Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

Μαύρα Λιθάρια, το επίνειο της Αρχαίας Αίγειρας

 Δυτικά του Δερβενίου και σε απόσταση 5 χιλιομέτρων, στα όρια Κορινθίας και Αχαΐας βρίσκεται ο παράλιος οικισμός  Μαύρα Λιθάρια με το αρχαίο του λιμάνι, άγνωστο από τους περισσότερους και «λησμονημένο» από την αρχαιολογική υπηρεσία, μιας και δεν υπάρχει καμία ταμπέλα που να δηλώνει την ύπαρξή του, όπως και τόσοι άλλοι αρχαίοι τόποι. 

Αρχαίο Λιμάνι, ότι έχει απομείνει από την ανθρώπινη παρέμβαση

 Στην αρχαιότητα ήταν επίνειο της Αρχαίας Αίγειρας, της οποίας ίχνη, όπως το θέατρό της, βρίσκονται στο κοντινό λόφο Παλιόκαστρο. Είχε την ίδια ονομασία με την αρχαία πόλη ή αναφερόταν ως λιμήν των Αιγειρατών. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας, το λιμάνι απείχε 12 στάδια από την κυρίως Αίγειρα, Υπεράσια την αναφέρει ο Όμηρος, όπου με 6 καράβια και υπό τη διοίκηση του Αγαμέμνονα έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας

Αρχαίο Θέατρο Αγείρας

Με το όνομα Αιγείρα (Παυσανίας VII 26: 2-4) η πόλη γνώρισε μεγάλη άνθιση κατά τους ελληνιστικούς και τους ρωμαϊκούς χρόνους όπως μαρτυρούν και τα σημαντικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που σώζονται στον λόφο. Το λιμάνι της αρχαίας Αιγείρας αναφέρεται από τον Παυσανία (VII, 26: 1-9) και από τον Πολύβιο (IV, 57).

Τα ίχνη του αρχαίου λιμανιού παρατηρούνται στη δυτική έξοδο των Μαύρων Λιθαρίων προς την Αχαΐα, κοντά στη σύγχρονη μαρίνα του Δερβενίου. Το όνομα του οικισμού αναφέρεται από ξένους περιηγητές και οφείλεται στους λίθινους όγκους σκοτεινού χρώματος που υψώνονται στην ακροθαλασσιά κοντά στο λιμάνι.

Τα κατάλοιπα του αρχαίου λιμανιού ταυτίστηκαν αρχικά από τον περιηγητή Leake (1836: 386-387), αλλά εκτός από μεμονωμένες αναφορές δεν έχουν αποτελέσει μέχρι στιγμής αντικείμενο συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας. Εντούτοις εξαιτίας του μεγάλου ενδιαφέροντος που παρουσιάζει από γεωλογική άποψη, λόγω της μεγάλης ανύψωσης της ακτογραμμής μελετήθηκε από γεωλόγους και φυσικούς επιστήμονες.

Το λιμάνι της αρχαίας Αιγείρας ανοίγεται στη βάση του λόφου του Παλαιόκαστρου, τα κατάλοιπα του εκτείνονται σε έκταση περίπου 100μ. κατά μήκος της ακτής και σώζονται καλύτερα στο ανατολικό κυρίως τμήμα. Οι εγκαταστάσεις, υπολείμματα κυματοθραύστη και μόλου, βρίσκονται σήμερα στην ξηρά. Η ακτογραμμή της εποχής κατασκευής του λιμανιού εντοπίζεται σε ύψος περίπου 4μ. πάνω από την σημερινή επιφάνεια της θάλασσας.

Οι κυματοθραύστες

Η τοπογραφία του αρχαίου λιμανιού της Αιγείρας έχει δυστυχώς αλλοιωθεί σημαντικά από γεωλογικούς παράγοντες, ανύψωση και διάβρωση της ακτής, αλλά κυρίως από ανθρωπογενείς παράγοντες, εκτεταμένη οικοδόμηση και λιθολόγηση.

Λόγω της μεγάλης ανύψωσης της ακτής κατέστη δυνατό να ερμηνευθεί η στρωματογραφία του λιμανιού και να γίνουν παρατηρήσεις ως προς τον τρόπο κατασκευής του. Σώζονται υπολείμματα δύο κυματοθραυστών ή κυματοθραύστη και μόλου, οι οποίοι θα εκτείνονταν προς βορρά. Βάσει των ανέμων που κυριαρχούν στην περιοχή (ΒΑ και κυρίως ΒΔ) εκτιμάται ότι οι μόλοι-κυματοθραύστες είχαν κατασκευαστεί με διεύθυνση α. ΒΔ και β. ΒΑ. Η είσοδος του λιμανιού τοποθετείται μεταξύ του κυματοθραύστη με διεύθυνση ΒΑ και του βράχου που ορίζει και προστατεύει το λιμάνι από τα δυτικά.

 Οι κατασκευές εδράζονταν πάνω στο φυσικό βυθό από άμμο. Το κομμάτι που βρίσκεται μέσα στη θάλασσα κατασκευάστηκε από υδραυλικό κονίαμα, κροκάλες και θραύσματα πετρωμάτων της περιοχής μέσα σε ξύλινο καλούπι. Πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας η κατασκευή αποτελούνταν από μεγάλους πελεκημένους λίθους τοποθετημένους στην εξωτερική πλευρά και εγκάρσια ανά διαστήματα, και πλήρωση του εσωτερικού με χυτό υλικό.

Το λιμάνι της αρχαίας Αιγείρας αποτελεί τυπικό παράδειγμα ρωμαϊκού λιμανιού ως προς την τεχνική της κατασκευής με την εκτεταμένη χρήση χυτών υλικών. 


Το λιμάνι χρονολογήθηκε με μεγαλύτερη ακρίβεια βάσει των δεδομένων που προέκυψαν από τις ανασκαφές στα κατάλοιπα της αρχαίας πόλης. Η κατασκευή αυτού του αρκετά δαπανηρού έργου τοποθετείται στην περίοδο ακμής της πόλης 2ος -α΄ μισό του 3ου αι. μ.Χ., και ίσως γύρω στα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα Μάξιμου Θράκα (236-238 μ.Χ.). Επίσης βάσει των ερευνών που έγιναν στο αρχαίο θέατρο διαπιστώθηκε πως αυτό εγκαταλείπεται στα 250 μ.Χ., οπότε και διακόπτονται, χωρίς να ολοκληρωθούν ποτέ, οι οικοδομικές εργασίες επισκευής του. Το γεγονός αυτό καθώς και η εγκατάλειψη του λιμανιού αποδόθηκαν βάσει γεωλογικών μελετών σε μεγάλο και καταστροφικό σεισμό στα τέλη του 3ου αι. μ.Χ. από τον οποίο η πόλη πιθανότατα δεν μπόρεσε να ανακάμψει.


Τα συμπεράσματα τα οποία έχουν μέχρι σήμερα εξαχθεί για την τοπογραφία και την κατασκευή του αρχαίου λιμανιού βασίζονται σε παρατηρήσεις που έχουν γίνει στα ορατά κατάλοιπά του. Το γεγονός ότι δεν έχει διενεργηθεί ανασκαφική έρευνα εμποδίζει σημαντικά την κατανόηση και αποκατάσταση του συνολικού σχεδίου του λιμανιού. Εντούτοις παραμένει μια πολύ σημαντική αρχαιολογική θέση καθώς είναι ένα από τα λίγα ρωμαϊκά λιμάνια που σώζονται στον ελλαδικό χώρο και ίσως το μοναδικό που σώζεται εξολοκλήρου στην ξηρά. 

Ο βράχος στα δυτικά του λιμανιού

 Τα Μαύρα Λιθάρια έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο κατά την ελληνική επανάσταση. Στις 4 Ιανουαρίου 1823 διεξήχθη εκεί η περίφημη ομώνυμη μάχη μεταξύ Ελλήνων υπό τους οπλαρχηγούς Παναγιωτάκη Γεραρή, Ζαΐμη και Πετμεζά, με στρατό 3.500 ατόμων υπό το Ντελή Αχμέτ από την μεγάλη στρατιά του Δράμαλη. Από την μάχη εκείνη, μόνο 600 Τούρκοι διεσώθησαν φεύγοντας προς την Πάτρα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε λειτουργήσει στην περιοχή του οικισμού λιγνιτωρυχείο, από όπου εξήγαγαν κάρβουνο, λιθάνθρακα και ανθρακίτη που φορτώνονταν σε πλοία με προορισμό τις ευρωπαϊκες χώρες. Εναέριο σύστημα με βαγονέτα και προβλήτες στην παραλία εξυπηρετούσαν την όλη παραγωγική διαδικασία. 

Άγιος Παντελεήμονας -πιθανή θέση αρχαίου ναού

Υποστηρίζεται ότι στα Μαύρα Λιθάρια στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα η εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος υπήρχε αρχαίος ναός και αργότερα μοναστήρι.

Άποψη του λιμανιού από τα Ανατολικά. - φωτ. tovima.gr  

 Η θέα προς Δ. από τον βράχο


Αρκεί να χουμε ένα σπίτι πάνω στη θάλασσα! Καμιά ευαισθησία ούτε στην ιστορία ούτε  και στο περιβάλλον!

Στη δεκατετία του 70, μαθήτρια του εξαταξίου γυμνασίου Δερβενίου πηγαίναμε περίπατο στα Μαύρα Λιθάρια αλλά κανείς δεν μας είχε μιλήσει για το αρχαίο λιμάνι. Τι κρίμα!  Πέρασαν αρκετές δεκαετίες από τότε που έμαθα για την ύπαρξή του.  Το καλοκαίρι του 2020 το επισκέφτηκα, όμως το τοπίο έχει αλλάξει από τότε που ήμουν μαθήτρια, η πρόσβαση στη θάλασσα και στο λιμάνι δύσκολη, έχουν κτιστεί σπίτια πάνω στο κύμα, υπάρχουν βέβαια κάποια σκαλιά που σε οδηγούν στην παραλία και στην δυτική πλευρά του λιμανιού, αλλά και αυτά είναι κρυμμένα μέσα στις καλαμιές.

Το αρχαίο λιμάνι στα Μαύρα λιθάρια αιώνες τώρα βρίσκεται εκεί  κρυμμένο, λησμονημένο, σε πλήρη εγκατάλειψη από την πολιτεία. Ίσως κάποιοι σύγχρονοι περιηγητές, αναζητητές τόπων και μύθων λησμονημένων να το ανακαλύψουν. 

 ΠΗΓΕΣ:

http://aigeira2.blogspot.com/2011/07/blog-post_9931.html

https://el.wikipedia.org

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

Αφροδίτη Ερυκίνη, ιερό και μαντείο στο Αφροδίσιον όρος Αρκαδίας

 Ιερό της Αφροδίτης Ερυκίνη, ένα "λησμονημένο ιερό" στα 1150μ. υψόμετρο.

Πάνω σε πλαγιά του Αφροδεισίου όρους της Αρκαδίας και δίπλα στο δρόμο που συνδέει το Νέο Πάος με τη Κοντοβάζαινα σώζονται τα ερείπια του αρχαίου ιερού της Αφροδίτης Ερυκίνης.

Για να φτάσει κανείς εκεί πρέπει να πάρει το δρόμο Διακοφτού - Καλαβρύτων και μετά από δυο ώρες φτάνει στον προορισμό του. Θα περάσει από Καλάβρυτα, Άνω και Κάτω Λουσοί , Σπήλαιο Λιμνών, Κλειτορία και Πάος. Ο δρόμος είναι καλός, η διαδρομή είναι καταπληκτική, μέσα από φαράγγια, έλατα, γραφικά χωριά και κωμοπόλεις. Πράσινο παντού. 

 Σύμφωνα με έναν τοπικό μύθο εδώ τοποθετείται η γέννηση της Αφροδίτης της Λαδωγενής, στον Λάδωνα ποταμό. Σύμφωνα με τον Ησίοδο  η Αφροδίτη αναδύθηκε από τον αφρό της θάλασσας, στα Κύθηρα,  Κυθέρεια Αφροδίτη, όταν έπεσαν σε αυτήν τα αποκομμένα από τον Κρόνο γεννητικά όργανα του πατέρα του Ουρανού. Στη συνέχεια τα κύματα την παρέσυραν και την πήγαν στην Πάφο της Κύπρου όπου  λατρεύτηκε ως θεά και προστάτης του νησιού με την επωνυμία  Κύπριδα.

Στην είσοδο του ιερού της Αφροδίτης Ερυκίνης

 Κατά την αρχαιότητα το ιερό της Αφροδίτης Ερυκίνης  υπήρξε σημαντικό κέντρο λατρείας όπως και μαντείο της περιοχής. Το ιερό ανέσκαψε η αρχαιολόγος Χρ. Καρδαρά, η οποία έχει γράψει το βιβλίο « Αφροδίτη Ερυκίνη. Ιερόν και μαντείον εις την ΒΔ Αρκαδίαν» εκδ. Αρχαιολογική Εταιρία 1988 και το οποίο είναι εξαντλημένο.  

Τριπλούν Οίκημα

 Το Ιερό αποτελείται από δύο μέρη το Ανατολικό συγκρότημα και το Βορειοδυτικό. Το πρώτο αποτελείται από τρεις χώρους - οικήματα - εξού και η ονομασία του Τριπλούν Οίκημα, που χρησιμοποιούνταν ως εργαστήρια και κοιτώνες. Διέθετε και σύστημα μεταφοράς νερού για ομαδικά λουτρά.

Τριπλούν Οίκημα

 Το δεύτερο, το ΒΔ, αποτελείται από το Τέμενος, το οποίο ήταν μεγάλων διαστάσεων, με τον πυραμιδοειδή πώρινο θησαυρό και το Τελεστήριο όπου πραγματοποιούνταν η λατρεία της Θεάς και περιβάλλεται από ένα τείχος.

Από το σύνολο των κτιρίων σώζονται κυρίως λείψανα των θεμελιώσεων τους, μέρος του θησαυρού και τμήματα της τοιχοποιίας του Τελεστηρίου και κάποιων κτιρίων του Τριπλούν Οικήματος. Στον αρχαιολογικό χώρο είναι κτισμένο το εξωκλήσι του Αγίου Πέτρου πάνω στο τέμενος της θεάς.

 Ο αρχαιολογικός χώρος είναι καθαρός, περιποιημένος και  περιφραγμένος, αλλά προσβάσιμος γιατί η πόρτα εισόδου είναι ανοικτή, εμείς έτσι τη βρήκαμε κατά την επίσκεψή μας εκεί τον Αύγουστο του 2020.

Η θέα από τον χώρο είναι καταπληκτική. Άπειρες κορυφές βουνών γύρω σου, χαράδρες και φαράγγια, ένα τοπίο που μόνο στην χώρα μας υπάρχει. Έχει ομορφιές η πατρίδας μας αλλά πολλές από αυτές μας είναι άγνωστες. Αξίζει να κάνεις κανείς αυτό το ταξίδι και να επισκεφτεί αυτόν το ξεχωριστό τόπο, να περπατήσει εκεί που οι πρόγονοί μας λάτρευαν τη θεά Αφροδίτη, να ταξιδέψει το μάτι του στις άπειρες αρκαδικές βουνοκορφές, να ακούσει τους ήχους των κουδουνιών των προβάτων και αν είναι τυχερός μπορεί να ακούσει τον ήχο της σύριγγας του Πάνα μιας και τα αρκαδικά βουνά ήταν τα λημέρια του. 

Φωτ. από το Τριπλούν Οίκημα στην Ανατολική πλευρά του Ιερού της Αφροδίτης Ερυκίνης

  

 




















     


 



 


Φωτογραφίες από τη ΒΔ πλευρά του Ιερού της Αφροδίτης Ερυκίνης
 
Τέμενος και Τελεστήριο

 
 
Τελεστήριο
 
 
 
 
 
 
 
 

 

Τέμενος της Αφροδίτης Ερυκίνης - εξωκκλήσι Αγίου Πέτρου









Πυραμοειδής πώρινος Θησαυρός εντός του Τεμένους       









 

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Σπήλαιο Πιτσών Κορινθίας


Το Σπήλαιο Πιτσών βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 750 μ. κοντά στα χωριά των Άνω Πιτσών και Άνω Λουτρού Ξυλοκάστρου Κορινθίας. Έχει δύο εισόδους, την κύρια, διαστάσεων 0,70 Χ 2,10 μ., καθώς και μία μικρότερη στην οροφή, σε απόσταση περίπου 10 μ. από την κύρια. Το εσωτερικό αποτελείται από μία ευρύχωρη αίθουσα με έντονα κατηφορικό δάπεδο, από την οποία εκκινούν πλευρικοί διάδρομοι, που οδηγούν σε επτά μικρότερες αίθουσες.
Είσοδος του Σπηλαίου
 Το σπήλαιο ανασκάφηκε το 1934 από τους Αναστάσιο Ορλάνδο και Μάρκελο Μητσό, και απέδωσε πολύ σημαντικά ευρήματα, που τεκμηρίωσαν την ιερότητα του χώρου και τη λατρεία των Νυμφών. Η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας πραγματοποίησε μικρή συμπληρωματική έρευνα. Από τα ευρήματα προκύπτει ότι η λατρευτική χρήση του σπηλαίου άρχισε ήδη τον 7ο αιώνα π.Χ. (Γεωμετρική περίοδος) και συνεχίστηκε μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ. (Ρωμαϊκή περίοδος).

Η κεραμική εκπροσωπείται κυρίως από πλήθος μικύλλων και άλλους τύπους αφιερωματικών αγγείων, όπως οι κορινθιακοί αρύβαλλοι και οι αττικές μελανόμορφοι λήκυθοι, ως επί το πλείστον. Στα ειδώλια υπερτερούν γυναικείες μορφές, ενώ σπανίζουν οι ανδρικοί τύποι με εξαίρεση την παρουσία Σειληνών και Σατύρων. Μεγάλη ποικιλία διακρίνεται στα ειδώλια ζώων.

Σημαντική θέση κατέχουν αρκετά μεταλλικά αντικείμενα, όπως χάλκινα κάτοπτρα, κοσμήματα και νομίσματα, καθώς και μεγάλος αριθμός οστέινων αστραγάλων.

Τα σημαντικότερα ευρήματα, όμως, χάρη στα οποία το σπήλαιο απέκτησε τη φήμη του, είναι τέσσερις ξύλινοι πίνακες ζωγραφισμένοι με τη μέθοδο της ξηρογραφίας με ορυκτά χρώματα, οι οποίοι χρονολογούνται από το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. και αποτελούν μοναδικά έργα της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής σε ξύλο. Ο καλύτερα σωζόμενος εξ αυτών παρουσιάζει πομπή θυσίας με γυναίκες και παιδιά, ζωγραφισμένα με έντονα χρώματα σε λευκό φόντο, και εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Το σπήλαιο δεν αποτελεί οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο.



 Στις 4 Απριλίου του 1935 στα πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών καταχωρήθηκε η παρακάτω ανακοίνωση του Αναστασίου Κ. Ορλάνδου για τα ευρήματα του Σπηλαίου Πιτσάς.




 "Επ’ ευκαιρία των εγκαινίων της νέας αιθούσης του Μουσείου της Σικυώνος, ήτις εντός 5 μεγάλων προθηκών περιέλαβε και τα ευρήματα της ανασκαφής του σπηλαίου Πιτσάς, δεν κρίνω άσκοπον να παραθέσω το ιστορικόν της ανευρέσεώς των και να το συνοδεύσω με μίαν σύντομον περιγραφήν των.

 Κατά το θέρος του 1934 ποιμήν βόσκων τα πρόβατά του επί της πλαγιάς του βουνού, το οποίον εκτείνεται κατά μήκος του Κορινθιακού κόλπου και υπεράνω του παρά το Ξυλόκαστρον χωρίου Πιτσάς, εύρεν εντός σπηλαίου, γνωστού εις τους εντοπίους ως Σπηλιά του Σαφτουλή, αρχαίον πήλινον ειδώλιον και τινα θραύσματα αγγείων. Οδηγηθέντες εκ της ενδείξεως αυτής οι δημοδιδάσκαλοι Ντόκας και Σταματόπουλος και ο φοιτητής τότε, Καρούκης, επεσκέφθησαν το σπήλαιον και προχωρήσαντες βαθύτερον συνέλεξαν περί τα 30 τεμάχια ειδωλίων και αγγείων. Μεθ’ ό ειδοποιηθείσης της αρχαιολογικής Εφορείας Ναυπλίου, μετέβη επί τόπου ο τότε επιμελητής των αρχαίων κ. Μ. Μιτσός, όστις και προέβη εις πρώτην έρευναν του σπηλαίου, καθ’ ήν ανεύρε πολλάς δεκάδας θραυσμάτων αγγείων και ειδωλίων και δη και 4 τεμάχια ξυλίνων εζωγραφισμένων πινάκων, τα οποία εκόμισε εις το Υπουργείον Παιδείας.

 Η σπουδαιότης των ευρημάτων ήγαγε την αρχαιολογικήν υπηρεσίαν, εις την απόφασιν της ενεργείας συστηματικής ερεύνης του σπηλαίου, της οποίας την διεύθυνσιν μου ενεπιστεύθη, του κ. Μιτσού μετασχόντος και πάλιν μετά πολλού ζήλου.
Γυναίκες που συζητούν

 Η έρευνα του σπηλαίου δεν ήτο εύκολος, διότι και βαθύ είναι και σκοτεινόν και με ολισθηρόν το έδαφος. Δια να φθάσω εις το κάτω μέρος όπου είχον κυλισθεί τα αρχαία εδέησε να προσδεθώ δια σχοινίου και να υποστώ αρκετάς εκδοράς εις βάθος είκοσι μέτρων υπό το φως λυχνιών ασετυλίνης, το οποίον προσπίπτον επί των σταλακτιτών, οίτινες εσχημάτιζον τον ουρανόν του σπηλαίου, με μετέφερεν εις έναν εξωτικόν παραμυθένιον κόσμον, όστις μου επροκάλεσε δέος άμα και απόλαυσιν. Η συλλογή των πηλίνων αρχαίων ήτο πολύ επικίνδυνος, διότι τα στάζοντα επί αιώνας ύδατα του σπηλαίου πίπτοντα επί του πυθμένος εσχημάτισαν πέτρωμα, το οποίον περιέλαβε ως σύνδρομα στοιχεία τα θραύσματα των αρχαίων αγγείων και ειδωλίων. Αλλά οι κόποι μας αντημείφθησαν γενναίως. Οκτώ ολόκληρα κιβώτια πετρελαίου εγέμισαν με θραύσματα αγγείων και ειδωλίων, χαλκών και ξυλίνων αντικειμένων, μάλιστα δε πλαγγόνων, τινάς των οποίων δεικνύουν οι εικόνες 1 και 2. Εκ των πλαγγόνων αυτών άλλαι είναι του 7ου και του 6ου π.Χ. αι. ξοανόμορφοι ή δαιδάλειοι, άλλαι δε πάλιν συνήθη προϊόντα του κορινθιακού και του σικυωνίου κοροπλαστικού εργαστηρίου, εν ω άλλαι είναι του αττικού. Υπάρχουν όμως και μερικαί μεταγενέστεραι, ούτως ώστε να συμπληρούται συνεχής σειρά από του 7ου μέχρι του 3ου π.Χ. αιώνος, τουθ’ όπερ αποδεικνύει την επί αιώνας συνεχή εν τω σπηλαίω λατρείαν. Επειδή δε τα πλείστα των ειδωλίων εικονίζουν γυναικείας θεότητας, αρκετά δε και τον Πάνα και τινας επιτόκους γυναίκας, πρέπει να θεωρήσωμεν ως βέβαιον, ότι το σπήλαιον ήτο αφιερωμένον εις τα Νύμφας, τον Πάνα, ίσως δε και την θεάν των τοκετών Ειλείθυιαν, ακόμη και εις χθονίας θεότητας
Σκηνές θυσίας
Η λατρεία άλλως τε των Νυμφών πιστοποιείται και από το μοναδικόν εύρημα των ξυλίνων εζωγραφισμένων πινάκων εκ των οποίων εις, χρονολογούμενος εις τα μέσα του 5ου π. Χ. αιώνος και εικονίζων ταις Νύμφαις. Πλην δε των πηλίνων ειδωλίων θεοτήτων ευρέθησαν και άφθονα ομοιώματα ζώων - αλέκτορες, περιστεραί, κύνες, ίπποι, χοίροι, ακανθόχοιροι, χελώναι, τέττιγες και αρκεταί μικραί σφίγγες. Ευρέθησαν δ’ ωσαύτως και τινα χαλκά, ήτοι δίσκοι κατόπτρων, δακτύλιοι, μικρά αγγεία, αλέκτωρ, οφιόσχημα βραχιόνια και άλλα εξαρτήματα.

Σπουδαίον επίσης εύρημα απετέλεσαν δύο ξύλιναι μικραί πυξίδες με εγχάρακτον διακόσμησιν, ως και μικρά ξυλίνη ολόγλυφος παράστασις δύο μορφών, εκ των οποίων η μία κάθηται. Το σύμπλεγμα τούτο εικονίζει πιθανώτατα τας χθονίας θεότητας, την Δήμητρα και την Κόρην. Ευρέθησαν επίσης και πολλοί οστέινοι αστράγαλοι, αγνύθες, ακόμη δε και καρποί πίτυος (κουκουνάρια) εις τα κατώτερα στρώματα, δεν έλειψαν δ’ αφ’ ετέρου και τα μετά φαγεντιανής εφυαλώσεως ευρήματα, αρύβαλλοι, ακανθόχοιροι και μικρόν άρμα συρόμενον υπό σφιγγών. Τέλος ευρέθησαν και τινα νομίσματα Σικυώνος τα περισσότερα και Κορίνθου και εν βοιωτικόν. Αλλά και αγγείων ήλθεν εις φως μέγα πλήθος, εκ των οποίων αρχαιότερον μεν είναι θραύσμα υστεροελλαδικής εποχής, τα πλείστα όμως είναι του κορινθιακού εργαστηρίου, ως επί το πολύ πυξίδες αντιπροσωπεύονται δε εις αυτά όλαι αι εποχαί, πλεονάζουν όμως τα του λεγομένου ανατολίζοντος ρυθμού, πολλά των οποίων φέρουσιν ωραιοτάτην διακόσμησιν. Υπάρχουσιν ωσαύτως και αττικά μελανόμορφα ληκύθια με παράστασιν κενταύρων, ως και ερυθρόμορφα θραύσματα κρατήρων και αμφορέων. Σκύφων δε των καλουμένων εμβρύων ευρέθησαν εκατοντάδες, ως και πολλαί ανάγλυφοι σφίγγες και άλλα θηρία πραγματικά και φανταστικά. Ταύτα πάντα, επιμελώς καταταχθέντα εσχάτως, κοσμούσι σήμερον ιδιαιτέραν αίθουσαν του μουσείου της Σικυώνος, το οποίον και μόνον χάριν των νέων ευρημάτων αξίζει τον κόπον μιας επισκέψεως".

Λεπτομέρεια του πίνακα γυναίκες που συνομιλούν

φωτ. ΑΘΗΝΟΛΟΓΙΟ
Λεπτομέρεια του πίνακα συνομιλίες γυναικών
ΠΗΓΕΣ: Υπουργείο Πολιτισμού