,
ευθύς τότε του στέλνουνε στον οίκο του τον Πλούτο,
που δίνει στους θνητούς ανθρώπους περιουσία.
Όμως ελάτε σεις που τον λαό της αρωματισμένης Ελευσίνας κυβερνάτε
και την περίβρεχτη Πάρο και τον πετρώδη Αντρώνα,
σεβάσμια λαμπρόδωρη καρποφόρα ω Δηώ βασίλισσα
εσύ και η πάγκαλή σου κόρη Περσεφόνη
για χάρη τούτης της ωδής ευνοϊκές χαρίστε βίον ευχάριστον.
Όμως εγώ και με άλλο μου άσμα θα σε μνημονεύσω.


Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

Οι Απόκριες και τα έθιμά της

Οι Απόκριες μια γιορτή αναγέννησης  και ανατροπής


Στην ιδέα της ανατροπής της τάξης του κόσμου, στην αμφισβήτηση της ιεραρχίας και στην κατάργηση καθιερωμένων ορίων, εστιάζεται η φιλοσοφία των αποκριάτικων εθίμων.

Από τις λατρευτικές  εθιμικές τελετουργίες, που ξεδιπλώνονται στον κύκλο του χρόνου, πιο ανθεκτικές αποδείχτηκαν εκείνες των αγροτικών κοινωνιών, κρατώντας στο βάθος αναλλοίωτο το μαγικοθρησκευτικό τους πυρήνα.

Έθιμα, πίσω από τα οποία κρύβονται αρχέγονες δοξασίες και δεισιδαιμονίες ανεξιχνίαστες για το νου του λαϊκού ανθρώπου, αλλά βαθιά ριζωμένες στην ψυχή και τη συνήθειά του.

Σε μια κρίσιμη καμπή του χρόνου, στο πέρασμα από το χειμώνα στην άνοιξη, οι άνθρωποι με αυτές τις προεαρινές τελετουργίες και το ξέφρενο ξέσπασμα χαράς πανηγύριζαν την ετήσια αναγέννηση του κόσμου. Η Αποκριά, όπως διαμορφώθηκε στους Βυζαντινούς χρόνους, περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα παμπάλαιων εθίμων, αποτελώντας και στις μέρες μας, μια γιορτή με ψυχαγωγική, αλλά και κοινωνική διάσταση.

Κορυφαία γιορτή χαράς και ανανέωσης για τον σημερινό άνθρωπο η Αποκριά παρέμεινε η μόνη καθαρά εξωεκκλησιαστική λατρευτική ψυχαγωγική γιορτή, που τυπικοί μόνο δεσμοί τη συνδέουν με το χριστιανικό εορτολόγιο.  Το 692 μ.Χ., η εκκλησία με την 6η Οικουμενική Σύνοδο καταδίκασε και απέρριψε τις γιορτές του καρναβαλιού.  Η καταδίκη αυτή λειτούργησε αντίθετα  και χάρισε στη Αποκριά μακροζωία ανά τους αιώνες.

Η Αποκριά είναι μια αντίσταση σε κάθε εξουσία


Όπως αναφέρει η λαογράφος – εθνολόγος κ. Τερζοπούλου, «με τη συνειδητοποίηση του παραλόγου κάθε κοινωνικής διάκρισης και του αυταπόδεικτου της πανανθρώπινης ισότητας, η ανατροπή προκύπτει σαν φυσικό και εύλογο επακόλουθο.

Ανατροπή, που σε επίπεδο «εικόνας» συντελείται «μέσα από τις μεταμφιέσεις και τα δρώμενα», όπου τα άτομα δεν μπορούν να καθοριστούν ούτε από φύλο, ούτε από ηλικία, ούτε καν από το ζωικό είδος τους.

Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας οι ανάγκες έκφρασης ήταν διαφορετικές. Εκτός από μια φυσική ροπή των ανθρώπων προς τη χαρά και τη διασκέδαση ακόμα και στις πιο σκοτεινές περιόδους της ιστορίας, διακρίνουμε εδώ και την ανάγκη των υπόδουλων να τονώσουν την εθνική τους συνείδηση, μέσα από εκδηλώσεις που τους παρείχαν αυτή τη δυνατότητα, είτε γιατί το ανέχονταν οι κατακτητές είτε γιατί δεν το αντιλαμβάνονταν.

Όπως αναφέρει ο Νάσης Αλευράς στη μελέτη του « Ο φανός στην Κοζάνη» οι Φανοί,  αποτελούσαν τόπο συγκεντρώσεις για υπόδουλους Έλληνες όπου συνεννοούνταν και έπαιρναν αποφάσεις  κατά την επανάσταση του 21 και  στο κατοπινό Μακεδονικό Αγώνα. Μάλιστα, σε τούτον τον τελευταίο, κουβαλούσαν και μοίραζαν κρυφά τα όπλα και τα πολεμοφόδια.   Ο «Φανός» προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «φαίνω»- άναμμα δηλ. φωτιάς σε βωμό στο σταυροδρόμι κάθε γειτονιάς με σατιρικά πειράγματα στο κοζανίτικο γλωσσικό ιδίωμα.


Η μεταμφίεση, το μεθύσι η αθυροστομία, οι φαλλικοί συμβολισμοί οι τελετουργικοί χοροί και όλες οι άλλες εκδηλώσεις, που έχουν τις ρίζες τους στις αρχέγονες μαγικές τελετές για το καλωσόρισμα της άνοιξης, για το «καλόπιασμα» της γης που πρέπει να είναι γόνιμη και τη νέα χρονιά για να θρέψει την ομάδα ή την κοινότητα, συνδέονται στην Αποκριά με το στοιχείο της ανατροπής της τάξης , όπου όλα επιτρέπονται. Και σε αυτό το «όλα» εμπεριέχεται η διακωμώδηση της εξουσίας». 


•      Ετυμολογία των λέξεων Αποκριά και Καρναβάλι


Αποκριά = αποχή από το κρέας

   Ανάλογη με την ελληνική λέξη Αποκριά είναι και η λατινική λέξη Καρναβάλι (Carneval, Carnevale, από τις λέξεις Carne=κρέας και Vale=περνάει) 

Κάποιοι μελετητές θεωρούν πως η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική γιορτή των Σπαρτιατών, τα Κάρνεια, που ήταν αφιερωμένη στο Θεό Κάρνειο Απόλλωνα και εννοιολογικά σχετίζεται με τον χοροπηδηχτό χορό των Σατύρων που είναι μεταμφιεσμένοι ως τράγοι.

Κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο το καρναβάλι προέρχεται από το Κάρνος, θεότητα της βλάστησης και το βαλλίζω, που σημαίνει χοροπηδώ, δηλ χοροπηδώ στο πανηγύρι του Κάρνου

Μια άλλη ετυμολογία πιθανόν να είναι από τις λατινικές λέξεις «carrus navalis», που σημαίνει ναυτικό αμαξίδιο, επειδή ο Θεός Διόνυσος στις γιορτές ερχόταν με τροχοφόρο καράβι.

Γενικά όταν λέμε Καρναβάλι εννοούμε κάθε εκδήλωση μεταμφιέσεων, που έχει ως κεντρικό θέμα τον περιοδικό εορτασμό της ανακύκλωσης των εποχών και της αναγέννησης του κόσμου, με το τέλος του παλιού, την αρχή του καινούργιου και την ανατροπή όλων των πραγμάτων.

Τα δρώμενα του Καρναβαλιού τελούνται όχι μόνο κατά την περίοδο των Αποκριών του χριστιανικού κόσμου, αλλά και κατά το Δωδεκαήμερο ή ακόμα και σε άλλες περιόδους του έτους.


   Μεταμφιέσεις εμφανίζονται γύρω στο 2000 π.Χ. στην Ελλάδα αλλά και στην Ασία, και συγκεκριμένα στη Μεσοποταμία τη Βαβυλώνα όπου υπήρχε το έθιμο οι υπηρέτες να ντύνονται αφέντες και οι δούλες κυράδες.

Ανάλογα έθιμα υπήρχαν στην Ινδία, κατά την ανοιξιάτικη γιορτή της αγάπης, Ηοli, όταν οι νέοι υποδύονταν τους γέρους προεστούς, οι υπηρέτες τους αφέντες και οι γυναίκες τον αυταρχικό σύζυγό τους.

Σε γιορτές της αρχαίας Κίνας, οι άντρες πάλευαν με τις γυναίκες, για την αρπαγή των ρούχων ο ένας του άλλου..

 Οι φυλές των Οτεντότων και των Μπαντού της Νότιας και  Ανατολικής Αφρικής δεν γνώριζαν το Καρναβάλι αλλά την κατάλληλη εποχή τελούσαν λατρευτικές γιορτές που θύμιζαν  «βακχικά όργια»

Καρναβαλικά δρώμενα περιλαμβάνονταν και στο Κουρμπάνι των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, αλλά και σε ακόμα περισσότερες γιορτές.

Ανάλογα δρώμενα υπήρχαν και στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο και συγκεκριμένα στα Μικρά και Μεγάλα Διονύσια, τα Ανθεστήρια, τα Λήναια, τα Θεσμοφόρια, τα Κρόνια, τα θεσσαλικά Πελώρια, τις γιορτές του Ερμή στην Κρήτη και διάφορες άλλες μικρότερες, με έντονο πάντα το Διονυσιακό στοιχείο, όπου οι άνθρωποι διατηρούσαν μια πίστη σε μαγικές γονιμικές πράξεις.

Το 1/3 των γιορτών της αρχαιότητας ήταν προς τιμήν του Διονύσου. Οι γιορτές τους χειμωνιάτικους μήνες ήταν αφιερωμένες στο Διόνυσο.

Οι παγανιστικές γιορτές με τον ερχομό του χριστιανισμού  δεν εξαλείφθηκαν αλλά περιορίστηκαν και συγκεντρώθηκαν κατά τον 4ο αι. μ.Χ. σε μια χρονική περίοδο 3 βδομάδων. 


Τρεις βδομάδες γεμάτες παγανιστικά έθιμα, αγροτικής κυρίως προελεύσεως που τελούνται αυτή την εποχή, λίγο πριν από τον ερχομό της άνοιξης, από τα πανάρχαια χρόνια, για να καλωσορίσουν και να πανηγυρίσουν την ετήσια κυκλική αναγέννηση – αναζωογόνηση της φύσης. 
Οι Απόκριες γιορτάζονται τον μήνα Φεβρουάριο τότε που στην αρχαία Αθήνα και σε άλλες ιωνικές πόλεις γιορτάζονταν τα Ανθεστήρια προς τιμή του θεού Διονύσου.
  Δες Ανθεστήρια στην διέυθυνση: http://ligeas.blogspot.com/2017/02/blog-post.html


Σατουρνάλια


Τον δεύτερο αιώνα μ.χ οι Βάκχικες γιορτές εισήχθησαν στην Ρώμη, ονομάστηκαν "Σατουρνάλια", προς τιμήν του Σατούρνου (του Κρόνου δηλαδή) και άρχιζαν στις 17 Δεκεμβρίου. Αρχικά τελούνταν θυσίες στον ναό του Θεού, ακολουθούσε γεύμα και διάφορες λαϊκές εκδηλώσεις και διασκεδάσεις. Κατά την διάρκεια των γιορτών αυτών υπήρχε πλήρη κατάλυση των κοινωνικών κανόνων, οι δούλοι ελευθερώνονταν, μπορούσαν και διακωμωδούσαν τους αφέντες τους, φόραγαν τα ρούχα τους, κ.λ.π 


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΒΔΟΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

Η πρώτη εβδομάδα των Αποκριών λέγεται και προφωνή ή προφωνέσιμη επειδή παλιά προφωνούσαν, δηλαδή διαλαλούσαν ότι άρχιζαν οι Απόκριες.

Λέγεται αμολητή ή απολυτή, επειδή  τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον απάνω κόσμο.

Μια βυζαντινή παροιμία λέει: «προφωνούμαι σοι, πτωχέ, το σακκίν σου πώλησον, την εορτήν διάβασον», δηλ. παραγγέλλει στον φτωχό να εξοικονομήσει τ’ απαιτούμενα χρήματα πουλώντας στην ανάγκη το σακάκι του, για να περάσει κι αυτός τη γιορτή.

 Μια νεότερη ναξιακή παροιμία λέει: «προφωνεύγω σε, φτωχέ, κι αν δεν έχεις ν’ αγοράσεις, κλέψε», δηλαδή  οπωσδήποτε και ο πιο φτωχός πρέπει να κάνει αποκριά, να φάει κρέας.

Συνηθίζεται την πρώτη βδομάδα να σφάζουν και τους χοίρους, που έχουν θρέψει γι’ αυτό το σκοπό. 

Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή ή της Κρεοφάγου, επειδή έτρωγαν κρέας και δεν νήστευαν ούτε την Τετάρτη ή ούτε την Παρασκευή.

Λέγεται και άρτσι βούρτσι, γιατί τρώνε ό,τι να ναι.

Η εβδομάδα αυτή γιορτάζεται με γλέντια και φαγοπότια χωρίς κανένα θρησκευτικό περιορισμό.

Η Τσικνοπέμπτη  είναι η μέρα που ο καθένας «θα τσικνίσει τη γωνιά του».

Συνηθίζεται να συγκεντρώνονται φίλοι, συγγενείς σε ένα σπίτι και να διασκεδάζουν, μεταμφιέζονται, χορεύουν και τραγουδούν. 

Η Κυριακή της εβδομάδας αυτής, η Κυριακή της Απόκρεω ονομάστηκε έτσι, επειδή συνηθίζεται να μην τρώνε κρέας οι Χριστιανοί και συνεκδοχικά ολόκληρη η περίοδος από την είσοδο του Τριωδίου μέχρι την Καθαρά Δευτέρα πήρε το όνομά της από αυτή την Κυριακή.

Η τρίτη εβδομάδα λέγεται Τυρινή ή της Τυροφάγου, επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα σαν ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ κρεοφαγίας και νηστείας, για να προετοιμαστούν σιγά - σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής.

Η Κυριακή της Τυροφάγου λέγεται «Τρανή αποκριά».

Τη μέρα αυτή το κέφι, η χαρά οι μεταμφιέσεις, οι αθυροστομίες, οι χοροί, ο θόρυβος με κροτίδες, ρουκέτες φτάνουν στο έπακρο. 

Αυτή η μέρα σε πολλά μέρη της πατρίδας μας κλείνει  με το άναμμα της  φωτιάς, συνήθεια που ανήκει στα λεγόμενα διαβατήρια και καθαρτήρια έθιμα, με τα οποία ο άνθρωπος του λαού στην αρχή της νέας χρονικής περιόδου, και εδώ είναι η άνοιξη,  θέλει να εξασφαλίσει την ευτυχία



Έθιμα των Απόκρεων σήμερα 

 Το γαϊτανάκι 

Το γαϊτανάκι είναι ένα από τα λίγα έθιμα που διατηρούνται αυτούσια στις μέρες μας. Ήρθε στην Ελλάδα από τον Πόντο και την Μικρά Ασία. Η λέξη γαϊτανάκι είναι υποκοριστικό της μεσαιωνικής λέξης γαϊτάνιν που σημαίνει το μεταξωτό κορδόνι και προέρχεται από την ελληνιστική λέξη γαϊτάνη.

Το γαϊτανάκι χρειάζεται δεκατρείς χορευτές. Ό ένας κρατάει τον μεσαίο στύλο και οι άλλη κρατούν δώδεκα κορδέλες, κάθε μια σε διαφορετικό χρωματισμό.

Τι συμβολίζει όμως το γαϊτανάκι;

 Σε πολλές κοινωνίες, κυρίως αγροτικές, συμβολίζει την ομόνοια και την συναδέλφωση. Ο κυκλικός χορός κατά περίπτωση, υποδηλώνει τον κύκλο της ζωής, από την ζωή στον θάνατο, από την λύπη στην χαρά και από τον χειμώνα στην άνοιξη.


Βλάχικος γάμος, ο καραγκούνικος γάμος – η  Ιερογαμία στα Ανθεστήρια των Αθηναίων


Στη περιοχή της Θήβας αλλά και σε άλλες πόλεις, την Καθαρά Δευτέρα, γίνεται η αναπαράσταση του «Βλάχικου γάμου». Η πολύχρωμη γαμήλια πομπή και τα παραδοσιακά όργανα που τη συνοδεύουν, αποτελούν το προπομπό της μεγάλης γιορτής που θα στηθεί το βράδυ της τελευταίας Κυριακής των Αποκριών, στην κεντρική πλατεία. Το έθιμο έχει τις ρίζες του στο 1830, τότε που οι τσοπάνηδες (Βλάχοι) από τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Ρούμελη, εγκατέλειψαν την άγονη γη τους και αναζήτησαν γονιμότερο έδαφος κάπου νοτιότερα.

Στα Μεγάλα Καλύβια, του νομού Τρικάλων, κάθε χρόνο την Καθαρά Δευτέρα και για παραπάνω από έναν αιώνα, γίνεται αναπαράσταση του παραδοσιακού καραγκούνικου γάμου. Παρουσιάζεται όλη η ιεροτελεστία του γάμου ενός καραγκούνικου ζευγαριού, όπως αυτός γινόταν μέχρι και τη δεκαετία του 1960-70 στα Μεγάλα Καλύβια και σε όλα τα καραγκουνοχώρια της Δυτικής Θεσσαλίας.

Το έθιμο αυτό του  μας πάει πιο πίσω, στην αρχαία Αθήνα, όταν γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, όπου  τη δεύτερα ελάμβανε χώρα ο ιερός γάμος, η «Ιερογαμία», του Θεού Διονύσου, τον οποίος υποδυόταν ο βασιλιάς μεταμφιεσμένος και φορώντας μάσκα, με τη βασίλισσα, Ή «Ιερογαμία»  αποτελούσε μια μαγική πράξη επίκλησης της γονιμικής δύναμης για την καρποφορία, αλλά και την εξασφάλιση της καλής χρονιάς στην ευρύτερή της έννοια, που θα πρόσφεραν οι θεοί.

Όμως, πέρα από αυτά ο γάμος συμβολίζει την ενότητα και την υπέρβαση των χωριστικών τάσεων του ανθρώπου και της κοινωνίας. Και κάθε Καρναβάλι γιορτάζει την κρυμμένη ενότητα του παλιού και του καινούργιου, του γήρατος και της νεότητας, της άνοιξης και του χειμώνα, της ζωής και του θανάτου, είναι μια γιορτή που ανατρέπει, αλλά και συνταιριάζει.



Οι κουδουναραίοι του Διστόμου

Οι τραγόμορφοι Κουδουναραίοι του Διστόμου είναι ένα παλιό έθιμο (30 αιώνων) της περιοχής του μαρτυρικού χωριού της Βοιωτίας που έχει διονυσιακές ρίζες και συνίσταται στην περιφορά ανθρώπων - νέοι και τελευταία και νέες! Ντυμένων με προβιές ζώων και ζωσμένοι με μεγάλες κουδούνες στη μέση τους,  προσπαθούν, συμβολικά, με τον εκκωφαντικό κτύπο των κουδουνιών να ξυπνήσουν τη φύση, μόλις τελειώνει ο χειμώνας και αρχίζει η άνοιξη. Την επερχόμενη άνοιξη συμβολίζουν και τα κλαδιά  ελιάς που έχουν στην κορυφή των μαγκούρων τους.

Η εντυπωσιακή παρουσία τους  σημαδεύεται  με τα καθιερωμένα "τολμηρά" τραγούδια τους, μπροστά στους θεατές τους!

Τα κουδούνια που ζώνουν οι κουδουναραίοι γύρω από τη μέση είναι διαφόρων ειδών και σχημάτων (κόμπορες, κουδούνες, κύπρια, πάφλα), και πέφτουν πάνω από τις προβιές ζώων (κατσικιών η κριαριών).

Οι κουδουναραίοι εμφανίζονται αρχικά στο νεκροταφείο του χωριού για να σημάνουν με τα κουδουνίσματά τους πρώτα εκεί το χαρμόσυνο μήνυμα της ανάστασης της φύσης. Μετά, κι ενώ τα κουδούνια βροντούν ακατάπαυστα αντηχώντας την  ελπίδα του ανθοφόρου οργασμού σωμάτων, πνευμάτων και ψυχών, εξορμούν σε όλο το χωριό τραγουδώντας “Καλώς τη την Σαρακοστή με σκόρδα με μαρούλια, Καλώς τα και τα ξώλαμπρα με γέλια και τραγούδια”, πειράζοντας τους περαστικούς και κάνοντας στάσεις σε σπίτια, όπου οι κάτοικοι τους κερνούν και τραγουδούν μαζί τους- το ίδιο γίνεται και σε καφενεία κλπ… Αυτό γίνεται κάθε μέρα ως και την Καθαρά Δευτέρα.


Το Μπουρανί 


Είναι ένα λαϊκό πανηγύρι, μια αναβίωση ενός αρχαίου διονυσιακού τελετουργικού, στην ουσία η γιορτή του φαλλού, που συμβολίζει την αναπαραγωγή και την ευτεκνία.
Οι φαλλοί είναι τα συνέθεστερα αφιερώματα στο Διόνυσο.

Κύριο στοιχείο της λατρείας του Διονύσου ήταν  και οι φαλληφορίες, πομπικές μεταφορές φαλλών μεγάλων διαστάσεων καμωμένων από δέρμα ή ξύλο και μάλιστα από συκιά.

 Οι φαλληφορίες ήταν ένα δρώμενο στα Μικρά και στα Μεγάλα Διονύσια των αρχαίων. Η πομπή είχε τον χαρακτήρα ευχαριστίας προορισμένης να προκαλέσει την ευφορία των αγρών, των κήπων και την γονιμότητα των σπιτικών.

Κατάλοιπο της φαλληφορίας των αρχαίων είναι το  μπουρανί, έθιμο της Καθαρά Δευτέρας στον Τύρναβο.

Οι κάτοικοι της πόλης πηγαίνουν στο εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία στα βόρεια της πόλης σ’ έναν ελεύθερο ευρύ χώρο. Η πορεία γίνεται σε πομπή, της οποίας προηγούνται διάφορες ομάδες (θίασοι) μεταμφιεσμένων ή μη (μόνον ανδρών), οι οποίοι κουβαλούσαν όλα τα απαραίτητα για τη λειτουργία. Όταν η πόλη έφθανε στο χώρο του Προφήτη Ηλία εκεί κάθε ομάδα έστρωνε στο έδαφος διάφορα φαγητά και μια μεγάλη φιάλη σε σχήμα «φαλλού» γεμάτη με κρασί ή με κράμα ούζου ή τσίπουρου με νερό. Παράλληλα άναβαν φωτιά πάνω στην οποία παρασκευάζονταν το «Μπουρανί», μια χορτόσουπα από σπανάκι και ξύδι για να νοστιμίζει.

Αφού γινόταν το Μπουρανί που είχε την μορφή σούπας σερβιριζόταν στους «μυουμένους» ως μέθεξη -συμμετοχή στα δρώμενα- και έτσι άρχιζε ο χορός και τα τραγούδια, οι αστεϊσμοί και τα πειράγματα με άσεμνες βασικά εκφράσεις. Πολλοί από τους άντρες που συμμετείχαν σ’ αυτό το τελετουργικό κρατούσαν στα χέρια τους φαλλούς σαν σκήπτρα και ήταν κατασκευασμένα από ξύλο ή πηλό ή ακόμα και από ψωμί και που αποτελούσαν το κυριότερο τελετουργικό σύμβολο. Στο έθιμο αυτό συμμετείχαν αυστηρά μόνο άντρες ενώ οι γυναίκες απείχαν, ίσως για λόγους σεμνοτυφίας λόγω των φερόμενων φαλλικών συμβόλων. Γυναικόπαιδα όμως παρακολουθούσαν τα δρώμενα καθώς επίσης και πλήθη επισκεπτών από διάφορα μέρη της Ελλάδας.

 Τα «μουζώματα», « μουτζουρώματα» και «αλευροπόλεμος»

Το έθιμο με τα «μουζώματα» στον Αρχάγγελο Ρόδου έχει τις ρίζες του αρκετές δεκαετίες πίσω και σύμφωνα με κάποιους λαογράφους είναι κατάλοιπο των Διονυσιακών γιορτών. Τα παλαιότερα χρόνια την ημέρα της Καθαρής Δευτέρας ντύνονταν με προβιές από πρόβατα και κατσίκια, που ετοίμαζαν το προηγούμενο χρονικό διάστημα και κάλυπταν τα πρόσωπα τους με πίτουρα και σπασμένο κάρβουνο στο οποίο έριχναν λίγο λάδι. Τώρα, το βάψιμο των προσώπων γίνεται με σύγχρονα μέσα.


Στα μουτζουρώματα, έθιμο για να ξορκιστεί το κακό και το ανεπιθύμητο, η διασκέδαση είναι μεγάλη και η φασαρία από τις φωνές μεγαλύτερη. Μουτζούρωμα όχι βρωμιά, μέσα και κάτω από το οποίο πάντα κρύβεται η ανθρώπινη πλευρά, το φως, η καθαρότητα.

Θεσμός πλέον, το έθιμο του «αλευροπόλεμου» αναβιώνει στο Γαλαξίδι εδώ και τρείς αιώνες. Τον πρώτο λόγο έχει φυσικά το αλεύρι! Γενναιόδωρες ποσότητες αλευριού εκτοξεύονται μεταξύ των καρναβαλιστών, οι οποίοι όπως ορίζει το έθιμο, πρέπει να είναι μουτζουρωμένοι με κάρβουνο στο πρόσωπο. Βέβαια τα τελευταία χρόνια, τα πρόσωπα κυριολεκτικά σκεπάζονται από ένα σωρό πρωτότυπα μάλλον υλικά, όπως το λουλάκι, το βερνίκι παπουτσιών κ.ά. Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην τουρκοκρατία



Ο  Καλόγερος
 

Στη Μακεδονία, ιδιαίτερα στα χωριά των Σερρών και της Δράμας που εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας, «εγκαταστάθηκε» μαζί τους και ο Καλόγερος, το αποκριάτικο έθιμό τους.

 Σε αυτό συμμετέχουν μόνο άνδρες και υποδύονται διάφορους ρόλους (Βασιλέας, Βασίλισσα, Βασιλόπουλο, Κορίτσα, Ζευγολάτης, Σιδεράς, Ψωμάς, Μπαρμπέρης, Δαμαλάκια, τα παλικάρια που σέρνουν το άροτρο για την ιερή γονιμοποίηση της γης κ.ά.). Παλιά, ο ρόλος του Καλόγερου ήταν κληρονομικό δικαίωμα μιας οικογένειας, το οποίο όμως σήμερα έχει ατονήσει. Επικεφαλής του δρώμενου, ο Καλόγερος, με τη συνοδεία μουσικής, ξεκινά την τελετουργική επίσκεψη στα σπίτια του χωριού. Όποιον προλάβει στο διάβα του τον λασπώνει με ένα σφουγγάρι που κρατά. Στα σπίτια οι νοικοκυρές ραίνουν τον Καλόγερο με στάρι, κριθάρι και άλλους σπόρους και ανταλλάσσουν μαζί του ευχές για καλή παραγωγή. Το Βασιλόπουλο βάζει κρασί σε ένα ποτήρι, το δίνει στον Βασιλέα κι αυτός στον νοικοκύρη. Το έθιμο περιλαμβάνει και αναπαράσταση οργώματος.

Σκύρος: ο «Γέρος», η «Κορέλα» και ο «Φράγκος»



Ο «Γέρος», η «Κορέλα» και ο «Φράγκος» είναι τα κεντρικά πρόσωπα στη σκυριανή Αποκριά. Ο «Γέρος» είναι ντυμένος με ολόσωμη, τραγίσια προβιά, φοράει δεκάδες κουδούνια προβάτων και μια μάσκα επίσης από προβιά μικρού γιδιού. Η «Κορέλα» είναι ένας νέος ντυμένος με γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά και με μάσκα ίδια με του «Γέρου». Ο «Φράγκος» φορά παντελόνι, μια οποιαδήποτε μάσκα, ένα μεγάλο κουδούνι πίσω στη μέση και κρατά ένα μεγάλο κοχύλι το οποίο φυσά συνέχεια. Η ετερόκλητη αυτή παρέα γυρνάει στους δρόμους σκορπίζοντας το κέφι και τη χαρά στους περαστικούς και στους νοικοκυραίους. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι θεατρικές παραστάσεις και οι απαγγελίες από ερασιτέχνες ηθοποιούς, στις οποίες σατιρίζονται θέματα της επικαιρότητας


Οι “τράγοι” του Σοχού”


 
Το καρναβάλι του Σοχού διατηρεί πάρα πολλά στοιχεία από την αρχαιοελληνική λατρεία.

 «Κουδουνοφόροι Τράγοι» που αιώνες πριν, μέχρι σήμερα, την περίοδο της Αποκριάς γεμίζουν τους δρόμους του Σοχού, αναστατώνουν γη και ουρανό. Ομάδες μεταμφιεσμένων με μαύρες γιδοπροβιές ζωσμένοι με τη ντουζίνα, τα τέσσερα ογκώδη σιδερένια κουδούνια κ.α. παρουσιάζονται από παντού, χοροπηδούν και σείουν τα κουδούνια τους, μαζεύονται και τραγουδούν. Επίσης συμβολικές πράξεις συνδυάζονται με ιστορικά γεγονότα ή μύθους.


Oι «αράπηδες» όπως ονομάζονται εδώ οι μασκοφόροι, τις τρεις τελευταίες μέρες της Aποκριάς τριγυρνάνε στο χωριό από σπίτι σε σπίτι, προσφέροντας ούζο σε φίλους και συγγενείς. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η προσωπίδα τους, μια μάσκα που καλύπτει όλο το πρόσωπο και καταλήγει σ' ένα ψηλό λοφίο από κορδέλες. Είναι φτιαγμένη από μαύρο ύφασμα, πάνω στο οποίο κεντιούνται σε γεωμετρικούς σχεδιασμούς πολύχρωμα κομμάτια υφάσματος. Στη θέση του στόματος κρέμονται μουστάκια από ουρά αλόγου.

Στη μέση οι "αράπηδες" φοράνε κουδούνια, μέσα αποτρεπτικά εναντίον των δαιμόνων. Παρόλο που οι ρίζες αυτών των εθίμων ανάγονται στην παγανιστική λατρεία, η τελευταία ημέρα στο Σοχό είναι επηρεασμένη από τη χριστιανική θρησκεία. Eίναι η μέρα της μετάνοιας ή "προσταβάνι", όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι. Oι νεότεροι επισκέπτονται τους ηλικιωμένους συγγενείς και τους ζητούν συγχώρεση, τους φιλούν το χέρι και τους προσφέρουν ένα πορτοκάλι.



Η σχέση των κουδουνοφόρων με το θεό Πάνα


Η ένδυση με στολές από δέρματα ζωών υποδηλώνει τον τραγόμορφο θεό Πάνα που ήταν γιος του Ερμή και μίας νύμφης. Είχε ανθρώπινο σώμα τριχωτό, πόδια και αυτιά τράγου, κέρατα και ουρά κατσίκας. Του άρεσε να δημιουργεί πανικό και να τρομάζει τους περαστικούς, ακριβώς όπως τρόμαξαν και οι εχθροί στη θέα των τραγόμορφων στρατιωτών.

Με το χριστιανισμό ο Πάνας αντικαταστάθηκε με τον άγιο Χριστόφορο που τιμάται στο Σοχό ιδιαίτερα. Στην κεντρική εκκλησία του Σοχού, στο ναό του Αγίου Γεωργίου, υπήρχε η τραγόμορφη εικόνα του Αγίου Χριστοφόρου, όπου σύμφωνα με την παράδοση, κλείστηκε γυμνός σε ένα κελί με μια γυναίκα, και για να μην αμαρτήσει πήρε μορφή τράγου.

Επίσης ο Άγιος Χριστόφορος είναι γνωστός ως «Κυνοκέφαλος», που σ' αυτή τη περίπτωση υπάρχει συσχέτιση με τον αρχαίο θεό Απόλλωνα που παρουσιάζεται σε παραστάσεις και ως λύκος και η μητέρα του η Λητώ όταν τον γεννά είναι μεταμορφωμένη σε λύκαινα.


ΕΒΡΟΣ -Ελαία, Το έθιμο του  '' Μπέη ''


Ο Μπέης είναι ένα καθαρά λαογραφικό έθιμο της Θράκης και ειδικότερα του βόρειου Έβρου. Εκτός από την Ελαία, αναβιώνει σε πολλά χωριά του Έβρου, όπως Μαράσια, Κόμαρα, στο Παλιούρι, αλλά και ως «Βασιλιάς» στα Πετρωτά.

Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ονομαζόταν έτσι ο Τούρκος αξιωματούχος που εξουσίαζε απόλυτα μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, οι υπόδουλοι Θρακιώτες για μια μόνο μέρα μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν τους Τούρκους, δηλαδή να τους πειράξουν, να τους βρίσουν και άλλα διάφορα.


Ο Μπέης συνοδευόμενος από την ακολουθία του, που αποτελείται από: δύο γκάιντες, μερικά χανουμάκια, δύο σωματοφύλακες προσωπική φρουρά ή κουρουτζήδες (σημαίνει: αγροφύλακες), τον έφορο, τον γιατρό, τη νοσοκόμα, το γύφτο και τη γύφτισσα με το μωρά της, όλα τα παιδιά του χωριού καθώς και όσους θέλουν περιοδεύει μέσα στο χωριό, από σοκάκι σε σοκάκι και μαζεύει τον υποτιθέμενο “Φόρο εισοδήματος” που πλήρωναν παλιότερα οι Έλληνες υπόδουλοι. Σε κάθε αυλή η νοικοκυρά κερνάει όλη τη συνοδεία με κρασί (ή ούζο), μεζέδες και γλυκά, και ο νοικοκύρης προσφέρει το Φόρο.

Ο “φόρος” αυτός μεταφράζεται σε χρήμα και στάρι. Αφού δοθεί στον Μπέη το δοχείο με το στάρι εύχεται “καλή σοδειά και καλή προκοπή” και συνεχίζει το γύρισμα του χωριού.

Στη διάρκεια της περιφοράς, όποιος πειράξει το μωρό της γύφτισσας, πιάνεται από τους κουρουτζήδες και “καλυβώνεται” (πεταλώνεται) συμβολικά του καρφώνουν το πόδι, τον πεταλώνουν και είναι υποχρεωμένος να πληρώσει φόρο, σαν αποζημίωση.

Κατά το μεσημέρι αφού τελειώσει η περιοδεία, το άρμα του Μπέη έρχεται στην πλατεία που είναι κατάμεστη από κόσμο που μαζεύεται από τη γύρω περιοχή. Το έθιμο αυτό έχει χαρακτήρα λαϊκού πανηγυριού. Στην κεντρική πλατεία του χωριού, που είναι αμφιθεατρική, υπάρχει ειδικός χώρος για να γίνουν τα απαραίτητα έθιμα. Οι κοπέλες ντυμένες παραδοσιακά σχηματίζουν κύκλο γύρω από τον χώρο αυτό.

Ο Μπέης με τους επιτελείς του μετρά το χωράφι για να “κόψει καπάκι”, όπως λένε. Μετά βάζει στο ζυγό του ξύλινου αλετριού, το γύφτο και την γύφτισσα. Το όργωμα έχει αρχίσει. Ο γύφτος και η γύφτισσα κάνουν “νούμερα”, λιποθυμούν, ξεφεύγουν και τρέχουν ν’ αποφύγουν το μαρτύριο, αγκαλιάζονται τρυφερά αλλά τους το απαγορεύουν οι φύλακες και έτσι συνεχίζουν.

Ακολουθεί η σπορά. Ο Μπέης σπέρνει με το χέρι, με τη συνοδεία των Φρουρών του και του έφορα. Το έθιμο ορίζει πως κάποιος πρέπει να προσπαθήσει να κλέψει το δοχείο που έχει το σιτάρι και να το πετάξει ψηλά. Αν το δοχείο αναποδογυριστεί κατά την πτώση του, η χρονιά θα ‘ναι ανάποδη, αν όμως πέσει κανονικά η σοδειά θα πάει καλά.

Μετά τη σπορά σειρά έχει ο θέρος. Το θέρισμα γίνεται με δρεπάνια, από τους κουρουτζήδες, στο τέλος ξαπλώνονται ο ένας πάνω στον άλλο και σχηματίζουν την θημωνιά (στίβα από δεμάτια). Αφού θεριστεί το στάρι ακολουθεί το αλώνισμα με τον παραδοσιακό πάντα τρόπο. Το αλώνισμα γίνεται με τη “ντουκάνα” (ξύλινο εργαλείο που έχει πάνω του καρφωμένες χιλιάδες πετρούλες και όταν σέρνεται στ’ αλώνι ξεχωρίζει το στάρι από τα στάχυα). Η “ντουκάνα” σέρνεται από ζώα, στο έθιμο όμως απ’ το γύφτο και τη γύφτισσα, για να γίνει εμφανής η εκμετάλλευση του ανθρώπου ειδικά του υπόδουλου Έλληνα (κι ας μας λένε ακόμα και τώρα Τούρκους).

Έτσι κλείνει ο κύκλος των γεωργικών εργασιών.

Άναμμα φωτιάς  

Φανός Κοζάνης


 
Μπουμπούνες Καστοριάς




Το στοιχειό της Χάρμαινας


Λαϊκό δρώμενο που γίνεται κάθε χρόνο στην Άμφισσα, το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς.

Οι θρύλοι για τα «στοιχειά» είχαν μεγάλη διάδοση στην περιοχή. Λέγεται πως τα «στοιχειά» αποτελούν ψυχές σκοτωμένων ανθρώπων ή ζώων που τριγύριζαν στα σοκάκια της πόλης. Το σπουδαιότερο στοιχειό, που είναι συνδεδεμένο με την παράδοση, είναι το στοιχειό της «Χάρμαινας».



Αυτό αγαπούσε και προστάτευε τους ταμπάκηδες (βυρσοδέψες), που η δουλειά τούς ανάγκαζε να βρίσκονται στη Βρύση νύχτα – μέρα. Πολλοί ορκίστηκαν πως είδαν το στοιχειό να τριγυρίζει τη νύχτα σ' όλη τη συνοικία, να καταλήγει στην πηγή του νερού και να χάνεται. Ακόμη, διηγούνται οι πιο παλαιοί πως το στοιχειό της Χάρμαινας έβγαινε κάθε Σάββατο βράδυ, κατέβαινε από της «Κολοκυθούς το Ρέμα» και γύριζε στους δρόμους, μουγκρίζοντας και σέρνοντας αλυσίδες.

Το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς, αναβιώνει στην Άμφισσα ο θρύλος του «Στοιχειού». Από τη συνοικία Χάρμαινα, όπου βρίσκονται τα παλιά Ταμπάκικα και τα σκαλιά του Αϊ Νικόλα κατεβαίνει το «στοιχειό» και μαζί ακολουθούν εκατοντάδες μεταμφιεσμένοι. Στο ιστορικό μεγάλο καφενείο της πόλης γίνονται συζητήσεις σατιρικού περιεχομένου για τους θρύλους και τα στοιχειά.

 Το έθιμο Γενίτσαροι και Μπούλες την αποκριά



Το έθιμο Γενίτσαροι και Μπούλες (συναντάται και ως "Γιανίτσαροι και Μπούλες", σε πιο βαριά Ναουσαίικα) είναι ένα παραδοσιακό δρώμενο στη Νάουσα την περίοδο της αποκριάς. Ο χαρακτηριστικός ήχος του ζουρνά και το νταούλι, τους συνοδεύει σε κάθε τους βήμα, καθώς χορεύουν στους δρόμους της Νάουσας κατά ομάδες (μπουλούκια). 

Το πρόγραμμά τους την Κυριακή της Αποκριάς, έχει συνήθως κάπως έτσι:

Το πρωί γίνεται το ντύσιμο του Γενίτσαρου και το μάζεμα του μπουλουκιού. Πριν το μεσημέρι, μαζεύονται στο δημαρχείο για να χορέψουν και να πάρουν την άδεια του δημάρχου για να χορέψουν στην πόλη. Συνεχίζουν με χορό στους δρόμους. Το απόγευμα γίνεται το βγάλσιμο του προσώπου (μάσκας)

Το ιδιαίτερο αυτό έθιμο της αποκριάς, που δίνει έντονο παραδοσιακό χρώμα στο καρναβάλι της Νάουσας, χρονολογείται στον 18ο αιώνα, ενώ οι ρίζες του ανιχνεύονται σε γιορτές στην αρχαία Ελλάδα, σχετικές με τον θεό Διόνυσο.

Οι χορευτές φοράνε δύο ειδών στολές, οι περισσότεροι φοράνε την στολή με την φουστανέλα η οποία είναι η αντρική στολή και υπάρχει ανάμεσά τους και κάποιος ντυμένος με μία γυναικεία στολή.

Έχει καθιερωθεί τα άτομα με τις αντρικές στολές να αποκαλούνται Γενίτσαροι και το άτομο με την γυναικεία στολή να αποκαλείται Μπούλα. Όμως παρόλα αυτά υπάρχει και μία διαφορετική άποψη, με αρκετούς υποστηρικτές, γύρω από την ονομασία σύμφωνα με την οποία όλοι οι χορευτές ονομάζονται Μπούλες και η γυναικεία μορφή ανάμεσα τους είναι η Νύφη.


Το καρναβάλι της Πάτρας.


Το Πατρινό καρναβάλι αποτελεί τόσο τη μεγαλύτερη όσο και την παλιότερη αποκριάτικη εκδήλωση στην Ελλάδα. Μετρά 180 χρόνια ιστορίας. Το καρναβάλι της Πάτρας δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά ένα σύνολο εκδηλώσεων που περιλαμβάνουν χορούς, παρελάσεις, κυνήγι κρυμμένου θησαυρού, καρναβάλι των μικρών κ.ά. Οι εκδηλώσεις αρχίζουν στις 17 Ιανουαρίου και διαρκούν μέχρι την Καθαρά Δευτέρα. Κορυφώνεται το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς με την νυχτερινή ποδαράτη παρέλαση των πληρωμάτων του Σαββάτου, τη φαντασμαγορική μεγάλη παρέλαση αρμάτων και πληρωμάτων της Κυριακής και τέλος το τελετουργικό κάψιμο του βασιλιά καρνάβαλου στο μόλο της Αγίου Νικολάου στο λιμάνι της Πάτρας.
 
Το καρναβάλι της Ξάνθης

Ο θεσμός με τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής στην πόλη της Ξάνθης είναι αυτός του Ξανθιώτικου Καρναβαλιού - Θρακικών Λαογραφικών Εορτών, που ξεκίνησε το 1966.



Η Ξάνθη διοργανώνει το μεγαλύτερο Καρναβάλι της Βόρειας Ελλάδας και το δεύτερο μεγαλύτερο σε όλη την Ελλάδα. Κάθε χρόνο στην περίοδο του τριωδίου διοργανώνονται δεκάδες εκδηλώσεις για μικρούς και μεγάλους.