Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδώνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδώνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Αρχαίοι θεοί και θεές που πέθαναν και αναστήθηκαν στον αρχαίο κόσμο

Ο πρωτόγονος άνθρωπος βρέθηκε μπροστά σε δυο πραγματικότητες απέναντι στις οποίες ένιωσε αδύναμος βιολογικά. Αυτές ήταν το φυσικό περιβάλλον και ο Θάνατος. Ως προς το φυσικό περιβάλλον ένιωσε άμεσα εξαρτημένος, αφού αυτό αποτελούσε πηγή της βιολογικής του συντήρησης και επιβίωσης. Απέναντι στις φυσικές δυνάμεις (βροχή, σεισμός, εναλλαγή εποχών…) ήταν άοπλος και εκτεθειμένος στη μη προβλεψιμότητά τους.  Θεοποίησε τις φυσικές δυνάμεις ως μια μορφή άμυνας απέναντι στη «δύναμή» τους.

Έτσι η φύση δεν άργησε να αποτελέσει αντικείμενο λατρείας μέσα από τη δημιουργία της θρησκείας και των διαφόρων θεοτήτων που αντιπροσώπευαν βασικές εκφράσεις του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και των ανθρώπινων αναγκών. Η Δήμητρα, η Άρτεμις, ο Διόνυσος, οι Νύμφες, οι Ναϊάδες, οι Ορεστιάδες, οι Δρυάδες και οι Νηρηίδες αποτελούσαν αντικείμενο λατρείας και θεοποίησης. Όλες αυτές οι θεότητες δεν ήταν κάτι απόκοσμο αλλά στοιχείο της καθημερινότητας των ανθρώπων.

Μέσα από τη θεοποίηση των φυσικών δυνάμεων ο άνθρωπος συμφιλιώθηκε και με την ιδέα του θανάτου προσδίδοντας στους ανθρωπόμορφους θεούς του το στοιχείο της αθανασίας. Οι θεοί πάσχουν, υποφέρουν, πονούν αλλά δεν πεθαίνουν. Κι αν αυτό συμβεί, είναι προσωρινό γιατί πάντα ακολουθεί η ανάστασή τους. Επομένως το σχήμα Ζωή – Θάνατος – Ανάσταση είναι κοινός τόπος όχι μόνο της Ελληνικής μυθολογίας – θρησκείας αλλά και πολλών άλλων θρησκειών.

Την Άνοιξη, διάφορες περιοχές στην Αρχαία Ελλάδα, εόρταζαν τον θάνατο και την Ανάσταση.

Το εορτολόγιο στην Αρχαία Ελλάδα ήταν πάμπλουτο. Οι σημαντικότερες εορτές των Αρχαίων Ελλήνων λάμβαναν χώρα στις ισημερίες και στα ηλιοστάσια (τροπή του ήλιου).

Οι πρόγονοί μας παρατήρησαν ότι τον χειμώνα η γη δεν καρποφορεί. Ενώ όταν ερχόταν η Άνοιξη η φύση άλλαζε. Η γη άνθιζε και καρποφορούσε. Έτσι θεσπίστηκαν οι πρώτες εορτές αφιερωμένες στην Μητέρα Γη. Εόρταζαν τόσο τον θάνατό της τον χειμώνα και την ανάστασή της την Άνοιξη. Αργότερα την Μητέρα Γη εκπροσώπησαν αρκετοί θεοί.

Στην Αθήνα λοιπόν εόρταζαν τον θάνατο και την ανάσταση του Άδωνη. Ο συμβολισμός των μυστηρίων είχε σχέση με την βλάστηση και την καρποφορία της Γης.  

Βλέπε « ο θάνατος και η ανάσταση του Άδωνη»:

Ο δεύτερος εορτασμός του Διονύσου είναι εκείνος όπου κατασπαράζεται από τους Τιτάνες. Συγκεκριμένα στα Ορφικά μυστήρια κατά την εαρινή ισημερία ο Διόνυσος ο Ζαγρέας (τιτανική φύση) πεθαίνει με οδυνηρό θάνατο αφού κατασπαράζεται από τους Τιτάνες. Η θεά Αθηνά όμως σώζει την καρδιά του, την πηγαίνει στον Δία και εκείνος μεταμορφώνει τον Διόνυσο τον ΆνθιοΕλευθερέαΛυσία, ο οποίος επιστρέφει στην γη για να διδάξει στους ανθρώπους πώς να απελευθερώσουν την ψυχή τους από τα δεσμά της ύλης.


Βλέπε « θεός Διόνυσος:


Αλλά και στην περσική θρησκεία, ο Ζωροάστρης πέθανε και αναστήθηκε:
«Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι αυτός ο Ζωροάστρης, δώδεκα μέρες μετά τον θάνατο του, όταν είχε ήδη τοποθετηθεί πάνω στην πυρά, ξαναγύρισε στην ζωή…»



Ο θεός Οντίν των Βίκινγκς 


Ο θεός Οντίν,  πατέρας όλων των θεών των Βίκινγκ, μια συναρπαστική και πολύπλευρη φιγούρα που λειτουργούσε ως σαμάνος θεραπευτής όταν δεν ήταν θεός του πολέμου, της μάχης, του θανάτου, αλλά και της ποίησης, της μουσικής, της προφητείας και της μαγείας, κατέβαινε στο πεδίο της μάχης πάνω στο άλογό του με τα οκτώ πόδια, έχοντας τα κοράκια Σκέψη και Μνήμη πάντα στους ώμους του. Το μάτι δεν ήταν όμως το μόνο που θυσίασε ο Όντιν στην οδύσσειά του για την απόλυτη γνώση και το δώρο της προφητείας, καθώς σύντομα θα ακολουθούσε και η ίδια του η ζωή.

Σύμφωνα με την ισλανδική μυθολογία, ο Όντιν κρεμάστηκε πάνω στο Δέντρο της Ζωής (όπου και παρέμεινε για εννιά μέρες) και τρυπήθηκε στα πλευρά με λόγχη ώστε να αποκτήσει για λογαριασμό θεών και ανθρώπων τη γνώση των ρούνων και του κόσμου των νεκρών, αλλά και την ικανότητα να προφητεύει το μέλλον. Μετά την αυτοθυσία του, ο Όντιν επέστρεψε στον κόσμο των ανθρώπων πιο δυνατός από ποτέ…


Ταμούζ, θεός των Σουμερίων 


Η αρχαία σημιτική θεότητα της ευφορίας και της βλάστησης ήταν ένας θεός των Σουμερίων η λατρεία του οποίου γενικεύτηκε στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και περιλήφθηκε στο πάνθεο των Ασσύριων και των Βαβυλώνιων. Ο Ταμούζ ξεκίνησε μάλιστα τη θεϊκή του καριέρα ως κοινός θνητός, αν και βασιλιάς. Τον επέλεξε κάποια στιγμή ως αντικείμενο έρωτα η θεά Ιστάρ και από δω ξεκινούν οι περιπέτειές του.

Γιατί, σύμφωνα με το Έπος του Γκιλγκαμές, ό,τι κι αν αγαπούσε η Ιστάρ (η βαβυλωνιακή εκδοχή της  Αστάρτη), κατέληγε χωρίς πνοή μέσα του και ο Ταμούζ δεν αποτέλεσε εξαίρεση, κι έτσι βρέθηκε πριν καλά-καλά το καταλάβει στον κόσμο των νεκρών. Η Ιστάρ  μαλάκωσε όμως στις αντιδράσεις της και πήγε να τον σώσει από το βασίλειο του σκότους. Κι έτσι τον επανέφερε στη ζωή και τον έκανε θεό, αν και όχι μια φορά, αλλά πολλές, σε έναν αδιάκοπο κύκλο θανάτου και ανάστασης. Κάθε χρόνο, ο Ταμούζ πέθαινε και η Μέση Ανατολή βυθιζόταν στον καύσωνα και την ξηρασία.

Ο θεός των Αιγυπτίων Όσιρις  
 


Το αβάστακτο πένθος της θεάς Ίσιδας για τον φόνο του αγαπημένου της αδελφού και συντρόφου, του Οσίριδος, που τον είχε κατακρεουργήσει ο θεός της σκιάς Σετ (ή Σεθ), σταματά όταν βρίσκει και συναρμολογεί όλα τα διαμελισμένα κομμάτια του, δίνοντάς του ξανά τη ζωή.





Ο Κρίσνα ινδουιστών


Η σημαντικότατη ινδουιστική θεότητα, η ίδια η μετενσάρκωση του σπουδαίου Βισνού ή το υπέρτατο ον των ινδουιστών, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις.Σύμφωνα με το άλλο ιερό κείμενο της θρησκείας, το έπος Μαχαμπαράτα, η ανθρώπινη ενσάρκωση του Βισνού σε Κρίσνα (που απεικονίζεται συνήθως ως παιδί που παίζει φλάουτο ή νεαρός πρίγκιπας) του έδινε τη δυνατότητα να καταλαβαίνει καλύτερα την ανθρώπινη φύση και να αλληλεπιδρά με τους πιστούς.

Έπειτα από πάμπολλες περιπέτειες, πολέμους και εξερευνητικές αποστολές στις εσχατιές του σύμπαντος, ο Κρίσνα πήγε σε μια θρησκευτική γιορτή και από τις διαμάχες που ξέσπασαν εκεί αναγκάστηκε να αποσυρθεί σε ένα δάσος για διαλογισμό. Την ώρα λοιπόν που συλλογιζόταν στην πλατιά σκιά ενός δέντρου, ένας κυνηγός τον μπέρδεψε με ελάφι και τον τραυμάτισε θανάσιμα με το βέλος του. Ο Κρίσνα πέθανε και το σώμα του κάηκε τελετουργικά, αν και όντας θεός ήταν μόνο η ανθρώπινη φύση του που άφησε την τελευταία της πνοή. Ο άφθαρτος Κρίσνα ανήλθε στους ουρανούς μετά τη θεϊκή του ανάσταση.

Τη στιγμή του θανάτου του μάλιστα ο ουρανός σκοτείνιασε και ο Κρίσνα κατέβηκε στον κάτω κόσμο, αν και την τρίτη μέρα αναστήθηκε και αναλήφθηκε στους ουρανούς.


Ο Μίθρας των Περσών

Ο Μίθρας  γνωστός και ως «παγανιστής Χριστός», ο θεός των Περσών και μεγάλο όνομα του ζωροαστρισμού γενικεύτηκε στη Δύση: η λατρεία του Μίθρα ανήκει στις μυστηριακές λατρείες που αναδύθηκαν κατά την ελληνιστική εποχή ως μια νέα μορφή θρησκευτικότητας, η οποία έμεινε γνωστή ως μιθραϊσμός.
Ο κόσμος της Ανατολής παντρεύτηκε με τον ελληνορωμαϊκό και η οικουμενική γέννηση του Μίθρα ήταν γεγονός, ως θεός πλέον του ουράνιου φωτός, εγγυητής του όρκου, προστάτης της αλήθειας και εχθρός του ψεύδους. Η λατρεία του εξαπλώθηκε στη Μεσόγειο κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. και ενείχε εντυπωσιακές ομοιότητες με τη χριστιανική ιστορία του Ιησού από τη Ναζαρέτ, όπως η θεία ευχαριστία. Η ελληνιστική και ρωμαϊκή μυστηριακή λατρεία αντλούσε φυσικά στοιχεία από τον περσικό θεό, ο οποίος στα ιερά ζωροαστρικά συγγράμματα ήταν ο Σωτήρας, ο θεός του Ήλιου και το πνεύμα του καλού.

Ο Μίθρας πέθανε και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, την ίδια ώρα που οι αναλογίες του με τον Ναζωραίο παραμένουν αξιοσημείωτες. Ο μιθραϊσμός άκμασε στη Ρώμη και το Βατικανό μάλιστα είναι χτισμένο στα ερείπια αρχαίου μιθραίου. Όσο για την επιγραφή «Αυτός που δεν θα φάει από το σώμα μου ούτε θα πιει από το αίμα μου έτσι ώστε να γίνει ένα με μένα και εγώ με αυτόν, αυτός δεν θα σωθεί», που σώζεται στο Βατικανό, δεν είναι χριστιανική αλλά μιθραϊκή…

Κετζαλκόατλ
 

Μια από τις κυρίαρχες θεότητες των πολιτισμών της Κεντρικής Αμερικής που παρουσιάζει χτυπητές ομοιότητες με τη χριστιανική ιστορία της ανάστασης είναι ο περίφημος Κετζαλκόατλ, η εικονογραφία του οποίου τον θέλει φτερωτό φίδι, όταν το πανάσχημο και παραμορφωμένο παρουσιαστικό του μεταμορφώθηκε στην τρομακτική αυτή μορφή. Ο θεός των Αζτέκων, των Μάγια  και των γειτονικών φυλών του Μεξικού ήταν ο αφέντης των ουρανού και ο δημιουργός των νόμων.


Μεθυσμένος λοιπόν και τυφλωμένος από έρωτα, επιδόθηκε σε σεξουαλικές περιπτύξεις με την αδερφή του και όταν ξεμέθυσε δεν είχε πού να κρυφτεί από την ντροπή του. Κλείστηκε λοιπόν σε μια σαρκοφάγο και ρίχτηκε στο ποτάμι για να πνιγεί, αν και η θεϊκή του φύση δεν κατέθετε εύκολα τα όπλα της ζωής. Κι έτσι ρίχτηκε στην πυρά με όλα του τα υπάρχοντα: οι στάχτες του ανήλθαν στους αιθέρες και έγιναν πουλιά, την ίδια ώρα που η καρδιά του έφτασε στα ανώτερα στρώματα του ουρανού και αποκρυσταλλώθηκε στον Αυγερινό. Έπειτα από τέσσερις μέρες στον κάτω κόσμο, βρήκε τελικά τη θέση του στο πάνθεο των Αζτέκων.

 Σύμφωνα με άλλο μύθο, ο Κετζαλκόατλ κατέβηκε στον κόσμο των νεκρών και μάζεψε τα οστά των ανθρώπων από τις προηγούμενες εποχές δημιουργίας, τα οποία ράντισε με το αίμα του σε μια πράξη ύστατης αυτοθυσίας και έπλασε έτσι τους ανθρώπους της νέας εποχής
Ο Ισπανός κατακτητής του Μεξικού Ερνάν Κορτές εκμεταλλεύτηκε τον θρύλο του Κετζαλκόατλ και παρουσιάστηκε στον Μοντεζούμα Β’ ως προσωποποίηση της θεότητας…


 Ο Γκανέσα του ινδουισμού


 Ο Γκανέσα, εξαιτίας της ελεφαντίσιας κεφαλής του, παραμένει ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους θεούς του ινδουισμού. Τόσο οι πανάρχαιες ρίζες της θρησκείας όσο και ο μεγάλος αριθμός των παραδόσεων μας έχουν κληροδοτήσει μια μεγάλη ποικιλία από ιστορίες που εξηγούν πώς απέκτησε αυτό το μάλλον ανορθόδοξο κεφάλι. Κατά μια εκδοχή, ο Γκανέσα ήταν γιος του Σίβα και της Παρβάτι και η μητέρα του τον είχε βάλει να φυλάει τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της. Μια μέρα, ο Σίβα επιχείρησε να μπει στην κρεβατοκάμαρα της Παρβάτι και συνάντησε την αντίθετη γνώμη του Γκανέσα, γι’ αυτό και του έκοψε με μια κίνηση το κεφάλι.
Η μητέρα του ενοχλήθηκε φυσικά από το τραγικό γεγονός, οπότε ο Σίβα υποχρεώθηκε να αντισταθμίσει τον βιαστικό αποκεφαλισμό του Γκανέσα επαναφέροντάς τον από τον κόσμο των νεκρών. Κατά τη διάρκεια της ανάστασης όμως ο Σίβα σκέφτηκε να δώσει στον νεκρό ακόμα Γκανέσα το κεφάλι ελέφαντα, πιθανότατα για να τον κάνει λιγότερο όμορφο. Γι’ αυτό και είναι ο θεός της σοφίας, των τεχνών, των γραμμάτων και της ευημερίας, αλλά όχι και του κάλλους…


Ο φινλανδικού Λεμινκάικεν   


Ο κοκκινοτρίχης θεός του φινλανδικού παγανισμού ήταν ένας λαϊκός ήρωας που επιδόθηκε σε μια προσωπική οδύσσεια, μια αποστολή δηλαδή να αιχμαλωτίσει έναν από τους μαύρους κύκνους του ποταμού του κάτω κόσμου. Σκοτώθηκε βέβαια προσπαθώντας και η σορός του βυθίστηκε στο νερό, παρασύρθηκε από το ρεύμα και χάθηκε από προσώπου γης. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το σώμα του διαμελίστηκε καθώς συγκρουόταν στα βράχια και τα απομεινάρια του διασκορπίστηκαν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.

Η μητέρα του όμως, που δεν σταμάτησε ποτέ να τον αναζητεί, περιμάζεψε ένα-ένα τα κομμάτια του και τα έραψε κατόπιν, αν και αυτό δεν τον επανέφερε στη ζωή. Γιατί χρειαζόταν γι’ αυτό το ειδικό μέλι των θεών, τη συγκολλητική ουσία που διέθετε τη μαγική δύναμη να επαναφέρει κάποιον στη ζωή. Κι έτσι η χαροκαμένη μάνα, με τη βοήθεια κάποιων θεών, έστειλε μια μέλισσα να κλέψει μια στάλα από το θεϊκό μέλι, το οποίο έκανε τελικά το μαγικό.

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Αδώνια, γιορτή της Άνοιξης στην αρχαία Αθήνα

Στο μήνα Ελαφηβολιών, την 14η και 15η του μηνός, γιορτάζονταν  τα Αδώνια ή «οι κήποι του Άδωνιδος» προς τιμή του Άδωνη και της Αφροδίτης. Η γιορτή κρατούσε 3 μέρες. Η τελετή χωριζόταν σε δύο κύρια μέρη. Η πρώτη μέρα ήταν πένθιμη και  ονομάζονταν «αφανισμός». Στο κομμάτι αυτό οι γυναίκες ακολουθούσαν όλα τα καθιερωμένα τελετουργικά της κηδείας. Μαυροφορεμένες  γυναίκες τοποθετούσαν σε νεκρική κλίνη ένα ξύλινο ομοίωμα (ξόανο) του Αδώνη. Έπλεναν με νερό το  ξόανο,  μύρωναν το σώμα του Θεού, το έντυναν με το χαρακτηριστικό ύφασμα των νεκρών, το σάβανο και νεκροστόλιζαν με αρωματικά άνθη και κλαδιά αειθαλών δέντρων την κλίνη του. Ο ποιητής Θεόκριτος, που έζησε 3ο αιώνα π.Χ. και ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής,  περιγράφει με εξαίσιο τρόπο  στο 15ο ειδύλλιό του με τίτλο Συρακουσίαι ή Αδωνιασταί την ατμόσφαιρα της εορτής:


«Έχουν στρώσει αργυρή κλίνη νεκρική για τον όμορφο Θεό.                                  Δίπλα της,βρίσκονται καρποί που δίνουν τα κλαδιά των ιερών δένδρων, και άνθη φυλαγμένα σε πήλινα δοχεία, οι περιώνυμοι κήποι του Άδωνη.    
Ο πολυέραστος  Άδωνης, αυτός που αγαπούν και στον Αχέροντα ακόμη!             
  Δέσποινα Αφροδίτη, εσύ είσαι που κρατείς στα χέρια τώρα  το ρόδινο σώμα του Άδωνη».

Σημαντικό μέρος στην τελετή  διαδραμάτιζαν οι λεγόμενοι «Κήποι Αδώνιδος». Οι γυναίκες εννέα ημέρες πριν την εορτή, τοποθετούσαν μέσα σε αγγεία πήλινα σπόρους από φυτά που αναπτύσσονται γρήγορα, συνήθως σίτο, μαρούλι, μάραθο ή και διάφορα άνθη. Τοποθετούσαν τα αγγεία αυτά στις στέγες των σπιτιών ή όπου αλλού αυτά θα δέχονταν την θερμότητα των ηλιακών ακτίνων ώστε να μεγαλώσουν γρήγορα. Τα φυτά αυτά συμβόλιζαν την νεότητα και το σφρίγος του νεαρού θεού, ενώ βλασταίνουν γρήγορα και μαραίνονται απότομα, όπως απότομα και πρόωρα αφανίστηκε και ο Άδωνις.
Με το στολισμό των φυτών αυτών δινόταν η εντύπωση τεχνητών κήπων γι αυτό και  τα αγγεία ονομάζονταν «Αδώνιδος κήποι». Για τον νεκρικό στολισμό τοποθετούσαν μέσα στους «κήπους» αγάλματα του Έρωτος, ομοιώματα πτηνών και γλυκίσματα.
 Οι γυναίκες την πρώτη μέρα θρηνούσαν.  Ο θρήνος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των ελληνικών ταφικών τελετουργιών.  Έχουμε την τύχη να διασώζεται αυτούσιος  ένας  τελετουργικός  θρήνος του Αδώνιδος  από τον Βίωνα τον Σμυρναίο που έζησε τον 2ο αιώνα π.Χ. Το έργο του «Επιτάφιος Αδώνιδος» αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά κείμενα της Ελληνιστικής περιόδου που περιγράφει με αριστουργηματικό λογοτεχνικό τρόπο τον θρήνο της Θέας Αφροδίτης για τον Άδωνη.


Τον Άδωνη θρυνολογώ, τον όμορφο που εχάθη.                                        «πάει, χάθηκεν ο Άδωνης» οι Έρωτες θρηνούνε
Στα πορφυρά σου Κύπριδα να μην ξαναπλαγιάσεις                                                                                            βάλε τα μαύρα σου, καλή, και να στηθοκοπιέσαι                                         σύρε φωνή, ο Άδωνης χάθηκεν, ο καλός σου                                                          
 Τον Άδωνη θρηνολογώ και οι Έρωτες θρηνούνε»

Έπειτα ακολουθούσε η λεγόμενη «Έκθεσις» του ομοιώματος του πεθαμένου Θεού, δηλαδή η περιφορά, η μετάβαση της ταφικής λάρνακας  από τον οίκο προς τον χώρο ταφής του. Στην πομπή προπορεύονταν οι άντρες και ακολουθούσαν οι γυναίκες, οι αναμμένοι πυρσοί και τα κεριά προσέδιδαν σε αυτήν την επιβλητική πομπή μια ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα. Οι πένθιμοι  ύμνοι  συνεχίζονταν κατά την διαδρομή με την συνοδεία αυλού που παρήγαγε έναν θρηνητικό ήχο και ονομάζονταν γίγγρα. Όταν έφταναν στον υποτιθέμενο χώρο ταφής, έθαβαν το ομοίωμα και  ακολουθούσαν οι καθιερωμένες ταφικές χοές, καθώς και ο τελετουργικός κυκλικός χορός των γυναικών γύρω από τον τάφο.  Τέλος τους  κήπους του Άδωνη και τα ομοιώματα μετά την περιφορά τα έριχναν είτε στη θάλασσα είτε στην πηγή είτε στον ποταμό (ανάλογα με τι υπήρχε).Η γιορτή τέλειωνε με θυσίες αγριόχοιρων.

Η επόμενη ημέρα των Αδωνίων ήταν χαρμοσύνη και ενθουσιαστική και ονομάζονταν  «Εύρεσις». Εκεί εόρταζαν την ανάσταση, την αναγέννηση του Άδωνη με χορούς και γέλια, και συνέτρωγαν με πλούσια γεύματα που προέρχονταν από τις καθιερωμένες θυσίες.
 Ο θάνατός του αντιπροσωπεύει το μαρασμό της φύσης κατά τη διάρκεια του χειμώνα και η ανάστασή του την αναγέννησή της με τον ερχομό της άνοιξης.  Η παραμονή του κοντά στην Περσεφόνη συμβολίζει το φύτεμα του σπόρου και η επιστροφή του στην Αφροδίτη τη βλάστησή του.
Κατάλοιπο των «Αδωνιδίων» είναι ένα παραδοσιακό τραγούδι της Ηπείρου που συνοδεύεται από το ανάλογο παιχνίδι, ο «Ζαφείρης», που παίζεται την Πρωτομαγιά.

Ο μύθος του Άδωνη

Από τις τρεις βασικές μυθολογικές-γενεαλογικές αποτυπώσεις του θεού Αδώνιδος θα προτιμήσουμε να περιγράψουμε αυτήν που διασώζεται στις περίφημες μεταμορφώσεις του Οβιδίου  και  τον συνδέει με την παράδοση της Κύπρου, εκεί που, όπως γνωρίζουμε, η λατρεία της θεάς Αφροδίτης και του Αδώνιδος γνώρισε τεράστια διάδοση. Οταν η Μύρρα, κόρη του Βασιλέα της Πάφου Κινύρα και της  Κεχρηίδας, έφθασε σε ηλικία γάμου, ο πατέρας της την ρώτησε ποιον θα ήθελε να παντρευτεί και αυτή απάντησε, με  έναν «όμοιο» με εσένα. Ο άνομος έρωτας της κόρης για το πατέρα ήταν τόσο δυσβάσταχτος, που η Μύρρα θέλησε να βάλει τέρμα στην ζωή της. Όμως την σταμάτησε τελευταία στιγμή η παραμάνα της η Ιππολύτη, η οποία της υποσχέθηκε με όρκους ότι, αν δεν προχωρούσε στην πράξη της, θα την βοηθούσε σε ότι και να τις ζητούσε.

  Όταν η Κεχρηίδα έλειπε στην εορτή των θεσμοφορίων, η Ιππολύτη, μέθυσε τον Κινύρα με διονυσιακό οίνο και η Μύρρα κατάφερε με αυτόν τον τρόπο να συνευρεθεί με τον πατέρα της για δώδεκα ημέρες και νύχτες. Όταν ο Κινύρας συνήλθε από την μέθη θέλησε να δει το πρόσωπο της ερωμένης του και όταν αντιλήφθηκε την πλεκτάνη άρπαξε το ξίφος του να την σκοτώσει. 

Η Μύρρα ξέφυγε από το μένος του πατέρα της και περιπλανήθηκε για εννέα κύκλους της Σελήνης κυοφορώντας τον καρπό της ερωτικής μίξης μαζί του. Στο τέλος του ένατου κύκλου  η Μύρρα απέτεινε ικετευτικό λόγο προς του θεούς λέγοντας: «είναι δίκαιη, δεν το αρνούμαι, η τιμωρία μου, μα σας ζητώ, για να μη  μιαίνω μήτε τους ζωντανούς- αν επιζήσω- μήτε τους νεκρούς – αν θα πεθάνω –  και από τα δύο βασίλεια να με αποπέμψετε, μεταμορφώστε με έτσι που και ζωή και θάνατο μαζί να μου αρνηθείτε" (Οβιδίος,2002).
Τότε το σώμα της Μύρρας άρχισε  να μεταμορφώνεται σε δέντρο. Τα πόδια της έγιναν ρίζες, το σώμα της κορμός δέντρου, και τα ικετευτικά απλωμένα στον ουρανό χέρια της, κλαδιά. Μόλις ολοκληρώθηκε η μεταμόρφωση ο φλοιός του δέντρου αποσχίστηκε και γεννήθηκε ο πανέμορφος Αδωνης! 

  Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να αποσαφηνίσουμε το ζήτημα της αιμομιξίας στον μυθολογικό ορίζοντα της ελληνικής θρησκείας. Ως πράξη βεβαίως και ήταν απορριπτέα στον ελληνικό κόσμο, γι' αυτό και τελικά η Μύρρα τιμωρήθηκε.   Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι μυθολογικές περιγραφές υποκρύπτουν πάντοτε εσωτερικές - μυστηριακές προεκτάσεις που δεν ακολουθούν την κοινωνικά καθορισμένη ηθική
Η Μύρρα ήθελε να μειχθεί με ένα ψυχικό μέγεθος εξελικτικά "όμοιο" με τον πατέρα της και εφόσον δεν υπήρχε, τότε αναπόφευκτα η μείξη, δηλαδή η μετάδοση  των μυστηριακών θέσμιων, θα έπρεπε να συντελεστεί από τον ίδιο τον Κινύρα.  Γι' αυτό το λόγο η ερωτική συνεύρεση κράτησε δώδεκα ημέρες και νύχτες και μάλιστα υπό την επίδραση του διονυσιακού οίνου, γεγονός που υποδηλώνει τη μυστηριακή δομή του μύθου
Μόλις γεννήθηκε ο Άδωνης τον παρέλαβαν οι νύμφες να τον πρωταναθρέψουν μυστικά εντός ενός ιερού σπηλαίου. Μόλις έφεραν εις πέρας το έργο τους, η Θεά Αφροδίτη πήρε τον Άδωνη από τις νύμφες και τον παρέδωσε στην Περσεφόνη για να ολοκληρώσει την μυστηριακή του ανατροφή, αφού τον τοποθέτησε  κρυφά σε μία λάρνακα, ξύλινη κιβωτός από κυπαρισσόδεντρο.  Όσο όμως ο νέος πλησίαζε προς την ενηλικίωση του και το φυσικό κάλλος του γίνονταν ανυπέρβλητο, η Αφροδίτη μαγεύτηκε από την ομορφιά του, ενώ και ο Άδωνης ερωτεύτηκε σφόδρα την πολυύμνητη θεά. 
Η Περσεφόνη, συνεπαρμένη από την ωραιότητα του Αδώνιδος αρνήθηκε να τον δώσει πίσω και τότε οι θεές αποτάθηκαν στον Κρονίδη Δία να δώσει την λύση,  ο οποίος όρισε ο Άδωνις να περνά τέσσερις μήνες με την Περσεφόνη στον Κάτω Κόσμο, τέσσερις μήνες με την Αφροδίτη και για τέσσερις μήνες να ξεκουράζεται.  Η Αφροδίτη χρησιμοποιώντας τη μαγική της ζώνη στην οποία δεν μπορούσε κανείς να αντισταθεί, κατάφερε να της αφιερώσει και το άλλο ένα τρίτο. Έτσι, ο Άδωνις περνούσε τα δύο τρίτα του χρόνου με την Αφροδίτη και το ένα τρίτο με την Περσεφόνη. Και σε αυτή την αφήγηση διαφαίνεται ο μυστηριακός ορίζοντας του μύθου, αφού η πρόταση του Δία είναι όμοια με αυτήν που πήρε σε σχέση με τη θεότητα της Ελευσίνας, την Περσεφόνη, όταν Άδης θέλησε να την κρατήσει κοντά του.

Κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού, όμως, ο Άρης, τυφλωμένος από ζήλεια, μεταμορφώνεται σε αφηνιασμένο κάπρο και σκοτώνει τον Άδωνη. Από το αίμα του βάφτηκαν κόκκινα τα τριαντάφυλλα  παπαρούνες ενώ από τα δάκρυα της θεάς Αφροδίτης φύτρωσαν οι ανεμώνες.   Η Αφροδίτη εκλιπαρεί την Περσεφόνη να της δώσει τον νέο πίσω και οι δύο θεές αποφασίζουν να περνούν μαζί του από έξι μήνες, συμβολίζοντας τη νίκη του έρωτα επί του θανάτου.
 Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου την ώρα που η Αφροδίτη θρηνούσε πάνω από το σώμα του νεκρού Άδωνη και καθώς το περιέρραινε με νέκταρ, από τον ουρανό κατήλθε λευκό σύννεφο και ο Άδωνης αναλήφθηκε με αυτό στα ουράνια δώματα των αθανάτων. Η θεά παραίνεσε τους ανθρώπους να καθιερώσουν  εορτή προς τιμήν του εραστή της, εις αιώνια ανάμνηση του δικού της θρήνου για τον όμορφο θεό.

Ο  Άδωνης, όπως κι άλλες μυθολογικές θεότητες των πολυθεϊστικών παραδόσεων, ανήκει στο μοτίβο του θνήσκοντος και αναγεννώμενου θεού, που ήταν εδραιωμένο από του πανάρχαιους χρόνους στους λαούς της ανατολικής μεσογείου και όχι μόνο. Λατρευτικά, η παράδοση για τον θάνατο και την ανάσταση του Άδωνη παρουσιάζει ομοιότητες κυρίως με τα τελετουργικά δρώμενα στις εκκλησίες κατά τη χριστιανική  Μεγάλη εβδομάδα – θρήνος, περιφορά επιταφίου- και την Κυριακή του Πάσχα, ψήσιμο οβελία, πλούσιο γεύμα κι γλέντι με χορούς και τραγούδια, και αντανακλά πρακτικές από το τελετουργικό των Αδωνίων.



Ο Ζαφείρης 
Κατάλοιπο των «Αδωνιδίων» είναι ένα παραδοσιακό τραγούδι της Ηπείρου που συνοδεύεται από το ανάλογο παιχνίδι, ο «Ζαφείρης», που παίζεται την Πρωτομαγιά.
 Ο Ζαφείρης ήταν το πιο αγαπημένο έθιμο στο Ζαγόρι. Τον παίζανε κορίτσια και αγόρια κάθε τρεις μέρες όλο το μήνα Μάη με τα πολλά λουλούδια ή όλες τις Κυριακές. Ένα κορίτσι παρίστανε το Ζαφείρη, αργότερη τη θέση του κοριτσιού πήρε ένας κούκλος που τον ντύναν και τον στολίζανε μα πανιά τα οποία τα σταύρωναν σαν των νεκρών όπως επίσης με χλόη και φύλλα. Τον κούκλο αυτόν τον παράχωναν και τον μοιρολογούσαν και έπειτα τον ανάσταιναν με τραγούδια. Γέλια και τραγούδια διαδέχονταν τους θρήνους, ο Ζαφείρης κυνηγούσε με το ραβδί του τις κοπέλες. Έπαιζαν στα λιβάδια την ανάσταση του Ζαφείρη τραγουδώντας :

«Για ειδέστε νιο που ξάπλωσα, για ειδέστε κυπαρίσσι!
Δε σειέται, δε λυΐζεται, δε σέρν’ τη λεβεντιά του.
Ποιος σο’ ‘κοψε τις ρίζες σου και στέγνωσ’ η κορφή σου;
Τι μο’ ‘καμες, λεβέντη μου, τι μο’ καμες, ψυχή μου!
Τώρα να ‘ρθει η άνοιξη να ‘ρθει το καλοκαίρι,
παίρνουν κι ανθίζουν τα κλαδιά κ’ οι κάμποι λουλουδίζουν,
έρθαν πουλιά της άνοιξης, έρθαν τα χελιδόνια,
για κ’ η μεγάλη Πασχαλιά με το Χριστός Ανέστη,
που ντυούνται νιοι στα κόκκινα, γερόντοι στα μουρέλια,
κ’ εσύ, μωρέ λεβέντη μου, μέσα στη γη τη μαύρη,
πού να σειστής, να λυϊστής, να σύρς τη λεβεντιά σου;
Ξεσφάλισε τα μάτια σου!»
 Έπειτα όλα τα παιδιά μαζί φωνάζουν: Σήκου, Ζαφείρη, σήκου! και ο Ζαφείρης, ανασταίνεται, ξεπετιέται απότομα από το στολισμένο νεκροκρέβατο του και κυνηγά με φωνές και γέλια τα υπόλοιπα παιδιά, που τρέχουν με όλη τους τη δύναμη μακριά. Όποιον πιάσει ο Ζαφείρης με τη σειρά του θα γίνει ο νεκρός Ζαφείρης, είτε αμέσως, είτε την επόμενη χρονιά, ανάλογα με την όρεξη για παιχνίδι.
Παρόμοια έθιμα συναντάμε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Αν και κατά τα πρώτα χρόνια οι Πατέρες της Εκκλησίας καταδίκαζαν τα αρχαία ταφικά τελετουργικά δρώμενα, η προσήλωση των Ελλήνων σε αυτά ήταν τόσο ισχυρή που αναγκάστηκαν να τα ενσωματώσουν στην χριστιανική λατρεία.

 Η γιορτή των «Αδωνίων» παραπέμπει άμεσα στον εορτασμό του Πάσχα, γεγονός που αποδεικνύει τις βαθιές ρίζες των συγκεκριμένων εθίμων. Η αντικατάσταση του Άδωνη από το Χριστό έρχεται να ταυτίσει στη συνείδηση των Ελλήνων τη Φύση με το Θεό.