Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιβαδειά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιβαδειά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021

Η ασπίδα του Αριστομένη και το Τροφώνιο μαντείο



Ο Παυσανίας κλείνει την περιγραφή του μαντείου με τα λόγια: " Εδώ σώζεται επίσης και η ασπίδα του Αριστομένους". Πρόκειται για μια φράση ξεκομμένη από το υπόλοιπο κείμενο, είναι σαν να προστέθηκε βιαστικά την τελευταία στιγμή και δεν αναφέρει  που βρισκόταν, αν ήταν μέσα στο άντρο, μέσα στο ναό  ή σε κάποιο άλλο ιερό χώρο. 

Ο Αριστομένης ήταν Μεσσήνιος από το βασιλικό γένος των Αιπυτιδών κι ήταν γιος του Πύρρου και της Νικοτελείας. Διεκρίθη στη μάχη των Δερρών, κατά την έναρξη του Β’ Μεσσηνιακού πολέμου.   Οι Μεσσήνιοι, σε αναγνώριση της αξίας του, το πρόσφεραν την βασιλεία, αλλά δεν τη δέχτηκε, προτίμησε να παραμείνει  στρατηγός. Είναι ιστορικό πρόσωπο με σπουδαία στρατιωτικά και διπλωματικά  προσόντα, για τα οποία θεωρείται ως μέγιστος των Ελλήνων. Μετά την ήττα των Μεσσηνίων κατέφυγε στην Ιαλησσό της Ρόδου, όπου και πέθανε. Για τα κατορθώματά του τιμήθηκε ως ήρωας.   

Κατά τη διάρκεια του Μεσσηνιακού πολέμου, σε κάποια συμπλοκή, ο Αριστομένης έχασε την ασπίδα του. Την αναζήτησε και μέσω της  Πυθίας  έμαθε ότι η ασπίδα του ήταν στο Τροφώνιο μαντείο της Λιβαδειάς. Είχε φτάσει εκεί κατά μυστηριώδη τρόπο. Την πήρε και συνέχισε τους αγώνες του, στο τέλος δε του πολέμου πήγε στη Λιβαδειά και την αφιέρωσε στον Τροφώνιο


Κατά την περιγραφή του Παυσανία, η ασπίδα στην εμπρόσθια επιφάνεια έφερε παράσταση αετού με ανοικτές πτέρυγες, που έφταναν ως την περιφέρεια.

Το καλοκαίρι του 371 π.Χ. πριν τη μάχη των Λεύκτρων οι Θηβαίοι ζήτησαν την βοήθεια του Τροφώνιου μαντείου . Το Λεβαδειακό μαντείο τους διέθεσε την ασπίδα του Αριστομένους και τους υπέδειξε να στήσουν τρόπαιον, στο οποίο να την τοποθετήσουν. Ο Επαμεινώνδας ακολούθησε τον χρησμό και νίκησε.

Στην αρχαιότητα, όσοι πρόσφευγαν στα μαντεία συνήθιζαν να προσφέρουν και αφιερώματα, αξίας αναλόγου προς την κοινωνική και οικονομική τους θέση. Το έθιμο αυτό, ασφαλώς πρέπει να τηρούσαν και όσοι επισκέπτονταν κατά καιρούς το  Τροφώνιο μαντείο, φέρνοντας πλούσια δώρα.    

Το ότι ο Παυσανίας το αναφέρει έστω και την τελευταία στιγμή σημαίνει ότι δεν ήταν κάτι συνηθισμένο αφιέρωμα, αλλά, ένα αντικείμενο ιδιαιτέρως αξιόλογο, που δεν έπρεπε να αφήσει έξω από την όλη διήγησή του.

 

Βιβλιογραφία:

Σπ. Φλώρος: Λεβαδειακή  Τριλογία


Σάββατο 19 Μαΐου 2018

Απολλώνιος Τυανεύς και Τροφώνιο Μαντείο

Το κείμενο του Φλάβιου Φιλόστρατου "τα ες Απολλώνιον Τυανέα ", κεφ. ΧΙΧ, ΧΧ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αναφορά του στο  Τροφώνιου Μαντείου και συγκεκριμένα για την κατάβαση του Απολλώνιου στο άδυτο του μαντείου.


« Ο Απολλώνιος έμεινε σαράντα ημέρες στην Ολυμπία και συζήτησε για πολλά πράγματα. Τέλος είπε: «Έλληνες, θα συζητήσω μαζί σας πάλι, κάνοντας επισκέψεις χωριστά σε κάθε πόλη, σε πανηγύρεις, πομπές, μυστήρια, θυσίες, σπονδές γιατί σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται άνθρωπος έξυπνος. Τώρα όμως πρέπει να πάω στη Λιβαδειά γιατί ποτέ μέχρι τώρα δεν συναντήθηκα με τον Τροφώνιο, αν και πήγα μια φορά στο ιερό του».

Μετά από αυτό αναχώρησε για την Βοιωτία ακολουθούμενος απ’ όλους όσοι τον θαύμαζαν. Το σπήλαιο της Λιβαδειάς είναι αφιερωμένο στον Τροφώνιο, γιό του Απόλλωνα, και εκεί επιτρέπετε να μπαίνουν μόνο όσοι πηγαίνουν να ζητήσουν χρησμό. Από το ιερό δεν φαίνεται,  γιατί βρίσκεται λίγο πάνω από αυτό, σ’ ένα λόφο. Γύρω γύρω είναι κλεισμένο με σιδερένιους οβελίσκους  και όταν κατεβαίνει κάποιος είναι σαν να κάθεσαι και να τον τραβάνε προς τα κάτω. Όσοι μπαίνουν μέσα φορούν λευκά ρούχα και κρατούν μελόπιτες στα χέρια για να καλοπιάσουν τα ερπετά που τους πλησιάζουν. Ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια της γης, άλλοι εκεί κοντά, άλλοι πολύ μακριά, και πολλές φορές μετά τη χώρα των Λοκρών και την Φωκίδα, όμως οι περισσότεροι μέσα στα όρια της Βοιωτίας.

Ο Απολλώνιος όταν πήγε στο ιερό είπε: «θέλω να κατεβώ στη σπηλιά χάριν της φιλοσοφίας». Οι ιερείς αντιστάθηκαν και έλεγαν στο πλήθος πως ποτέ δεν θα επέτρεπαν  να δει και να εξετάσει το ιερό ένας μάγος.  Στον Απολλώνιο έλεγαν πως είναι μέρες αποφράδες και ακατάλληλες για χρησμούς. Έτσι εκείνη την ημέρα, κοντά στις πηγές της Έρκυνας έκαναν μία συζήτηση σχετικά με την προέλευση και τον χαρακτήρα του μαντείου, γιατί μόνο εκείνο δίνει χρησμούς μέσω του προσώπου που τού ζητά.

Το απόγευμα πήγε στο στόμιο του σπηλαίου μαζί με τους νέους που τον ακολουθούσαν και, αφού έβγαλε τέσσερις οβελίσκους, που έκλειναν την είσοδο, κατέβηκε μέσα στην γη φορώντας τον φιλοσοφικό τρίβωνα σαν να επρόκειτο να πάρει μέρος σε φιλοσοφική συζήτηση.

Η πράξη του αυτή είχε την έγκριση του    ιερέα επιστάτη  του  Τροφώνιου  που παρουσιάστηκε στους ιερείς, τους επέπληξε για τη συμπεριφορά τους απέναντι στον άνδρα και είπε σε όλους να τον ακολουθήσουν στην Αυλίδα, γιατί εκεί θα παρουσιαζόταν ο Απολλώνιος με τρόπο τόσο  θαυμαστό, όσο κανένας άνθρωπος πριν δεν παρουσιασθεί. Βγήκε στην επιφάνεια μετά από εφτά ημέρες. Κανείς απ’ όσους είχαν κατέβει στο σπήλαιο πριν από αυτόν δεν είχε μείνει τόσο διάστημα.

Στα χέρια του κρατούσε βιβλίο που ήταν η απάντηση στην ερώτηση που έκανε κατεβαίνοντας « ποια κατά τη γνώμη σου Τροφώνιε είναι η τελειότερη και πιο αμόλυντη φιλοσοφία»; Το βιβλίο περιείχε τις απόψεις του Πυθαγόρα κι αυτό ήταν απόδειξη πως και το μαντείο συμφωνούσε με την Πυθαγόρεια φιλοσοφία.

Το βιβλίο αυτό βρίσκεται στο Άντιο, που είναι Ιταλική παραθαλάσσια πόλη, και την επισκέπτονται πολλοί για να το δουν. Πρέπει να παραδεχθώ ότι  αυτές τις πληροφορίες τις έχω από τους κατοίκους της Λιβαδειάς, αλλά όσον αφορά το βιβλίο, σχημάτισα την γνώμη πως μεταφέρθηκε στον αυτοκράτορα Αδριανό αργότερα, μαζί με κάποιες επιστολές του Απολλώνιου, όχι βέβαια όλες, κι έμεινε στο παλάτι στο Άντιο γιατί αυτό προτιμούσε περισσότερο, απ’ όλα τα άλλα παλάτια του στην Ιταλία ο Αδριανός.      ΄

ΠΗΓΗ:Φλάβιος Φιλόστρατος

Δευτέρα 22 Μαΐου 2017

Τροφώνιο Μαντείο και Γιάννης Ρίτσος

Κάθοδος στο μαντείο του Τροφωνίου


Ύστερ’ απ’ τη θυσία του μαύρου κριού και την οιωνοσκόπηση της σπάλας,
φόρεσε το λινό χιτώνα και ποδήματα ντόπια. Είχε νυχτώσει.
Κατέβηκε την πέτρινη σκάλα, κρατώντας στο κάθε του χέρι
ένα κομμάτι μελόπιτα, για τους χθόνιους θεούς. Μέσα στο σπήλαιο
τίποτα δεν ξεχώριζε· — σκοτάδι και υγρασία. Σαν έφτασε
στην Πλαγία Στοά (τί να σκεφτεί πια για μαντείες;) — στρόβιλος
μυστικού ρεύματος τον κύλησε στο μέγα βάθος —φόβος και τρόμος—
έτσι πεσμένος ανάσκελα μες στο πηγάδι, και το σκότος ρεκάζοντας:
«φοβού, φοβούουου». Σαν τα κατάφερε, τέλος, να γυρίσει χαράματα
σερνάμενος στο φως της μέρας, δεν έβγαλε λέξη, δεν απάντησε
στις ερωτήσεις των ιερέων. Μόνο που ένιωθε να κολλάνε τα χέρια του
απ’ τις μελόπιτες. Πλύθηκε στην πηγή προσεχτικά, ντύθηκε κι έφυγε.

Σε δυο τρεις μήνες φάνηκε στην Αγορά, πιο τολμηρός, πιο ωραίος —
μόνο τα μάτια του σα να ’ταν πιο μεγάλα, μακρινά — πολύ πιο μεγάλα.

🌷🌷🌹

Το νέο μαντείο

Δυο χρόνια ολάκερα δεινοπαθήσαμε απ’ την ξηρασία, — ούτε ένα πράσινο φύλλο
ούτε πουλί ούτε ακρίδα στη Βοιωτία. «Αποταθείτε —μας ορμήνεψαν—
αποταθείτε στην Πυθία». Ψάξαμε, τη βρήκαμε κι αποταθήκαμε. Εκείνη:
«Αποταθείτε στο μαντείο του Τροφωνίου», μας είπε. Εμείς μήτε που ξέραμε
αν ύπαρχε, και πού, τέτοιο μαντείο. Και, το χειρότερο απ’ όλα,
δε βρίσκονταν στις μέρες μας κανένας Σάων, από φώτιση θεία οδηγημένος,
ν’ ακολουθήσει ένα κοπάδι μέλισσες, να μάθει και να συμβουλέψει
τον μυστικό κανόνα του άλυτου και του ανεξήγητου, που θα μαλάκωνε τα πράματα.


Όλοι ζητάγαν τώρα πραχτικές οδηγίες. Δεν περίμεναν. Βιάζονταν.
Ωστόσο, μας χρειαζότανε, το δίχως άλλο, ένα νέο μαντείο του Τροφωνίου,
κι έτσι, μ’ εράνους, με τρεχάματα και λόγους, το σκαρώσαμε στα πρόχειρα.


  🌷🌷🌹

Τα παρόντα


«Κατέβα», του έλεγαν· «μη φοβηθείς· το ανέβασμα θα ’ναι μια δόξα·
το μέλλον πια ολοφάνερο μπροστά σου». Εκείνος δίσταζε. Ωστόσο
προετοιμάστηκε στο παρεκκλήσι της Καλοτυχιάς· πέρασε από την έδρα
της Λησμοσύνης και της Μνημοσύνης· πρόσφερε θυσίες
πάνω στην τάφρο του Αγαμήδη· λούστηκε στον Έρκυνα,
οδηγημένος από δυο χαριτωμένα δωδεκάχρονα αγόρια·
αλείφτηκε με λάδι, και προχώρησε. Την ύστατη στιγμή,
μπροστά στο μαύρο στόμιο του μαντείου, το ιερό, το περίκλειστο
με πολυσκάλιστο ορειχάλκινο κιγκλίδωμα, σταμάτησε. «Όχι, όχι, —φώναξε—
όχι, όχι». Αποτραβήχτηκε με τρόμο. Μπορεί να θυμήθηκε
τον δύστυχο τον δορυφόρο, τον Δημήτριο, που ποτέ δεν ξαναγύρισε. Βέβαια,
λένε που ο Απολλώνιος ανέβασε από κει δυο μετάλλινες πλάκες. Μα κείνος,
τί τα ’θελε τα πυθαγόρεια ρήματα, τα παρελθόντα και τα μέλλοντα; Καλύτερα
τα παρόντα, όσο λίγα κι ασήμαντα· προτιμότερο τ’ άγνωστο. Κι άξαφνα αισθάνθηκε
όλο το θάμβος της στιγμής. Έκοψε ένα δαφνόφυλλο, το δάγκωσε, κι έφυγε τρέχοντας,
ενώ ξοπίσω του βοούσαν των ιερέων οι νουθεσίες και τ’ αναθέματα.

 

  🌷🌷🌹

 Από μαντείο σε μαντείο


Είχε προσφύγει στο μαντείο της Λεβάδειας — νέος ρωμαλέος
κι ευγενικός μαζί, ο Παρμενίσκος απ’ το Μεταπόντιο. Σαν βγήκε απ’ το σπήλαιο,
δεν τον γνωρίσαμε σχεδόν — σαν φάσμα του εαυτού του· σαλεμένα
τα λογικά του· ολότελα εξουθενωμένος. Έτρεμε το ωραίο πηγούνι του
τραυλίζοντας ήχους ακατάληπτους, σα γέροντας ή βρέφος. Ο προφήτης δεν μπόρεσε
την ερμηνεία του χρησμού να συντάξει. Ο Παρμενίσκος , ύστερα,
υποχρεώθηκε να καταφύγει στο μαντείο των Δελφών, μήπως και μάθει
πώς να θεραπευτεί απ’ αυτό που του ’λαχε στο μαντείο της Λεβάδειας,
μα ούτε κι εκεί δεν έγινε τίποτα. Πολύ σύντομα χάθηκε
τ’ όμορφο παλικάρι. Ωστόσο ακόμη, στις παρέες μας, βρίσκονται
πολλοί να τον φθονούν, να τον θαυμάζουν — όχι τόσο για το κάλλος του
όσο για κείνο το ασυλλόγιστο, θανατηφόρο, μάταιο θάρρος του.

Λέρος, 18.III.68

Γιάννης Ρίτσος. 1972. Πέτρες. Επαναλήψεις. Κιγκλίδωμα. Αθήνα: Κέδρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1989] 1998. Ποιήματα Ι΄ (1963-1972). 2η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Έρκυνα, το ποτάμι της Λιβαδειάς

 Ο επισκέπτης της Λιβαδειάς αν δεν ανέβει ως το ρέμα  και αν δεν επισκεφτεί τις πηγές του ποταμού της, της Έρκυνας δεν θα αισθανθεί ότι από εδώ ξεκινά το ιδιαίτερο χρώμα της πόλης και η γοητεία της. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχει το ιερό άλσος του Τροφωνίου, οι ναοί και τα μνημεία του, όπως μας τα περιγράφει ο Παυσανίας. Οι αιώνες που κύλησαν, τα εξαφάνισαν όλα και ελάχιστα λείψανα σώζονται. Όμως η φύση διατηρεί τον παλιό της χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία της. Συνεχίζει να προκαλεί δέος το φαράγγι του Ξηριά με τις απρόσιτες πλευρές των γκριζοπράσινων βράχων και με τα αγριοπούλια να βγάζουν παράξενους κρωγμούς. Στο τέλος του Ξηριά αναβλύζουν, από τα στήθια του βράχου, οι πηγές της Έρκυνας με τα σμαραγδένια νερά τους.

Η φαντασία των αρχαίων προγόνων μας έπλασε ένα ποιητικό μύθο για τη γέννηση του ποταμού της Έρκυνας. Λέει ότι η Έρκυνα ήταν μια όμορφη νύμφη ή κατά άλλους ήταν  η κόρη, του αρχιτέκτονα και ιδρυτή του μαντείου Τροφώνιου. Έπαιζε κοντά στην πατρική της κατοικία με την Κόρη, κόρη της θεάς Δήμητρας, θεά της γεωργίας, και κρατούσε στα χέρια της μια χήνα. Καθώς έτρεχαν χαρούμενες με γέλια και ξεφωνητά η χήνα ξέφυγε από τα χέρια της Έρκυνας και πέταξε σε μια γειτονική σπηλιά. Έτρεξε τότε η Κόρη, μπήκε στη σπηλιά και μετακίνησε μια πέτρα, για να πιάσει τη χήνα, μα ευθύς ανάβλυσαν τα νερά  ενός ολόκληρου ποταμού.  Στο ποτάμι η Κόρη της Δήμητρας, η Περσεφόνη, έδωσε το όνομα της φίλης της και το ονόμασε Έρκυνα.

Τα νερά από τότε τρέχουν ασταμάτητα πάνω στις βελουδοπράσινες πέτρες της κοίτης τους, κατρακυλούν σε μικροκαταρράχτες, περνώντας κάτω από τις καμάρες πέτρινων γεφυριών.

Ποια μπορεί να είναι η ερμηνεία του μύθου της Έρκυνας;

 Η Έρκυνα, της οποίας το όνομα ετυμολογείται από το ρήμα "είργνυμι" (εμποδίζω την έξοδο), αρχικά ήταν η τοπική θεότητα που ήλεγχε τα υπόγεια ύδατα, που εμπόδιζε την άνοδό τους στην επιφάνεια της γης και καθιστούσε αδύνατη την άρδευση του άνυνδρου τόπου. Αυτή η Δύναμη κρατούσε στα χέρια μια χήνα, ένα πτηνό, όπως και οι θεοί π.χ. ο Δίας είχε τον αετό, ο Απόλλωνας τον κύκνο, η Αθηνά τη γλαύκα…

Η χήνα έφυγε από τα χέρια της Έρκυνας, μπήκε στο σπήλαιο, περιήλθε στη δικαιοδοσία της Περσεφόνης, της θεάς του Άδη, δηλαδή χάθηκε για πάντα στο υποχθόνιο σκότος. Όμως η απώλεια αυτή είχε ως συνέπεια να αναβλύσει το νερό, που είναι εξ ίσου θεϊκό.
Οι άνθρωποι αφιέρωσαν το ποτάμι στην τοπική θεότητα, για να την εξευμενίσουν και για να εξασφαλίσουν την αδιάκοπη ροή των υδάτων, που είναι πηγή ζωής.  Από τότε η Έρκυνα, η φοβερή Δύναμη, η « εμποδίζουσα» την εμφάνιση των υδάτων, η θεοποίηση της ανομβρίας, μετατρέπεται σε θεότητα της γονιμότητας, που αργότερα να ταυτίζεται με τη θεά Δήμητρα.  Ο Ησύχιος λέει, ότι η λεβαδειακή γιορτή των Ερκυνίων, φαίνεται ότι ήταν γιορτή προς τιμή της θεάς Δήμητρας.
Η εορτή των Ερκυνίων ήταν μια τελετή κατά της ανομβρίας. 
 
Έργο Θ. Λαζαρή

 
Ο Λειβαδίτης Θεόδωρος Λαζαρής αποθανάτισε με το πινέλο του το ποτάμι και ο Κωστής Παλαμάς στη " Φλογέρα του Βασιλιά"με λυρικούς τόνους τραγούδησε τις πηγές της Έρκυνας: 
 

"Μπήκανε στον καλόστρωτο στης Λιβαδιάς τον κάμπο,
στη Λιβαδιά, στην πολιτεία την πιθωμένη απάνου
στο έμπα μιας γκρεμόρραχης λαγκάδας, και περνώντας
τήνε ποτίζει η Έρκυνα, παιδούλα του Ελικώνα,
μικρούλα ξεροποταμιά, και γίνεται μεγάλη
σαν παίρνη κάθε χειμωνιά, με το νερό της Κρύας
πηγής που την πρωτόβγαλε, κι άλλα νερά φερμένα
κι απο λογής νεροσυρμές ανάμεσα στα βράχια.

Ω νερομάννες, ω πηγές, ω ανάβρες, ω βρυσούλες,
είσαστ' εσείς οι ξωτικές κ' εσείς οι αμαδρυάδες....
δαιμονικά και μαγικά, θέϊσσες, ξωθιές , 
μα πάντα ωραίες, όμοια πασίχαρες 
και δροσοδότρες πάντα...

Το λιβαδίτικο βουνό, να το Λαφύστι!                                                                Νέοι δεσπότες δεν το πάτησαν  ακόμα,                                                               με καινούρια γραφτά να το μοιράνουνε,                                                             και τα πατήματά τους ν' αφήσουνε στις πέτρες του...

Και πάει και του Τροφωνικού                                                                             πανάρχαια κ' η μαντεύτρα λαλιά,                                                                        στερνόλαλο πουλί στο σώπασμα των άλλων..."