Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ησίοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ησίοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

Οι δυο Έριδες κατά τον Ησίοδο

 Η θεά Έριδα (αρχ. ρις) ανήκει στην κατηγορία των  φτερωτών θηλυκών, όπως οι Ερινύες και η Ίριδα.   Ήταν κόρη της Νυκτός και θεά της ζήλιας, της διχόνοιας, του τσακωμού και του καυγά. Κατά άλλους ήταν αδελφή τού Άρη. Ωστόσο ο ρόλος της δεν είναι μόνο αρνητικός. Ο Ησίοδος στο έργο του «Έργα και Ημέραι» αναφέρει δύο Έριδες. Η πρώτη  με τις αρνητικές παρεμβάσεις της και η δεύτερη παροτρύνει στην εργασία μέσα από την ευγενή άμιλλα.

 To «Έργα και Ημέραι» είναι ένα από τα πιο γνωστά διδακτικά επικά ποιήματα του Ησιόδου. Αποτελείται από 828 εξάμετρους στίχους και γράφτηκε με αφορμή τη δικαστική διαμάχη του Ησιόδου με τον αδελφό του Πέρση για την πατρική κληρονομιά και εκφράζει όλη την πικρία του συγγραφέα για την αδελφική διχόνοια. Αυτή ως Έριδα βρίσκεται στο επίκεντρο του πρώτου μέρους του έργου.

 Το έπος αρχίζει με επίκληση στις Μούσες της Πιερίας κατά το τυπικό, για να δώσουν έμπνευση στον ποιητή να γράψει αλλά και για να δώσουν ιερότητα και αξιοπιστία στα γεγονότα που θα αναφερθούν στη συνέχεια. Παιδιά της είναι ο Πόνος, η Λήθη, οι Μάχες, οι Φόνοι,η Δυσνομία και ο Όρκος.

Ο  Ησίοδος από την Άσκρη της Βοιωτίας

Ο Ασκραίος Ησίοδος γράφει για τις δυο Έριδες (απόδοση Παναγή Λεκατσά):
 
 «Ένα δεν είναι μονάχα είδος Έριδας στο κόσμο αυτό, αλλά είναι δύο.   
Άγαλμα της Έριδας
Τη μιαν αυτός που θα τη νιώσει, δεν μπορεί παρά να την παινέσει, την άλλη όμως θα κατηγορήσει. Οι δυο καρδιές των είναι ολότελα διαφορετικές. Η μια το μαύρο πόλεμο και τις διχόνοιες η καταραμένη συνδαυλίζει, κι από τους θνητούς κανένας δεν την αγαπά, μα το ‘χει  φέρει η ανάγκη, γιατί οι βουλές το θέλουν των αθανάτων, που τη σκληρή την Έριδα τιμούνε.

 Όμως την άλλη, που η μαύρη Νύχτα πρώτη την εγέννησε, ο Δίας που από ψηλά ζυγοσταστεί και στον αιθέρα κατοικεί, μέσ’ στα ριζώματα την έβαλε της γης, πολύ για τους ανθρώπους κάνοντάς την συμφερότερη.  Αυτή και τον λειψό στη δύναμη τον σπρώχνει να δουλέψει. Γιατί όποιος βλέπει τον άλλον π’ ακούγεται να βάνει τα δυνατά του να οργώνει και να φυτεύει για να καλυτερέψει το βιος του, αμέσως κι αυτός νιώθει την ανάγκη της δουλειάς : ο κάθε γείτονας ζηλεύει το γείτονα που βάνεται να πλουτίσει.  Αυτή η Έριδα είναι η αγαθή ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο Λαγηνάς τάχει με τον λαγηνά, κι ο μάστορας με το μάστορα και τον φτωχό ο φτωχός λοξοκοιτά και τον τραγουδιστή ο τραγουδιστής ο άλλος.  

Η Έριδα με φτερά
Μα ω Πέρση, εσύ στα στήθια  τούτα βάλε τα καλά και η Έριδα η κακόχαρη το νου να μη σου παίρνει απ΄ τη δουλειά, να κυνηγάς κρισοδικιές με τεντωμένο αυτί μες στην πλατεία. Καιρό δεν έχει για κρισοδικιές και για πλατείες αυτός που μες στο σπίτι του δεν έχει θησαυρίσει παραρκετό για τη χρονιά του βιος, στην εποχή του θερισμένο, αυτό που βγάζει η γη από τον κόρφο της – της Δήμητρας το στάρι.   Κοίτα λοιπόν να το μαζέψεις μπόλικο, προτού να συδαυλίσεις έχθρες και κρισοδικιές για να χεριάσεις το έχει του άλλου. Μα εκεί δεν είναι πια στο χέρι σου να κάμεις και για δεύτερη φορά το ίδιο. Λοιπόν εμπρός, εδώ τη διαφορά να καθαρίσουμε με μια από τις δίκαιες εκείνες κρίσεις, π’ όντας βγαλμένες απ’ τον Δία ολόισα, είναι οι καλλίτερες  απ’ όλες. Γιατί και την κληρονομιά μας πια μοιράσαμε κι άλλα πολλά πήρες δικά σου αρπάζοντας, δωροδοκώντας άφθονα τους άρχοντας, π’ ό,τι τους πας το καταπίνουν και που είναι πάντοτε έτοιμοι με τέτοια δικαιοσύνη να δικάσουν. Ανόητοι! – και δεν το νιώθουνε πόσο περισσότερο απ’ τ’ ολόκληρο αξίζει το μισό, μήτε τι γλύκα κρύβεται μες στον ασφόδελο και στη μολόχα.     

Παράσταση σε αγγείο με την Έριδα
Έτσι είναι, γιατί οι θεοί έχουνε κρύψει αυτό που θέλει η ζωή του ανθρώπου. Αλλιώτικα θα ταν εύκολο με το να δουλέψεις μια μονάχα μέρα να χεις για το χρόνο ολόκληρο κι έτσι να ζεις χωρίς να κάνεις τίποτε. Μια και δυο τότε και θα κρεμούσες πάνω από το παραγώνι σου το τιμόνι και οι δουλειές των καματερών σου και των υπομονετικών σου μουλαριών θα παιρναν τέλος. Μα, όπως το πάμε,  ο Δίας το έκρυψε, σαν θόλωσε η ψυχή του από την οργή που τον ξεγέλασεν ο Προμηθέας με τον δόλιο νου του. Γι αυτό και ο Δίας σχεδίασε για τους ανθρώπους πάθια θλιβερά, και τη φωτιά τους έκρυψε…»           

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Τα γένη των ανθρώπων σε διάφορες Κοσμογονίες




Ο μύθος με τα διαδοχικά δημιουργημένα ανθρώπινα γένη, δεν είναι επινόημα ούτε μόνο  του Ησίοδου και των Ελλήνων αλλά το συναντά μια και σε άλλους αρχαίους λαούς.

Στους Πέρσες ο Ζωροάστρης παρακαλεί το θεό του, τον Ωρομάσδη  να του χαρίσει παντογνωσία, ο θεός του προσφέρει ένα ποτήρι νερό, ο Ζωροάστρης το πίνει και τότε παρουσιάζεται εμπρός του ένα δένδρο με τέσσερα κλαδιά, ένα χρυσό, ένα αργυρό, ένα χάλκινο και ένα σιδερένιο. Ο θεός εξηγεί στο Ζωροάστρη ότι οι ρίζες του είναι ο αόρατος κόσμος που έχω δημιουργήσει, τα τέσσερα κλαδιά είναι τα  τέσσερα γένη, που αρχίζουν με σένα και θα φτάσουν στο τέλος του κόσμου. Η δική σου η γενιά είναι από χρυσό, οι επόμενες από άργυρο, από χαλκό, από σίδερο, κάθε επόμενη γενιά χειρότερη από την προηγούμενη, η τελευταία γενιά θα φέρει την ανατροπή των  πάντων, την παρακμή της θρησκείας και της ηθικής και τότε θα έλθει ο Λυτρωτής.



Στους Ινδούς, κατά τη « Μαχαμπαράτα»  η ιστορία τωνα ανθρώπων πάνω στη γη χωρίζεται σε τέσσερις μεγάλες περιόδους, σε κάθε μια από αυτή κυριαρχεί  ένα ορισμένο γένος ανθρώπων με δικά του ιδιαίτερα γνωρίσματα. Πρώτα κυριαρχεί το γένος Κρίτα, που σημαίνει Πράξη, τότε εφαρμόζετε το δίκαιο στο ακέραιο και τα έργα δεν είναι μάταια, αγοραπωλησίες δεν γίνονται  και απαγορεύσεις δεν ισχύουν, αρρώστιες, πόνος, φόβος, μίσος είναι άγνωστα και ο θεός και η ψυχή όλων των όντων είναι φως.

Δεύτερο έρχεται το γένος Τρήτα.  Το δίκαιο εφαρμόζεται κατά τα 3/4και ο θεός από καθαρός φως γίνεται κόκκινος. Οι άνθρωποι δεν παραμελούν τη λατρεία και τη δικαιοσύνη , είναι όμως απλώς καλοί, όχι άριστοι όπως οι πρώτοι άνθρωποι.

 Τρίτο έρχεται το γένος, το Ντβαπάρα, τότε το δίκαιο επικρατεί κατά τα 2/4, ο θεός γίνεται κίτρινος, στους ανθρώπους παρουσιάζονται ορισμένα πάθη, η πλάνη, αρρώστιες, πόνος, τα έργα των ανθρώπων τα περιμένει η φθορά, γιατί είναι λειψά σε δικαιοσύνη.

Τελευταίο έρχεται το γένος Κάλι, τότε το δίκαιο επικρατεί κατά τι 1/4 και ο θεός γίνεται μαύρος. Οι εντολές του θεού, οι θυσίες εγκαταλείπονται από τους ανθρώπους. Κυριαρχούν οι αρρώστιες, ο πόνος, το μίσος , ο φόβος, η πείνα και τα δυστυχήματα. Όταν ο κύκλος της ζωής θα αρχίσει από την αρχή      το δίκαιο θα επικρατήσει πάλι στο ακέραιο και νέοι άνθρωποι θα φανούν.



Επίσης τέσσερα γένη ανθρώπων βρίσκουμε και στις θεογονίες των λαών του Περού και του Μεξικού. Αυτός ο σταθερός αριθμός τέσσερα φαίνεται να συνδέεται με πανανθρώπινε και πρωταρχικές δομές σκέψης, όπως τέσσερα τα σημεία το ορίζοντα, οι τέσσερις εποχές.

Στον κοσμογονικό μύθο του Ησιόδου τα τέσσερα γένη έγιναν πέντε , αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι ο ποιητής, όντας, χρονικά και ψυχολογικά, πολύ κοντά στην ηρωική ποίηση, δεν γινόταν να αντιταχθεί φανερά στη λαϊκή συνείδηση, λαϊκός και ο ίδιος, βάζοντας στα τελευταία σκαλοπάτια της παρακμής τους καθιερωμένους και χιλιοτραγουδισμένους μεγάλους ήρωες του μυκηναϊκού πολιτισμού που είχε προηγηθεί. Έτσι αναγκάστηκε να επινοήσει το ηρωικό γένος, να μην το συσχετίσει με κανένα μέταλλο, να μην το ταυτίσει με το χάλκινο γένος και να το παρεμβάλει ανάμεσα στο χάλκινο και σιδερένιο, διασπώντας έτσι την φθίνουσα κλίμακα με τα μέταλλα και την αύξουσα της απαισιοδοξίας με το δίχως ανακοπή ξεπεσμό και εξευτελισμό της ζωής.

Οι άνθρωποι στο χρυσό γένος ζούσαν μέσα στη φύση και είχαν θεοποιήσει τις περισσότερες φυσικές δυνάμεις ακόμη και τα ζώα και τα φυτά και έτσι είχαν άμεση επικοινωνία με τους θεούς

Στο αργυρό γένος έχουμε την περίοδο της μητριαρχίας, μιας και τα παιδιά ζούσαν κοντά της μέχρι τα 100 και σε λίγο πέθαιναν.

Στο χάλκινο περιγράφονται οι πρώιμοι Έλληνες που ήξεραν να δουλεύουν το χαλκό. Σε αυτούς ανήκουν και οι ήρωες.  Τέλος στο σιδερένιο γένος περιγράφεται η περίοδος που αρχίζει από τους Δωριείς , όταν η χρήση του σιδήρου γενικεύεται, οι κοινωνίες οργανώνονται και αναπτύσσουν πολιτισμό.        



Iνδική κοσμολογία: ραντεβού με τον Brahma

Η ινδική κοσμολογία περιλαμβάνει πολλούς μύθους δημιουργίας και οι αρχικοί πρωταγωνιστές έχουν ανεβεί και κατεβεί σε σημαντικότητα κατά τη διάρκεια των αιώνων. Το αρχαίο βεδικό κείμενο, η Rig Veda, αναφέρεται σε ένα γιγάντιο ον, το Purusha, που είχε χίλια κεφάλια, μάτια και πόδια και μπορούσε να αγκαλιάσει τη Γη. Όταν οι θεοί το θυσίασαν, το σώμα του παρήγαγε καθαρό βούτυρο από το οποίο δημιουργήθηκαν τα πουλιά και τα ζώα. Τα μέλη του σώματός του μεταμορφώθηκαν στα στοιχεία του κόσμου και στους θεούς Agni, Vayu και Indra. Επίσης, από το σώμα του δημιουργήθηκαν οι τέσσερις κάστες της ινδικής κοινωνίας: οι ιερείς, οι πολεμιστές, οι πολίτες και οι υπηρέτες. Αργότερα στην ιστορία η τριάδα των Brahma (δημιουργός), Vishnu (διατηρητής) και του Shiva (καταστροφέας) απέκτησαν εξέχουσα θέση στην ινδική κοσμολογία. Ο Brahma εμφανίζεται επάνω σε έναν λωτό που ξεφυτρώνει από τον αφαλό του κοιμούμενου Vishnu. Ο Brahma είναι ο δημιουργός του σύμπαντος που διαρκεί για μια μέρα του Brahma, ή 4,32 δισεκατομμύρια χρόνια. Μετά ο Shiva καταστρέφει το σύμπαν και ο κύκλος αρχίζει ξανά.



Ιαπωνία: η γη ως νησί

Οι θεοί δημιούργησαν δύο θεϊκά αδέλφια τον Izanagi και την αδελφή του την Izanami που στάθηκαν πάνω σε μια γέφυρα που έπλεε στον αρχέγονο ωκεανό. Χρησιμοποιώντας την χρυσοποίκιλτη λόγχη των θεών τάραξαν τα νερά και αναδύθηκε το πρώτο νησί, το Onogoro. Τα δύο αδέλφια παντρεύτηκαν επάνω στο νησί και έκαναν τέσσερις απογόνους που ήταν παραμορφωμένοι. 

Οι θεοί το απέδωσαν σε κάποια παράβαση ενός πρωτοκόλλου. Κατά τη διάρκεια της τελετής του γάμου, η Izanami μίλησε πρώτη. Στην τελετή του γάμου τους τα δύο αδέλφια διεκδίκησαν τον σχηματισμό των νησιών της Ιαπωνίας καθώς και τη δημιουργία μερικών ακόμα θεοτήτων. Ωστόσο, στη γέννα του Kagutsuchi Kami, του θεού της φωτιάς, η Izanami πέθανε. Συντετριμμένος ο Izanagi την ακολούθησε στο Yomi, τη χώρα των νεκρών. Η Izanami που είχε φάει την τροφή του Yomi δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Όταν ο Izanagi είδε ξαφνικά το σώμα της να αποσυντίθεται ένιωσε τρόμο και απομακρύνθηκε τρέχοντας. Η Izanami εξοργίστηκε και τον καταδίωξε παρέα με αποκρουστικές γυναίκες.

Ο Izanagi πέταξε κατά πάνω τους προσωπικά αντικείμενα, τα οποία μετατράπηκαν σε διαστροφές. Διαφεύγοντας από τη σπηλιά που ήταν η είσοδος του Yomi την έφραξε με έναν ογκόλιθο και έτσι διαχώρισε για πάντα τη ζωή από το θάνατο.




Μεξικό: Οι Αζτέκοι


Η γήινη μητέρα των Αζτέκων, η Coatlicue (‘φούστα από φίδια’) απεικονίζεται με τρόπο που προκαλεί τρόμο, να φοράει ένα περιδέραιο από ανθρώπινες καρδιές και χέρια και μια φούστα από φίδια, όπως υποδηλώνει και το όνομά της. Η Coatlicue έμεινε έγκυος από ένα μαχαίρι από οψιδιανό και γέννησε την Coyolxauhqui, θεά της Σελήνης, και 400 γιους που έγιναν τα άστρα του νότιου ουρανού. Αργότερα έπεσε από τον ουρανό μία μπάλα από φτερά και η Coatlique τη μάζεψε και την έκρυψε στη ζώνη της κι έτσι έμεινε ξανά έγκυος. Η Coyolxauhqui και τα αδέλφια της στράφηκαν εναντίον στη μητέρα τους, θυμωμένοι και σοκαρισμένοι από τη δεύτερη εγκυμοσύνη της, που δεν ήξεραν από πού προήλθε. Ωστόσο, το παιδί που βρισκόταν μέσα της, ο Huitzilopochtli, θεός του πολέμου και θεός του ήλιου, πήδηξε από τα σπλάχνα της πλήρως μεγαλωμένος και οπλισμένος. Επιτέθηκε στην Coyolxauhqui και τη σκότωσε με τη βοήθεια ενός φλεγόμενου ερπετού.

Της έκοψε το κεφάλι και το πέταξε στον ουρανό, όπου έγινε το φεγγάρι, πράγμα που ανακούφισε τη μητέρα του και ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο.


Νορβηγική μυθολογία


Σύμφωνα με τις νορβηγικές παραδόσεις πριν από την ύπαρξη της Γης (Midgard) υπήρχε η Muspell, μια φλεγόμενη χώρα με φύλακες που κράδαιναν πύρινα σπαθιά, το αχανές κενό διάστημα (Ginnungagap) και το Niflheim που ήταν μια περιοχή σκεπασμένη με πάγο. Όταν το ψύχος του Niflheim άγγιξε τις φλόγες του Muspell ο γιγάντιος Ymir και η αγελάδα μεγαθήριο Auehumla αναδύθηκαν από τους λιωμένους πάγους. Στη συνέχεια η αγελάδα έγλειψε τον θεό Bor και τη γυναίκα του και τους έφερε στη ζωή. Το ζευγάρι γέννησε τον Buri που έκανε τρεις γιους, τους Odin, Vili και Ve. Οι γιοι μεγάλωσαν και σκότωσαν τον Ymir και από το σώμα του δημιούργησαν: από τη σάρκα του τη Γη, από τα οστά του τα βουνά, από τις τρίχες του τα δέντρα και από το αίμα του τα ποτάμια, τις λίμνες και τη θάλασσα. Τέλος, από το κρανίο του οι θεοί δημιούργησαν τον ουρανό με τα αστέρια.


Η θρησκεία της αρχαίας Περσίας: Ζωροαστρισμός


Σύμφωνα με τις δοξασίες της μέσης εποχής της Περσίας ο κόσμος δημιουργήθηκε από τη θεότητα Ahura Mazda. Το μεγάλο βουνό Alburz μεγάλωνε για 800 χρόνια μέχρι που άγγιξε τον ουρανό. Τότε έπεσε βροχή που σχημάτισε τη θάλασσα Vourukasha και δύο μεγάλους ποταμούς. Το πρώτο ζώο που ήταν ένας λευκός ταύρος έζησε στις όχθες του ποταμού Veh Rod. Όμως το κακό πνεύμα Angra Mainyu τον σκότωσε. Το σπέρμα του μεταφέρθηκε στη Σελήνη και εξαγνίστηκε κι έτσι δημιουργήθηκαν πολλά ζώα και φυτά. Δίπλα στον ποταμό ζούσε ο πρώτος άνθρωπος ο Gayomard, που ήταν φωτεινός σαν τον Ήλιο.

Ο Angra Mainyu τον σκότωσε και εκείνον. Ο Ήλιος όμως εξάγνισε το σπέρμα του για 40 χρόνια απ’ όπου μετά βλάστησε το φυτό ραβέντι. Το φυτό μεγάλωσε και μεταμορφώθηκε στους Mashya και Mashyanag, τους πρώτους θνητούς. Αντί να τους σκοτώσει όμως ο Angra Mainyu τους ξεγέλασε και τους έκανε να τον λατρεύουν. Μετά από 50 χρόνια γέννησαν δίδυμα, αλλά τα δίδυμα αυτά κουβαλούν τις αμαρτίες των γονέων τους. Μετά από πολύ καιρό γεννήθηκαν άλλα δύο δίδυμα και από αυτά προήλθαν όλοι οι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι Πέρσες.



Βαβυλωνιακή κοσμολογία


Ο κοσμολογικός μύθος των Βαβυλωνίων σώζεται σε σειρά πήλινων πλακών που χρονολογούνται στο 700 π.Χ. και φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη Ασσουρμπανιπάλ.

Σύμφωνα με το βαβυλωνιακό μύθο στην αρχή βασίλευε το Χάος. Από το Χάος αυτό γεννήθηκε ο θεός γεννήτορας του κόσμου Απσού (φρεσκάδα) και η σύντροφός του Τιαμάτ (αλμύρα) από την ένωση των οποίων γεννήθηκαν τερατώδη πλάσματα με την μορφή δράκοντα. Με το πέρασμα του χρόνου νέοι θεοί γεννήθηκαν. Ένας από αυτούς ήταν ο Έα, θεός των υδάτων. Αυτοί οι νέοι θεοί έκαναν τόσο θόρυβο που οι Απσού και Τιαμάτ δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Έτσι ο Απσού σχεδίασε να τους σκοτώσει, όμως πρόλαβε και τον σκότωσε ο Έα σε μια μονομαχία. Η Τιαμάτ ορκίστηκε εκδίκηση και δημιούργησε μια σειρά από τέρατα, μεταξύ των οποίων ήταν ο τρελός σκύλος και ο άνθρωπος σκορπιός.

Ο Έα και η θεά Νταμκίνα έκαναν τον Μαρντούκ, έναν γιγάντιο θεό με τέσσερα μάτια και τέσσερα αυτιά για να τους προστατεύει. Παλεύοντας με την Τιαμάτ, ο Μαρντούκ χρησιμοποίησε τους ανέμους σαν όπλα του και εκτόξευσε έναν κακό άνεμο στο λαιμό της με αποτέλεσμα να την εξουδετερώσει. Τότε τη σκότωσε με ένα μοναδικό βέλος που της έριξε στην καρδιά.

Στη συνέχεια τεμάχισε στα δύο το κορμί της και από το ένα κομμάτι δημιούργησε την Γη και από το άλλο τον ουράνιο θόλο. Στο τέλος χρησιμοποιώντας το αίμα του και χώμα έπλασε τους ανθρώπους, για να κάνουν τις σκληρές δουλειές που οι θεοί αρνούνταν να κάνουν, όπως την καλλιέργεια της γης και την κτηνοτροφία.

Σύμφωνα με το μύθο ο ουρανός ήταν διαιρεμένος σε τρία μέρη:

Ανώτατο: κατοικία του μεγάλου θεού Ανού

Μεσαίο: κατοικία Μαρντούκ

Κατώτατο: αστερισμοί που ήταν τα ομοιώματα των θεών

Ανάλογα και η Γη ήταν διαιρεμένη σε τρία μέρη:

Ανώτατη: κατοικία ανθρώπων

Μεσαία: βασίλειο θεού υδάτων Έα

Κατώτατη: κατοικία θεών Κάτω Κόσμου