Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2021

Ηραίον Άργους

Το Ηραίον του Άργους βρίσκεται ανάμεσα στο Άργος και τις Μυκήνες, κοντά στο χωριό Νέο Ηραίο, στις πλαγιές του λόφου που λεγόταν Αετόβουνο ή Εύβοια σε ένα ευρύχωρο πλάτωμα με μεγάλη θέα (37.69209,22.77498). Θεωρείται το κέντρο της λατρείας της Ήρας, της θεάς «Αργείας», όπως την ονομάζει ο Όμηρος

Ο Παυασανίας αναφέρει ότι το Ηραίο το βρήκε στα ανατολικά των Μυκηνών, σ’ απόσταση 15 σταδίων. Εκατέρωθεν του ηραίου υπήρχαν δυο ρυάκια, αυτό που περνούσε κάποιος ερχόμενος από Μυκήνες, στη δυτική πλευρά, ονομαζόταν Ελευθέριο, το νερό του οποίου χρησιμοποιούσαν οι ιερείς για να καθαρτικές τελετές και για όσες θυσίες είχαν απόρρητο χαρακτήρα. Το δε άλλο στην ανατολική πλευρά του λόφου ονομαζόταν Αστερίων.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Παυσανία ονόμασαν  το βουνό Εύβοια, γιατί υπήρχε παράδοση πως ο ποταμός Αστερίων είχε κόρες του την Εύβοια, την Πρόσυμνα και την Ακραία, οι οποίες ήταν τροφοί της Ήρας. Το όνομα της Ακραίας το έδωσαν στο βουνό απέναντι της Εύβοιας και της Πρόσυμνας στην χώρα πέρα του Ηραίου. Αστερίων ρέει πέρα από το Ηραίο και πέφτει μέσα στο φαράγγι που λέγεται Κλεισούρα και εξαφανίζεται.

Ο νεότερος ναός όπως φαίνεται από το ψηλότερο σημείο του Αρχαιολογικού Χώρου του Ηραίου

Στις όχθες του Αστερίωνα είδε ο Παυσανίας να φύεται ένα βότανο που το λένε αστερίωνα, αυτό το προσφέρουν στην Ήρα και της πλέκουν και στεφάνια με τα φύλλα του.

Το ιερό ιδρύθηκε στα μισά του 8ου αι. π.Χ., αρχικά ως θρησκευτικό κέντρο της περιοχής και από τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. ως επίσημο θρησκευτικό κέντρο αποκλειστικά της πόλης του Αργούς. Η λατρεία ήταν μυστηριακή και είχε ως βασική γιορτή, τα Ηραία ή εκατόμβαια. Πιθανόν να λατρευόταν στην περιοχή μία προϊστορική χθόνια θεά, συνδεμένη με τη φύση, με την οποία ταυτίστηκε αργότερα η Ήρα.

Σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε από τον ήρωα Άργο ή το Φορωνέα γιο του ποταμού θεού  Ινάχου. Η περίοδος ακμής του ιερού αν κρίνουμε από την αρχιτεκτονική του εξέλιξη τοποθετείται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. και κυρίως στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.  Είναι όμως γνωστό, ότι πρόκειται για έναν από τους αρχαιότερους περίστυλους ναούς, με ξύλινους κίονες 6Χ14, καθώς και ο θριγκός, με πρόναο και σηκό και αντί για οπισθόδομο χωριστό δωμάτιο ως άδυτο. Σήμερα σώζονται τα θεμέλια του κρηπιδώματος του αρχαίου ναού (47Χ18,75 μ.) στον υψηλότερο ισοπεδωμένο χώρο, διαστάσεων 34,40 Χ55,80μ. ( Σχ. 1)

 Σχήμα 1: παλαιός ναός στο ψηλότερο επίπεδο

 Ο ναός  καταστράφηκε από πυρκαγιά,  η οποία προήλθε, όταν πήρε ο ύπνος την ιέρεια Χρυσηίδα, ενώ ένα  λύχνος ήταν αναμμένος έμπροσθεν  στεφάνων. Μετά από αυτό η  Χρυσιής κατέφυγε στην Τεγέα ως ικέτης της αλέας Αθηνάς. Οι Αργείοι αν και του βρήκε τόσο μεγάλο κακό , δεν αφαίρεσαν την πλαστική εικόνα της Χρυσιήδας, αλλά, όπως μας λέει ο Παυσανίας, είναι ως τώρα στημένη μπροστά τον καμένο ναό.

Ο νεώτερος ναός άρχισε να κτίζεται πριν το 420 και τελείωσε μέσα στη δεκαετία 410-400 π.Χ. Αρχιτέκτονας του ναού  ήταν Αργείος  Ευπόλεμος. Ήταν περίπτερος με κίονες δωρικούς πώρινους με επίχρισμα(σοβάς) 6Χ12. Πωρόλιθοι και επίχρισμα είχε χρησιμοποιηθεί και για τον υπόλοιπο ναό, εκτός από την υδρορροή και των κεραμιδιών που ήταν μαρμάρινα. Είχε πρόναο, οπισθόναο με δυο κίονες ανάμεσα σε παραστάδες (εκατέρωθεν ανοίγματος του κτιρίου,). Στο εσωτερικό του σηκού υπήρχαν προς βορρά και νότο δυο σειρές κιονοστοιχίες δωρικού ρυθμού (Σχ. 2). Κατά τις ανασκαφές ήλθαν στο φως μετώπες και αετώματα με παραστάσεις, που παριστάνουν τη μάχη των θεών με τους γίγαντες  και τον τρωικό πόλεμο, τα δε αετώματα πιθανόν τη γέννηση του  Δία και την άλωση της Τροίας.

Σχ2: Νεότερος ναός στο μεσαίο επίπεδο

Ο Παυσανίας όταν επισκέφτηκε το ναό είδε μπροστά στην είσοδο στημένες πλαστικές εικόνες γυναικών, οι οποίες υπήρξαν ιέρειες της Ήρας αλλά και διαφόρων ηρώων, μεταξύ των οποίων και του Ορέστη. Ο ανδριάντας του Ορέστη έφερε επιγραφή πως είναι ο αυτοκράτορας Αύγουστος, διότι υπήρχε η συνήθεια στα ρωμαϊκά χρόνια να μετατρέπουν γλυπτικές εικόνες θεών και ηρώων σε εικόνες σύγχρονων ισχυρών προσώπων, τα οποία ήθελαν να κολακέψουν.  Στον πρόναο από τη μια πλευρά ήταν τα αγάλματα των τριών Χαρίτων και στα δεξιά πλευρά  την κλίνη της Ήρας και ως  ανάθημα η ασπίδα που κάποτε ο Μενέλαος αφαίρεσε από τον Εύφορβο τον οποίο είχε σκοτώσει στο Ίλιο και του είχε πάρει τα όπλα.  

Το λατρευτικό άγαλμα της Ήρας,  ήταν μεγάλων διαστάσεων, μαζί με το βάθρο έφτανε τα 8 μέτρα. Η Ήρα ήταν καθιστή και το ύψος της ξεπερνούσε τα 5 μ., έργο του Αργείου Πολύκλειτου, το β’ μισό του 5ου αι. π.Χ. ,αναφέρεται από τους αρχαίους πλάι στο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία και της θεάς Αθηνάς στον Παρθενώνα.

 Ήταν και αυτό ξύλινο, όπως του Δία και της Αθηνάς, με επένδυση ελασμάτων χρυσού, στο θρόνο και στα ενδύματα της θεάς και πλάκες ελεφαντοστού στο πρόσωπο, στους βραχίονες και στα χέρια της. Έφερε στέφανο, πάνω στο οποίο ήταν σκαλισμένες οι Χάριτες και οι Ώρες. Στο ένα χέρι της κρατούσε καρπό ροδιάς και στο άλλο σκήπτρο. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι την παράδοση για το ρόδι την αποσιωπά γιατί είναι απόρρητη. Γνωρίζουμε ότι το ρόδι περικλείει  ένα πλήθος σπερμάτων, τα οποία είναι σύμβολο γονιμότητας και ευφορίας  και για αυτό συνηθίζουν να το σπάζουν οι νεόνυμφοι στην είσοδο του σπιτιού τους μόλις πρωτομπαίνουν.  

Στο σκήπτρο της Ήρας ήταν καθισμένος ένας κούκος γιατί σύμφωνα με την παράδοση ο Δίας όταν ήταν ερωτευμένος με την παρθένο Ήρα πήρε τη μορφή του κούκου και αυτή αφού πήρε τη μορφή πουλιού παίζοντας μαζί του το κυνήγησε και το έπιασε. 

Το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Ήρας - εικονική αναπαράσταση

Κοντά στο άγαλμα της Ήρας ήταν στημένο και ένα άγαλμα της Ήβης, έργο του Ναυκύδη, χρυσελεφάντινο και αυτό.  Κοντά στην Ήβη υπήρχε ένας κίονας, επάνω στον οποίο υπήρχε ένα παλιό άγαλμα της Ήρας, το πιο αρχαίο από όλα και ήταν κατασκευασμένο από ξύλο αγριαχλαδιάς, το οποίο αρχικά βρισκόταν στην Τίρυνθα αλλά μετά την καταστροφή της από τους Αργείους το μετέφεραν στο ναό της Ήρας. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι το είδε το άγαλμα αυτό και ήταν μικρό και η Ήρα καθιστή καθώς και   αξιόλογα αναθήματα όπως: ένα βωμό ασημένιο με ανάγλυφη παράσταση του γάμου της Ήβης με τον Ηρακλή, ένα παγώνι από χρυσάφι και λαμπερούς λίθους, το οποίο είχε αφιερώσει ο αυτοκράτορας Αδριανός, γιατί το παγώνι ήταν ιερό πουλί της Ήρας, ένα χρυσό στεφάνι και πέπλο πορφυρό  αναθήματα του Νέρωνα.  

Σχεδιάγραμμα του αρχαιολογικού χώρου του Ηραίου( Παυσανίου περιήγησις Κορινθιακά - Αρκαδικά  Εκδ. Αθηνών)


Σχεδιάγραμμα Αρχαιολογικού χώρου:

1.     Παλιός ναός της Ήρας 

2.    Μακρά στοά ( μήκους 63μ και πλάτους 10,5 μ.

3.    Στοά μήκους 22 μ. και πλάτους 7,5 μ. πάνω σε ανάλημμα μήκους 45 μ. που έγινε βαθμιδωτό, ώστε να χρησιμεύει ως σκάλα προς το επίπεδο του αρχαίου ναού

4.     Ορθογώνια υπόστυλη αίθουσα, ίσως τελεστήριο για τη λατρεία  της αργείτικης Ήρας

5.    Ανάλημμα μήκους 81 μ. και σκάλα προς το επίπεδο του νεώτερου ναού, στο επάνω μέρος στοά με διπλή κατά μήκος κιονοστοιχία

6.    Μικρή σκάλα, με 8 σκαλοπάτια, ανατολικά του βαθμιδωτού αναλήμματος

7.    Ο νεώτερος ναός της Ήρας

8.    Βωμός  του νεότερου ναού

9.    Ξενώνας με κλίνες και τραπέζια για συνεστιάσεις

10.  Στοά με ισοπεδωμένο ορθογώνιο χώρο μπροστά και σκάλα στη ΝΔ γωνία του

11.  Γυμνάσιο ή ξενώνας

12. Λουτρό ρωμαϊκών χρόνων  με υπόκαυστο και δωμάτια με μωσαϊκά δάπεδα


Αναπαράσταση του αργείτικου Ηραίου βασισμένη στο ελεύθερο ζωγραφικό σχέδιο του Ch. Waldstein.  Ο παλιός ναός της Ήρας σχεδιάστηκε ερειπωμένος – χωρίς στέγη- όπως τον είδε ο Παυσανίας.

Πηγή των σχεδίαων: Παυσανίου Περιήγησις  Κορινθιακά – Λακωνικά – Εκδοτική Αθηνών

  Μύθοι σχετικοί με το Ηραίο:

Α. Κλέβις και Βίτωνας 

Ο μύθος συνδέει το ιερό με την ιστορία των δύο αδερφών Κλέοβι και Βίτωνα, που αντί βοδιών έσυραν την άμαξα της μητέρας τους για να την μεταφέρουν στον τόπο όπου γίνονταν η τελετή της γιορτής της Θεάς. Φτάνοντας στον προορισμό τους αποκοιμήθηκαν κουρασμένοι και έμειναν έτσι για πάντα. Ο θάνατος τους βρήκε στην ακμή της νιότης και της αρετής τους, και γι' αυτό ήταν η μεγαλύτερη τιμή για την πράξη τους. 

Β. Κλεομένης ο βασιλιάς της Σπάρτης

Ένας άλλος μύθος αναφέρει ότι ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Κλεομένης αφού σκότωσε 7000 Αργείους μέσα στο ιερό Άλσος της Σηπείας, κοντά στην Τίρυνθα ήρθε στο Η­ραίο για θυσίες και εξιλασμό με χίλιους στρατιώτες εισβάλοντας βίαια στον ναό. Πλησιάζοντας όμως το άγαλμα της Ήρας, η θεά του έδειξε την οργή της για την κατα­στροφή της αγαπημένης της πόλης, βγάζοντας φλόγες από το στήθος της.

Εικόνες από το χαμηλότερο επίπεδο του Αρχαιολογικού Χώρου του Ηραίου

 

 





















 

Φωτογραφίες από το μεσαίο επίπεδο όπου βρίσκεται ο νεότερος ναός 

















 
Φωτογραφίες ανεβαίνοντας για το τρίτο επίπεδο
 



Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

Αρχαία Φενεός

        Η αρχαία Φενεός ήταν μια σπουδαία πόλη-κράτος της Αρκαδίας, όπως αναφέρουν ο Παυσανίας και ο Στράβων. Τα  τελευταία χρόνια, η αρχαία πόλη έχει ανασκαφεί και είναι επισκέψιμη. Η πόλη πήρε το όνομά της από τον τοπικό ήρωα – οικιστή Φενεό. Η Φενεός αναφέρεται στον «κατάλογο των νηών» από τον Όμηρο, ως μία από τις πόλεις που έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο.

       Ο περιηγητής Παυσανίας πέρασε από την Αρχαία Φενεό ερχόμενος από νότο, από τον Ορχομενό Αρκαδία περνώντας από το χωριό Καρυές. Οι Καρυές βρίσκονται στα διάσελα ανάμεσα στα βουνά Όρυξις και Ολίγυρτος, στα ριζά των οποίων   υπάρχουν βάραθρα για την απομάκρυνση των  υδάτων που κατέκλυζαν κατά καιρούς την πεδιάδα, δημιουργώντας κατά καιρούς τη λίμνη της Φενεούς. Τα νερά προέρχονταν από τα γύρω υψώματα και τους ποταμούς Όλβιο και Κράθι.

        Κατά τους Φενεάτες τα βάραθρα - καταβόθρες ήταν τεχνικά έργα του Ηρακλή, όταν αυτός εκδιώχθηκε από την Τίρυνθα και φιλοξενήθηκε από τη Λαονόμη, κόρη του Πέλοπα και μητέρα του πατέρα του  Αμφιτρύωνα.

Ασκληπιείο

          Σύμφωνα με τον Παυσανία ο Ηρακλής  άνοιξε κοίτη για τον Όλβιο ποταμό, τον οποίο οι Αρκάδες λένε Αροάνιο, μέσα στην πεδιάδα. Το όρυγμα έχει μήκος πενήντα στάδια, το δε βάθος του τριάντα πόδια. Όμως το ποτάμι δεν ρέει μέσα, αλλά έχει επανέλθει στην παλιά του κοίτη.  Σε απόσταση πενήντα σταδίων από τις καταβόθρες βρίσκεται η πόλη, η οποία έχει μια ακρόπολη, απόκρημνη από παντού και σε ελάχιστα σημεία έχει οχύρωση. 

        Στην ακρόπολη ο Παυσανίας είδε τα ερείπια του ναού της Αθηνάς, της επονομαζόμενης Τριτωνίας καθώς και έναν χάλκινο Ποσειδώνα, επονομαζόμενος Ίππιος, αφιερωμένος όπως έλεγαν από τον Οδυσσέα.

       Ο Οδυσσέας ίδρυσε και το Ιερό της Αρτέμιδας στο σημείο που κατάφερε να βρει τις φοράδες που είχε χάσει με την επωνυμία Ευρίππα. Λένε ότι όταν  ο Οδυσσέας βρήκε τις φοράδες του αποφάσισε να τρέφει άλογα στη γη των Φενεατών, όπως έτρεφε αγελάδες στην ηπειρωτική χώρα, απέναντι από την Ιθάκη. Μάλιστα οι Φενεάτες έδειξαν   στον Παυσανία μια επιγραφή στο βάθρο του αγάλματος του Ίππιου Ποσειδώνα  ως παραγγελία για τους βοσκούς των αλόγων.

 

         Ο Παυσανίας δεν μπορεί να δεχτεί αληθινά τα όσα λέγονται για το χάλκινο άγαλμα του Ποσειδώνα ότι δηλ. είναι ανάθημα του Οδυσσέα, για την εποχή του Οδυσσέα δεν ήξεραν να φτιάχνουν μονοκόμματα χάλκινα αγάλματα.

        Κατεβαίνοντας ο Παυσανίας από την ακρόπολη συνάντησε το στάδιο και  πάνω σε λόφο τον τάφο του Ιφικλή, του αδελφού του και πατέρα του Ιόλαου. Ο Ιφικλής είχε λάβει μέρος στον πόλεμο του Ηρακλή κατά των Ηλείων και του Αυγεία, είχε τραυματιστεί βαριά από τους γιους του Άκτορα και τον έφεραν τραυματισμένο οι δικοί του στη Φενεό, όπου τον περιποιήθηκε ο Φενεάτης Βουφάγος και η σύζυγός του Πρώμνη, οι οποίοι όταν πάθανε τον έθαψαν. Τον Ιφικλή το τιμούσαν ως ήρωα με εναγισμούς.

            Από τους θεούς οι Φενεάτες τιμούσαν ιδιαίτερα τον Ερμή και τελούσαν αγώνες προς τιμήν του τα Έρμαια. Είχαν ναό του Ερμή με μαρμάρινο άγαλμά του, έργο του Αθηναίου Εύχειρα, γιου του Ευβουλίδη. Πίσω από τα ναό του Ερμή υπήρχε ο τάφος του Μυρτίλου.

         Σύμφωνα με τις παραδόσεις ο  Μύρτιλος ήταν γιος του Ερμή και  ηνίοχος του Οινόμαου.

        Οι Φενεάτες είχαν και της Ελευσίνιας Δήμητρας ιερό όπου τελούσαν μυστική τελετή για τη θεά, ισχυριζόμενοι πως γίνονταν και εδώ οι ίδιες ιεροπραξίες της Ελευσίνας. Στη Φενεό τιμούσαν τη Δήμητρα με δυο προσωνύμια: Ελευσίνια και Κιδαρία. Τη μια χρονιά υπήρχε μυστική τελετή για την Ελευσίνια Δήμητρα και την άλλη χρονιά για την Κιδαρία Δήμητρα. Η πρώτη είχε μικρότερη σημασία και ήταν απλή μίμηση των τελούμενων στην Ελευσίνα.

         Η δεύτερη ήταν «μείζων τελετή»  και ήταν πολύ παλιά, όπως φαίνεται από μερικά στοιχεία της πρωτογονικά ή προθεϊστικά – μαγικά: ο ιερέας φορούσε μάσκες, η οποία είχε τη μορφή της παλιάς θεάς Κιδαρίας και «χτυπούσε τους υποχθόνιους δαίμονες» δηλ. λέγοντας ένα ξόρκι χτυπώντας με ραβδιά το χώμα. Σκοπός της μαγικής αυτής πράξης ήταν ο εξαναγκασμός των υποχθόνιων δυνάμεων ν’ αφήσουν ελεύθερες τις παραγωγικές ιδιότητες της γης για να ευοδωθεί η συγκομιδή.  Στην ίδια τελετή υπήρχε και ένας λατρευτικός χορός ονομαζόμενος «κίδαρις» , ο οποίος χαρακτηρίζεται  ως «σοβαρός χορός» γιατί ήταν ιεροπραξία και όχι ψυχαγωγικός χορός.

        Οι Φενεάτες ισχυρίζονται ότι είχε έρθει κατόπιν εντολής του μαντείου των Δελφών ο Ναός, τρίτος απόγονος (εγγονός)  του Ευμόλπου ( από την ιερατική οικογένεια των Ευμολπιδών) και δίδαξε το τελετουργικό τηε ελευσινιακής λατρείας.

        Ο Παυσανίας είδε κοντά στο ναό της Δήμητρας το Πέτρωμα, δυο μεγάλους βράχους που προσαρμόζονταν ο ένας πάνω στον άλλο. Όταν γινόταν κάθε δεύτερο έτος η μυστική τελετή προς τιμήν της Κιδαρίας, ανοίγουν τους βράχους αυτούς και βγάζουν έξω γραπτά κείμενα σχετικά με τη μυστική ιεροπραξία, τα οποία διαβάζουν για να ακούσουν οι μύστες, καθώς και η μάσκα την οποία φορά ο ιερέας. Όταν τελειώσει η  τελετή και πάλι τα αφήνουν εκεί κατά τη διάρκεια της ίδιας νύχτας. Στο Πέτρωμα οι περισσότεροι Φενεάτες κάνουν τους όρκους για τις πιο σημαντικές υποθέσεις τους.  

         Υπάρχει παράδοση στους Φενεάτες ότι πριν από το Ναό είχε πάει εκεί η θεά Δήμητρα όταν περιπλανιόταν ψάχνοντας την Περσεφόνη. Όσοι από τους Φενεάτες την φιλοξένησαν στο σπίτι τους σε αυτούς έδωσε τα άλλα όσπρια εκτός από τα κουκιά. Υπάρχει ιερός λόγος , απόρρητος, για τον οποίο δεν θεωρούν καθαρά όσπρια τα κουκιά*.  

 

      Ο Πλούταρχος (Η περί των υπό του θείου  βραδέως τιμωρουμένων, 12.10) προσθέτει ότι η Φενεός ως τόπο όπου ο Ηρακλής έκρυψε τον τρίποδα τον οποίο είχε αποσπάσει από το μαντείο των Δελφών. Ο Απόλλωνας τιμώρησε τους Φενεάτες χίλια χρόνια μετά, πλημμυρίζοντας την πεδιάδα.   

Η ακρόπολη της Αρχαίας Φενεού βρίσκεται στο λοφίσκο που υπάρχει το εξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου. Νότια του λοφίσκου σε μικρότερο λοφίσκο βρέθηκε από την ανασκαφική έρευνα Ασκληπιείο Ελληνιστικών χρόνων. Αποκαλύφθηκαν δυο κύριες αίθουσες, βοηθητικοί χώροι και περίστυλος αυλή στα ανατολικά.
Στη νότια αίθουσα ανακαλύφθηκε ενυπόγραφο βάθρο, πάνω στο οποίο έστεκε σύνταγμα  αγαλμάτων του Ασκληπιού και της Υγείας υπερφυσικού μεγέθους, έργο του Αθηναίου γλύπτη Άτταλου. Ο θεός ήταν καθιστός σε μέγεθος τριπλάσιο του φυσικού, ενώ η θεά όρθια σε διπλάσιο μέγεθος. Στη επιγραφή της βάσης του αγάλματος ήταν γραμμένο του όνομα του γλύπτη καθώς και το όνομα του ιερέα που ασκούσε τα ιερατικά του καθήκοντα την εποχή της ανέγερσής του: ήταν Θαρίλαος, γιος του Ηρωίδα. Από τα αγάλματα βρέθηκε η μαρμάρινη κεφαλή της Υγείας, τα μαρμάρινα κάτω άκρα του Ασκληπιού, καθώς και μαρμάρινα τμήματα των δαχτύλων των ποδιών και των χεριών της Υγείας. Μπροστά από τα αγάλματα στο δάπεδο υπήρχε ψηφιδωτό δάπεδο με μικρό βωμό στο κέντρο. Το ψηφιδωτό απεικονίζει γεωμετρικά σχήματα, πλοχμούς, ταινίες και μαιάνδρους. 
Βάθρο των αγαλμάτων του Ασκληπιου και της Υγείας στη νότια αίθουσα του Ασκληπιείου

Στη βόρεια αίθουσα αποκαλύφθηκε βάθρο πάνω στο οποίο έστεκαν δυο χάλκινα αγάλματα, τα οποία αργότερα αντικαταστάθηκαν από ένα λίθινο. Μπροστά στο βάθρο υπήρχε μια μαρμάρινη τράπεζα προσφορών με περίτεχνα διακοσμημένα πόδια , που απολήγουν σε λεοντοπόδαρα.

Το Ασκληπιείο ιδρύθηκε πιθανότατα το δεύτερο μισό του 2ου αι. π.Χ. και απρέμινε σε χρήση μέχρι και τα τέλη του 1ου ή τις αρχές του 2ου αι. μ.Χ. Καταστράφηκε από τους σεισμούς και τις συχνές πλημμύρες. 
Βάθρο των δυο αγαλμάτων στη βόρεια αίθουσα

  Ανασκαφικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν στην Αρχαία Φενεό μεταξύ 1958 και 1964, αργότερα το 1976 και 1977 και τέλος το 2007 σε μια προσπάθεια ανάδειξης των τειχών της ακρόπολης που ήταν καλυμμένα από την βλάστηση.Το τείχος που ήρθε στο φως έχει πάχος 3,20μ. και το οποίο επεκτείνεται σε όλη τη βόρεια πλευρά της ακρόπολης, συνολικού μήκους 220μ.  Αποκαλύφθηκαν και 4 πύργοι προσαρτημένοι στο τείχος, διαμέτρου 5,50μ., με μεσοπύργιο διάστημα να κυμαίνεται από 45 μ. έως 60μ. Ο καλύτερος σωζόμενος πύργος έχει ύψος 4,5 μ., το αρχικό του ύψος θα ξεπερνούσε τα 6μ.    Στις ανασκαφές του 2011 αποδείχτηκε ότι η οχύρωσης εκτείνετο προς τα ανατολικά και η χρονολόγηση κατασκευής του τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. 

Οι αναφορές στις αρχαίες πηγές, οι επισημάνσεις των περιηγητών και τα αποτελέσματα των αρχαιολογικών ερευνών καταδεικνύουν τον σημαντκό ρόλο σε κοινωνικοπολιτικό, σταριωτικό – αμυντικό, καλλιτεχνικό αλλά και εμπορικό επίπεδο της αρχαίας Φενεού, μια πόλης με δικό της νόμισμα.   Στο νόμισμά της  απεικονίζεται από την μια πλευρά ο εθνικός θεός των Φενεατών, ο Ερμής όρθιος συνήθως, να κρατάει κηρύκειο  στο δεξί χέρι και τον επώνυμο της χώρας ήρωα Αρκάδα ως μικρό παιδί στο αριστερό.  Αργότερα στα ρωμαϊκά νομίσματα της πόλης ο Ερμής απεικονίζεται όρθιος πάλι, να κρατάει όμως κηρύκειο στο ένα χέρι και βαλάντιο στο άλλο. Εκτός του θεού, συνήθης ήταν και η απεικόνιση του κεφαλιού της τοπικής   νύμφης Μαίας, η οποία είχε γεννήσει τον Ερμή στο διπλανό όρος Κυλλήνη.

 

*Οι Πυθαγόριοι και οι οπαδοί της Ορφικής θρησκείας   των ύστερων χρόνων,η οποία είχε δεχτεί την επίδραση των πυθαγορείων απέφευγαν να τρώνε έμψυχα και μαζί μ’ αυτά απέφευγαν τα κουκιά τα οποία τα συγκαταριθμούσαν στα έμψυχα γιατί «δημιουργούν αέρια και επομένως μετέχουν του στοιχείου που αποτελεί την ψυχή»(Διογ. Λαέρτιος 8, 24, η ελληνική λέξη ψυχή και η λατινική λέξη anima σημαίνουν «πνοή» ή ελαφρό άνεμο. Υπάρχουν και   άλλες πυθαγόρειες αντιλήψεις για τη σχετική με τα κουκιά απαγόρευση επηρεάζουν τις απόρρητες διδασκαλίας των μυστηρίων, όπως ότι τα κουκιά μοιάζουν με τα αιδοία, όπου «σπέρματι»  περιέχεται η  ζωή ή ακόμα ότι μοιάζουν με τις πύλες του Άδη, Διογ. Λαέρτιος 8,34)

 

Πηγή : Παυσανίου περιηγήσεις - Αρκαδικά
Κων/νος Κίσσας: Αρχαία Κορινθία

 

Νότια αίθουσα με το βάθρο των αγαλμάτων

       

                                           

Επιγραφή στο βάθρο των αγαλμάτων του Ασκληπιού και της Υγείας με το όνομα του γλύπτη Άτταλου και του ιερέως Θηρίλαου, γιου του Ηρωίδα