Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορχομενός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορχομενός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Αρχαίο Θέατρο - Ωδείο Ορχομενού Βοιωτίας


Το αρχαίο θέατρο Ορχομενού είναι κτισμένο εντός της τειχισμένης ακρόπολης του 4ου αι. π.Χ. και είναι δίπλα στο  μυκηναϊκό θολωτό τάφο (13ος αι. π.Χ.), γνωστό ως «Θησαυρό του Μινύα».

Η πρώτη διαμόρφωση του θεατρικού χώρου χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ. και πιθανότατα σχετίζεται με την εποχή επέκτασης των οχυρωματικών τειχών της πόλης από τους Μακεδόνες, μετά την επικράτηση του Φιλίππου Β’ Μακεδονίας στη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. ή μετά την καταστροφή των Θηβών το 335 π.Χ. Τότε ο Ορχομενός ανταμείφθηκε από τους Μακεδόνες για τις υπηρεσίες του στην εκπόρθηση της αντίζηλης πόλης.

Αεροφωτογραφία Θεάτρου - φωτ. Δήμος Ορχομενός
Η πρωϊμότερη χρήση του χώρου κατά τον 5ο αι. π.Χ., για την πραγματοποίηση δρωμένων στο πλαίσιο θρησκευτικών εορτών, δεν μπορεί να αποκλεισθεί καθώς από τις εργασίες καθαρισμού της ορχήστρας αλλά και του θεμελίου του παλαιότερου σκηνικού οικοδομήματος το 2012, προήλθαν δύο χάλκινα νομίσματα Χαλκίδας, με χρονολογία κοπής 480-445 π.Χ.

Το θέατρο, όπως αυτό αποκαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές της δεκαετίας του 1970 σώζει ένα ενιαίο κοίλο και οι βαθμίδες για την έδραση των μαρμάρινων εδωλίων είναι εν μέρει λαξευμένες στο φυσικό βραχώδες πρανές του Ακοντίου και εν μέρει έχουν κατασκευαστεί από τεχνητές επιχωματώσεις, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν διασωθεί. Η σημερινή μορφή του μνημείου είναι το αποτέλεσμα συνεχών ανακατασκευών και προσθηκών που έλαβαν χώρα σε όλη τη διάρκεια της περιόδου χρήσης του.

Η πρώτη ανακατασκευή του χρονολογείται στον 2ο αι. π.Χ. ενώ μια τελευταία επέμβαση εκτιμάται ότι έγινε τον 3ο αι. μ.Χ. Η μορφή του θεάτρου αποκρυσταλλώθηκε τον 2ο αι. π.Χ. οπότε κατασκευάστηκε το μαρμάρινο κοίλο, το μαρμάρινο σκηνικό οικοδόμημα και σχηματίστηκε η άντυγα του θεάτρου. Την ίδια περίοδο η είσοδος της βόρειας παρόδου μνημειοποιείται με την κατασκευή διπλού ανοίγματος ενώ στο βόρειο άκρο του θεάτρου δημιουργείται διπλή κλίμακα που οδηγούσε τους θεατές στα ψηλότερα σημεία του κοίλου.

Το θέατρο αποτελούσε ένα πολύ ζωντανό κομμάτι της πόλης. Φιλοξενούσε τα Χαριτήσια που ήταν μουσικοί, θεατρικοί και ποιητικοί αγώνες αφιερωμένοι στις Χάριτες, τις σημαντικότερες θεότητες του Ορχομενού. Στο θέατρο γίνονταν επίσης γιορτές και αγώνες προς τιμήν και άλλων θεών, όπως του Ομωλοίου Διός και του Διονύσου, όπως προκύπτει από τις επιγραφές που έχουν βρεθεί στην περιοχή του θεάτρου. Μάλιστα, οι μουσικοί αγώνες που ήταν αφιερωμένοι στον Διόνυσο περιλάμβαναν και το θεσμό της χορηγίας.
 

 Οι χορηγοί, πλούσιοι δηλαδή πολίτες, αναλάμβαναν να καλύψουν τα έξοδα για την προετοιμασία και παρουσίαση των έργων στο πλαίσιο των μουσικών αγώνων. Ο χορηγός του έργου που έβγαινε πρώτο στους αγώνες έπαιρνε ως βραβείο έναν χάλκινο τρίποδα, δηλαδή ένα σκεύος που στερεωνόταν σε μία βάση με τρία πόδια. Τον χάλκινο τρίποδα οι χορηγοί τον ανέθεταν σε δημόσια θέα, στο θέατρο της πόλης ή σε κάποιο άλλο ξεχωριστό σημείο. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, ένας ολόκληρος δρόμος, η οδός Τριπόδων στην σημερινή Πλάκα πήρε την ονομασία του από την πρακτική που ίσχυε τότε, να τοποθετούν, δηλαδή, οι νικητές χορηγοί τους χάλκινους τρίποδες πάνω σε μνημεία που έστηναν κατά μήκος του δρόμου. Στην περίπτωση του θεάτρου του Ορχομενού έχουν βρεθεί περίπου 25 βάσεις από τρίποδες, τους οποίους οι χορηγοί-νικητές των μουσικών αγώνων είχαν αφιερώσει στο Διόνυσο. Στις επιγραφές που ήταν χαραγμένες στις βάσεις των τριπόδων αναφέρονται τα ονόματα των χορηγών που ήταν δύο για κάθε έργο, το όνομα του επώνυμου άρχοντα, καθώς και τα ονόματα του αυλητή και του κορυφαίου του χορού.

 Εκτός όμως από μουσικές και θεατρικές παραστάσεις, το θέατρο φιλοξένησε και πολιτικές συγκεντρώσεις. Όπως μας πληροφορούν κάποιες επιγραφές, στο θέατρο συνεδρίαζαν οι αντιπρόσωποι των πόλεων που συμμετείχαν στο Κοινό των Βοιωτών. Αυτό βέβαια συνέβη για ένα σύντομο διάστημα, όταν η έδρα του Κοινού μεταφέρθηκε προσωρινά στον Ορχομενό, μετά την καταστροφή της Θήβας από τους Μακεδόνες το 335 π.Χ.

Το κοίλο, ο χώρος των θεατών, είναι στραμμένο προς τα νοτιανατολικά και έχει ημικυκλικό σχήμα. Με μια πρώτη ματιά μοιάζει να είναι χτισμένο κατευθείαν πάνω στο φυσικό λόφο.  

Σύμφωνα όμως με τους αρχαιολόγους, κάποια τμήματά του στηρίχθηκαν σε έναν τεχνητό λόφο που δημιουργήθηκε με τη συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας χώματος. Η διαμόρφωση αυτή ήταν απαραίτητη γιατί σε κάποια σημεία το επίπεδο του εδάφους ήταν χαμηλότερο. Μάλιστα, στα δύο άκρα του κοίλου χτίστηκαν δύο τοίχοι που το στήριζαν και συγκρατούσαν το χώμα, το οποίο είχε συγκεντρωθεί για την κατασκευή του. Οι τοίχοι αυτοί ονομάζονται αναλημματικοί και σήμερα σώζεται μόνο το χαμηλότερο τμήμα τους.

Αρχαίο θέατρο - Ωδείο
Το 2ο αι. π.Χ. το κοίλο έγινε μαρμάρινο. Ήταν χωρισμένο σε οχτώ κερκίδες που είχαν ανάμεσά τους κλίμακες, οι οποίες είναι φτιαγμένες από ασβεστόλιθο, ένα σκληρό και ανθεκτικό πέτρωμα. Αν και σήμερα διακρίνονται μόνο δώδεκα σειρές εδωλίων, δηλαδή καθισμάτων, το κοίλο ήταν αρχικά ψηλότερο. Σε κάποια σημεία του κοίλου υπάρχουν   ορισμένοι λίθινοι κύβοι, πάνω σε αυτούς στηρίζονταν οι οριζόντιες πλάκες που αποτελούσαν τα καθίσματα των θεατών. Η τεχνική αυτή αποτελεί μια ιδιαιτερότητα του θεάτρου του Ορχομενού που δεν τη συναντάμε συχνά στα αρχαία θέατρα. Στην πρώτη σειρά του κοίλου βρίσκονταν οι θέσεις για τα επίσημα πρόσωπα,  που ονομάζονται προεδρίες. Πρόκειται για ενιαία καθίσματα με πλάτη και ανάγλυφη διακόσμηση στη βάση τους. Οι προεδρίες δεν έχουν διατηρηθεί σε καλή κατάσταση. Σχετικά με την χωρητικότητα του κοίλου, οι ερευνητές υπολογίζουν ότι μπορούσε να φιλοξενήσει περίπου 5.000 θεατές.



Στην  ορχήστρα εμφανιζόταν ο χορός των παραστάσεων και οι μουσικοί που έπαιρναν μέρος στους αγώνες. Το σχήμα της ορχήστρας μοιάζει με πέταλο και η διάμετρός της είναι 16 μέτρα. Γύρω από την ορχήστρα διατηρείται μέχρι σήμερα ο αποχετευτικός αγωγός που συγκέντρωνε και απομάκρυνε το νερό της βροχής. 
Ορχήστρα
 Δεξιά και αριστερά από την ορχήστρα υπήρχαν δύο διάδρομοι, οι πάροδοι, που οδηγούσαν σε αυτήν. Από τις παρόδους έμπαινε στο θέατρο ο χορός, αλλά και οι θεατές που κάθονταν στις πρώτες σειρές του κοίλου. Σήμερα σε καλύτερη κατάσταση σώζεται η βόρεια πάροδος. Η πάροδος αυτή, μάλιστα, απέκτησε εντυπωσιακή όψη τον 3ο αι. π.Χ., όταν διακοσμήθηκε με διπλή πύλη. Στα ρωμαϊκά χρόνια, τον 2ο αι. π.Χ., το κοίλο έγινε μαρμάρινο, ενώ προστέθηκε μία εξωτερική κλίμακα που οδηγούσε στις ψηλότερες θέσεις.

Από το οικοδόμημα της σκηνής σήμερα σώζονται τα θεμέλια και κάποια διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη.  Η σκηνή πιθανόν να ήταν ένα μακρόστενο κτήριο, μπροστά στο οποίο βρισκόταν το προσκήνιο, μία στοά με δωρικούς ημικίονες. Στο προσκήνιο, μάλιστα, υπήρχε χαραγμένη επιγραφή με αφιέρωση στις Χάριτες, τις θεότητες που τιμούσαν στο θέατρο του Ορχομενού. Στην οροφή του προσκηνίου βρισκόταν το λογείο, μία υπερυψωμένη εξέδρα. Εκεί εμφανίζονταν οι υποκριτές, οι οποίοι έβγαιναν από τις θύρες που υπήρχαν στον τοίχο της σκηνής, πίσω ακριβώς από το λογείο.


Στα ρωμαϊκά χρόνια η σκηνή έγινε μαρμάρινη και το λογείο ξαναχτίστηκε. Μάλιστα, για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε αρχαιότερο οικοδομικό υλικό από το θέατρο. Η χρήση υλικού από παλαιότερα κτήρια για την ανέγερση νεότερων ήταν μία συνηθισμένη πρακτική, διαδεδομένη στα αρχαία χρόνια, αλλά και αργότερα. Ακόμα και για την οικοδόμηση του βυζαντινού ναού της Σκριπούς τον 9ο αι. μ.Χ. χρησιμοποιήθηκαν τμήματα από τη σκηνή του θεάτρου.

Μία τελευταία επέμβαση στη μορφή του θεάτρου χρονολογείται στον 3ο αι. μ.Χ., ενώ φαίνεται ότι στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Ήρθε ξανά στο φως αιώνες μετά, με τις ανασκαφές του 1973 που αποκάλυψαν το κοίλο και την ορχήστρα. Μικρής κλίμακας ανασκαφές έγιναν επίσης το 1999 και το 2012. 
Το μνημείο σώζεται σε κακή κατάσταση διατήρησης. Ανήκει στη κατηγορία των άτυχων μνημείων της αρχαιότητας. Για παράδειγμα, οι αναλημματικοί τοίχοι έχουν απολέσει το 90 % των λίθων τους ή από όλο το κοίλο µόνο λίγα σπαράγµατα θραυσµάτων εδωλίων έχουν σωθεί εδώ και εκεί. Η εύκολη πρόσβαση και η έντονη δραστηριότητα την περίοδο του Μεσαίωνα είχαν ως αποτέλεσµα την συστηµατική αρπαγή των λίθων του μνημείου.
Το αρχαίο θέατρο – Ωδείο  μαζί με τον τάφο του Μινύα και την Παναγία τη Σκριπού έχουν ενταχτεί στο πρόγραμμα ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων του Ορχομενού, στη δημιουργία  Αρχαιολογικού Πάρκου.   

Πηγές: 
  • Δήμος Ορχομενού  
  • diazoma.gr
  • ancienttheater.cultura.gr 

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

Τάφος του Μινύα στον Ορχομενό


Στο δυτικό άκρο του σημερινού Ορχομενού, στους πρόποδες του Υφάντειου λόφου,  βρίσκεται ένα. από τα πιο έξοχα και εντυπωσιακά μνημεία των Μινυών  ο περίφημος «Θησαυρός» ή τάφος του Μινύα . Σε αυτόν πρέπει να είχαν ταφεί μέλη της βασιλικής οικογένειας των Μινυών Υπολογίζεται ότι χτίστηκε κατά τη 2η χιλιετηρίδα π.Χ.
 Βρίσκεται κοντά στα ερείπια του προϊστορικού οικισμού που αναπτύχθηκε στον Ορχομενό και κοντά στο μεταγενέστερο θέατρο της πόλης.
Ο Παυσανίας χαρακτηρίζει το μνημείο «θησαυρό» αλλά κατά τον Χρήστο Τσούντα είναι τάφος. Όμως δεν αποκλείεται να κτίστηκε αρχικά  για τάφος. Κι ύστερα χάρη στην ιερότητά του και το κύρος του, να χρησιμοποιήθηκε  και για τη φύλαξη θησαυρών, μας λέει ο Παπαρηγόπουλος.   Ωστόσο ανεξάρτητα από το σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί το μνημείο, πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο. Δίκαια ο περιηγητής ο Παυσανίας γράφει: "ο θησαυρός του Μινύα, σωστό θαύμα, δεν υστερεί από κανένα άλλο πράγμα απ'  όσα είναι μέσα ή έξω από την Ελλάδα".
Το μνημείο ήταν ορατό και φημισμένο για πολλούς αιώνες μετά την αρχική του χρήση και φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως τόπος λατρείας κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Ο τάφος ήταν άθικτος και πρέπει να αποτελούσε αξιοθέατο της περιοχής τουλάχιστον μέχρι και το 2ο αιώνα μ.Χ., όταν επισκέφθηκε τον Ορχομενό ο περιηγητής Παυσανίας και με θαυμασμό περιέγραψε την κατασκευή της θόλου.
O Παυσανίας όταν επισκέφθηκε, το 160 μ.Χ. το «Θησαυρό του Μινύου», θαύμασε τον τρόπο κατασκευής του, αντιπαραβάλλοντάς τον με τα κυκλώπεια τείχη της Τίρυνθας και τις πυραμίδες της Αιγύπτου (Παυσανίου, Βοιωτικά ΙΧ, 38), καθώς ο τάφος ακόμη και τότε, 15 αιώνες μετά την κατασκευή του, διατηρούσε άθικτη τη θόλο και το δρόμο του.
Στους αιώνες που ακολούθησαν, το μνημείο σταδιακά καλύφθηκε με επιχώσεις, αλλά εξακολουθούσε να είναι ορατό. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι περιηγητές που επισκέπτονταν τον Ορχομενό αναφέρουν τη θόλο του κατεστραμμένη.
Ο επισκέπτης ακόμα και σήμερα μένει κατάπληκτος από τη μεγαλοπρέπειά του. Είναι από τους πιο εύγλωτους μάρτυρες της περασμένης δόξας και του μεγαλείου των Μινύων. Ο  καθηγητής της αρχαίας ελληνικής τέχνης  Χρ. Τσούντας αναφέρει «Είναι από τα μνημειακώτερα και μεγαλοπρεπέστερα οικοδομήματα όλης της Κρητομυκηναϊκής αρχιτεκτονικής». 
Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν στα 1881-1885, αν και πρώτος επιχείρησε το 1803, χωρίς επιτυχία, ο γνωστός άγγλος Έλγιν. Ο τάφος όταν ανασκάφηκε από τον Σλήμαν δεν είχε γλυτώσει από τους τυμβωρύχους και γι' αυτό δεν βρέθηκαν αντικείμενα χάλκινα ή ασημένια ή χρυσά όπως σε άλλους θολωτούς Μινυακούς τάφους.
 Μετά τον Σλήμαν έκαναν ανασκαφές το 1893 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και στη συνέχεια Γερμανοί αρχαιολόγοι, με επικεφαλείς τους H. Bulle και A. Furtwaengler, στα 1903 και 1905. Το 1914 έγινε η αναστήλωση του μνημείου από τον Αναστάσιο Ορλάνδο.
Οι ανασκαφές αυτές έφεραν στο φως νεολιθικούς συνοικισμούς με κυκλικά και τετράγωνα θεμέλια σπιτιών, τάφους 3.000 χρόνων π.Χ., ανάκτορα, Ασκληπιείο  μυκηναϊκής εποχής  και άλλα που είναι δείγματα ότι ο τόπος κατοικήθηκε χωρίς χρονικά κενά από τη νεολιθική εποχή.
Για τους αρχαιολόγους ο τάφος του Μινύα , τόσο για την τεχνική του τελειότητα, όσο και για την εσωτερική του διακόσμηση, θεωρείται ανώτερος του τάφου του Ατρέως των Μυκηνών κι ένα από τα πιο έξοχα μνημεία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής.

Ο τάφος ήταν υπέργειος,  μαρμάρινος και αποτελείται από τέσσερα μέρη, το δρόμο (μία τάφρο), το στόμιο (είσοδος), τη θόλο (πελώριο κυκλικό οικοδόμημα με κωνική στέγη), και το θάλαμο (ορθογώνιο πλευρικό μικρό δωμάτιο).
Η θόλος, που είναι το σημαντικότερο από τα τέσσερα μέρη, είναι μια τεράστια κυκλική αίθουσα και έχει διάμετρο δαπέδου 14 μέτρα και τοιχώματα από πελεκημένα μάρμαρα ισοδομικά τοποθετημένα έτσι ώστε να σχηματίζουν δακτυλίδια. Τα δακτυλίδια αυτά όσο ανεβαίνουν γίνονται διαρκώς μικρότερα, ώσπου κλείνουν την κορυφή και σχηματίζουν έτσι μια θολωτή κυψέλη.

Η είσοδος είναι μεγαλοπρεπής και επιβλητική. Αρχικά είχε μήκος 30 μ. και είναι κατασκευασμένη από ασβεστόλιθο. Η πόρτα της μεγάλης αίθουσας, πλάτους 2,76 μέτρων και ύψους 5,60 μέτρων, σκεπάζεται με ένα τεράστιο υπέρθυρο ογκόλιθο 6 μέτρα μήκος και βάρους άνω των 120 τόνων.
Οι τοίχοι της εισόδου  του  τάφου και ο θάλαμος – το κυρίως νεκρικό δωμάτιο  είχαν διακομιστεί  με χάλκινους  ίσως και με χρυσούς ρόδακες. Το δάπεδο του θαλάμου ήταν χαλκοστρωμένο, όπως το χαλκόστρωτο παλάτι του Δία  πάνω στον Όλυμπο, που περιγράφει ο Όμηρος, όπως ο ναός της χαλκηοίκου Αθηνάς  στη Σπάρτη.
Οι διακοσμήσεις στο εσωτερικό του τάφου βεβαιώνονται από τις υποδοχές τους τοίχους κι από το μικρό απομεινάρι πλάκες χαλκού σφηνωμένου ανάμεσα στο δάπεδο και τον τοίχο αριστερά της εισόδου.   
Το εσωτερικό του τάφου πρέπει να είχε διακόσμηση με χάλκινα και χρυσά κοσμήματα και χαλκοστρωμένο το δάπεδό του, πράγμα που βεβαιώνεται από τις υποδοχές στους τοίχους κι από ένα απομεινάρι πλάκας χαλκού σφηνωμένο ανάμεσα στο δάπεδο και τον τοίχο αριστερά της εισόδου. Στη θόλο γίνονταν οι θυσίες και οι νεκρικές τελετές.
Στο κέντρο της θόλου σώζεται μαρμάρινο βάθρο μήκους 5,73 μ., που προστέθηκε κατά την ελληνιστική εποχή και επάνω του ήταν στημένα αγάλματα των θεών.
Στα βορειοανατολικά της θόλου υπάρχει μικρή πόρτα ύψους 2,12 μέτρων και πλάτους 1,44 μέτρων που συγκοινωνεί με το θάλαμο (μικρό ορθογώνιο τετράπλευρο δωμάτιο)
 Παρόμοιο πλευρικό δωμάτιο υπάρχει σε δύο ακόμη περιπτώσεις βασιλικών τάφων: στο θολωτό τάφο του Ατρέα στις Μυκήνες, που ήταν σύγχρονος με τον τάφο του Μινύα, και στο θολωτό τάφο Α στις Αρχάνες της Κρήτης.
Η οροφή του θαλάμου είναι καλυμμένη με πρασινωπές λεπτές λίθινες τετράγωνες πλάκες, σκαλισμένες με σπείρες, ρόδακες και άνθη παπύρου. Με παρόμοιες πλάκες, που έφεραν περίτεχνη πλούσια διακόσμηση κι αυτές,  φαίνεται –από απομεινάρια, που βρέθηκαν- ότι ήταν καλυμμένοι και οι τέσσερις κάθετοι τοίχοι του.
Δεν είναι γνωστό σε τι χρησίμευε το πλευρικό δωμάτιο. Ίσως ήταν οστεοφυλάκιο.

Ο τάφος είναι βασιλικός, γιατί μόνο οι βασιλικοί τάφοι ήταν θολωτοί ενώ των λαϊκών ήταν θαλαμωτοί.

Έθιμα ταφής στα Μυκηναϊκά χρόνια
 
Ο νεκρός μεταφερόταν μέσα στον τάφο πάνω σε ξύλινο φορείο, καλυμμένο με ύφασμα ή δέρμα. Τον τοποθετούσαν στο δάπεδο του ταφικού θαλάμου ή σε λάκκο, σε ύπτια στάση και σπανιότερα στη συνεσταλμένη εμβρυακή στάση . Στο μυκηναϊκό νεκροταφείο της Τανάγρας συνήθιζαν να τοποθετούν τους νεκρούς μέσα σε πήλινα κιβώτια, τις λάρνακες.
Οι συγγενείς και οι φίλοι άφηναν γύρω από το νεκρό τα κτερίσματα, δηλ. δώρα και ορισμένα προσωπικά αντικείμενα. Τα κτερίσματα ήταν αγγεία, ειδώλια, κοσμήματα, σφραγίδες, όπλα και εργαλεία, λύχνοι, θυμιατήρια. Επίσης πρόσφεραν καρπούς και λουλούδια.  
Τα είδη των κτερισμάτων που βρίσκουμε στους τάφους μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για το φύλο – άνδρα, γυναίκα- την ηλικία, την κοινωνική θέση, την εργασία και τον πλούτο των νεκρών, καθώς και τις σχέσεις της κοινωνίας με τους άλλους λαούς.
Μερικές φορές χρησιμοποιούσαν ένα λίθο κάτω από το κεφάλι του νεκρού αντί για μαξιλάρι. Τα χέρια του τα τοποθετούσαν στα πλευρά του ή τα σταύρωναν πάνω στην κοιλιά του.
Χάρη στις εικονιστικές παραστάσεις των ταναγραίων λαρνάκων γνωρίζουμε μερικές από τις νεκρικές τελετές.
Γινόταν η εκφορά του νεκρού  στον τάφο, όπου τον νεκρό τον συνόδευαν συγγενείς και φίλοι προσφέροντας δώρα. Συγκεντρώνονταν γύρω από τον νεκρό και οι γυναίκες θρηνούσαν τραβώντας τα μαλλιά τους, όπως γίνεται ακόμα και σήμερα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, είχαν και τελετουργικούς χορούς.  Κατά τη διάρκεια των νεκρικών τελετών γίνονταν αθλητικοί αγώνες προς τιμήν των νεκρών.
Αφού είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της ταφής , οι συγγενείς έκλειναν την είσοδο με λίθους και γέμιζαν το δρόμο με χώμα.   

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Μινυακή εποχή



Τη Μινυακή Τέχνη τη συναντάμε  σε πολλά μέρη της Ελλάδας, στην αρχιτεκτονικής των ανακτόρων, των θολωτών τάφων , όπως στην αρχαία Λακεδαίμονα, στον Βοιωτικό Ορχομενό, στο Άργος, κ.ά.  

Οι Μινύες υπήρξαν αυτοί που δημιούργησαν την ορχηστική μουσική και την όρχηση. Η μουσική όρχηση των Μινύων δεν ήταν μιμητική ήχων και κινήσεων στον φυσικό και ζωικό κόσμο, ήταν έλλογη δημιουργία στηριγμένη στην συμμετρία και αρμονία των αριθμητικών υπολογισμών, που εκείνοι αποκρυπτογράφησαν και εφήρμοσαν. Η γκάμα της όρχησης και της συνοδευτικής κατά περίπτωση μουσικής υπήρξε ευρύτατη και πολλαπλών χρήσεων, π.χ. τους  νεκρούς τους τιμούσαν με χορό

Οι Μινύες στη μακρά του διαδρομή συμβιώνουν με τους νεκρούς τους, τους ήρωές τους δαίμονές τους, μαζί συμποσιάζονται. Στις ταναγραίες λάρνακες βλέπουμε γυναίκες να χορεύουν πάνω σε νεκρικό μνημείο. Προκαλούν την τραγωδία του θανάτου με μια κίνηση ζωής, θριάμβου της ζωής μέσα στο σκοτεινό, αραχνιασμένο χώρο του τάφου.  Τραγουδούν τον γλυκό ύμνο της εξόδου της ψυχής, τη συνοδεύουν με την κινησιολογία τους στον μετέωρο κόσμο για να την παραδώσουν στους κύκνους και στις σειρήνες, που θα τις οδηγήσουν στην αιωνιότητα της μακαριότητας.

Δηλώνουν την αδιάκοπη και αμείωτη παρουσία της κοινότητας στη μνήμη του νεκρού, στην υστεροφημία του, στην μέθεξή του στην ζωή που άφησε πίσω του, αλλά την συνεχίζουν οι αγαπημένοι τους συγγενείς, φίλοι, όλοι οι κοινότητα. Η κοινωνία εκείνη πίστευε ότι ο νεκρός είναι κοντά στην κοινωνία με πίστη στην εναλλαγή του μυστηριακού κύκλου της ζωής , του θανάτου, και της μόνιμης εγκατάσταση των νεκρών στην κοινότητα, στην αγαθοποιό παρουσία τους και στην ανακλητική εμφάνισή τους, όταν οι ζώντες επιδιώκουν την επιφάνειά τους.  Γι’ αυτό και θάβουν τους νεκρούς κοντά στα σπίτια τους, στην Λακεδαίμονα τους θάβουν πάνω απ’ όλα, ψηλά στην κορφή της Ακρόπολης, στην πόλη της Σπάρτης τους θάβουν δίπλα στα σπίτια τους και τους ταΐζουν καθημερινά με καρπούς και εδέσματα.

Ο Παυσανίας , αλλά και όλη η ελληνική γραμματεία, ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης, ο Ξενοφών, ο Αρριανός ο Πλούταρχος στον τόπο του Αμφείου ήθελαν το κοινό τάφο Ζήθου και Αμφίονος.    Η κιβωτός των Διδύμων στον τύμβο του Αμφείου είχε συληθεί, αλλά στο λάκκο βρέθηκαν αγγεία της πρώιμης 3ης χιλιετίας π.Χ. και χρυσά κοσμήματα της 3ης χιλιετίας π.Χ. πανομοιότυπα τεχνικά και παραστατικά με κοσμήματα της πρώιμης 3ης χιλιετίας π.Χ. από την Τροία, την Πολιόχνη της Λήμνου. Ο λόφος και ο τάφος των Διδύμων συγκροτούν ένα λαμπρό δείγμα μνημειώδους βασιλικής ταφικής αρχιτεκτονικής. Στην επιπεδωμένη επιφάνεια της κορυφής του λόφου, μέσα στον οποίο ανήγειραν το μεγάλο τάφο, ανοιχτό μπροστά με δυο αποσπώμενες πλάκες, κιβωτιόσχημο με τεράστια καλυπτήρια πλάκα, προσιτό για προσφορές και θυσίες.

  Στη συνέχεια με απόλυτη συμμετρία έκοψαν το μαλακό χαλικοπαγή ψαμμόλιθο του λόφου σε τρεις βαθμίδες, σε λόγο ½ του επόμενου κώνου, που διαμόρφωσαν μια τέλεια βαθμιδωτή πυραμίδα, την οποίαν πιθανότατα επικονίασαν και ζωγράφισαν ένα φανταστικό μνημείο 30 μ. που έλαμπε στον ελληνικό ήλιο. Η πυραμίδα του Αμφείου ολοκληρώθηκε από τους κατασκευαστές της με ένα εξαίσιο κατασκευής πλέγμα εσωτερικών σηράγγων, δαιδαλώδους σχήματος με κλίμακες, κόγχες, αεραγωγούς.

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι το Αμφείον περιέβαλλε γιγαντιαίος  περίβολος, τεραστίου πάχους. Μάλιστα αναφέρει ότι κατά την επίσκεψή του εκεί είδε στο χώρο που περιέκλειε ο περίβολος μια τεράστια ποσότητα από υπολείμματα θυσιών, προς τιμήν του Αμφίονος και του Ζύθου, που ήταν θαμμένοι στο λόφο. 

Σύμφωνα με τον Σπυρόπουλο το μνημείο αυτό, ο τύμβος και ο τάφος των Διδύμων, συγκροτούν ένα λαμπρό δείγμα Μνημειώδους Βασιλικής Αρχιτεκτονικής στην Μινυακή Ελλάδα της 3ης χιλιετίας π.Χ. δηλ. της απαρχής του παγκόσμιου Πολιτισμού. Γενικά η Βοιωτία έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του Προϊστορικού  δηλ. του Προϊστορικού Μινυακού πολιτισμού της Ελλάδας, της Μεσογείου και της Ευρώπης της χιλιετίας 2750 – 1750 π.Χ.