Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Υηττός, αρχαία βοιωτική πολίχνη


Βορειοανατολικά του χωριού Παύλου και σε απόσταση   4 χιλιομέτρων, στην περιοχή της Δένδρης, υπήρχε η αρχαία πολίχνη Υηττός που χρονολογείται από τον 19ο αιώνα π.χ. έως και τον 3ο αιώνα μ.Χ.  
Ήταν χτισμένη πάνω σε πετρώδη λόφο 300 μέτρων περίπου οχυρωμένη με τείχος, αλλού πολυγωνικό και αλλού ισοδομικό. Ένα τμήμα του τείχους σώζεται μέχρι σήμερα, αλλά αυτό που κάνει εντύπωση είναι οι εκατοντάδες χαραγμένες επιγραφές που υπάρχουν πάνω του, πολλές από τις οποίες διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Η πολυγωνική τειχοδομία ανήκει στους προϊστορικούς χρόνους. 
Σήμερα (2-2-2019) η πρόσβαση στο κομμάτι του σωζόμενου τείχου, που βρίσκονται οι επιγραφές, είναι δύσκολη διότι η περιοχή είναι γεμάτη πουρνάρια που την καθιστούν αδιάβατη.


Στην κορυφή του λόφου υπήρχε Ασκληπιείο- θεραπευτήριο και ναός του Ηρακλέους με λατρευτικό άγαλμα μια άμορφη πέτρα (λίθος αργός) που είχε την δύναμη να γιατρεύει από αρρώστιες  σύμφωνα με τον Παυσανία, ενώ τώρα υπάρχει εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. 
φωτ. του Ηλία Σιατούνη
 













Για τη στήριξη της ημικυλλινδρικής στέγης έχουν χρησιμοποιηθεί δύο κίονες στη μέση της εκκλησίας. Στην αγία τράπεζα έχει χρησιμοποιηθεί μια βαριά τετράγωνη πλάκα προερχόμενη από το βάθρο χάλκινου ανδριάντα του Σεπτίμου Σεβήρου. Εξωτερικά μπορεί να δει κάνεις πολλούς  αρχαίους λίθους εντοιχισμένους στο εκκλησάκι.  
τάφος

 Υπάρχουν πολλοί λακοειδείς τάφοι συλημένοι εντός της ακρόπολης αλλά και εκτός. Στα ριζά του λόφου μπορεί να δει κανείς σήμερα πολλά ανοίγματα, μικρά και μεγάλα, υπολείματα αρχαίων μεταλλείων σιδήρου.



πέτρα του τείχους με επιγραφή- φωτ. Ηλία Σιατούνη


Σύμφωνα με πληροφορίες στην ΒΑ πλευρά του λόφου, 500 μέτρα από τον Άγιο Αθανάσιο, υπάρχει σπήλαιο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες που δεν έχει εξερευνηθεί.

τάφος



τάφος



Η λέξη Υηττός το πιο πιθανό είναι να προέρχεται ετυμολογικώς από το υετός (βροχή), το οποίο από τα ύ-ω (= βρέχω) + ετός (= πεμπτός), με τροπή του ε σε η (υετώτατος > υεττός).


Η πόλη ιδρύθηκε από τον Αργείο φυγά Ύηττο.  Σύμφωνα με την παράδοση ο Ύηττος σκότωσε τον Μόλουρο γιατί τον βρήκε στο κρεβάτι της γυναίκας του. Έφυγε τότε και ήρθε στον Ορχομενό, Αυτός τον φιλοξένησε και του παραχώρησε μέρος από τη γη του, ΝΔ της Κωπαΐδας, όπου με τη βοήθεια του βασιλιά  Ορχομενού έχτισε την πόλη του. Λέγεται ότι ο  Ύηττος  ήταν ο πρώτος που τιμώρησε μοιχό.

Τον Ύηττο αναφέρει και ο Ησίοδος στο ποίημά του « Μεγάλαι Ηοίαι » και σε μετάφραση είναι το πιο κάτω: 

Ο Υηττός αφού σκότωσε τον Μέλουρο 
τον αγαπημένο γιο του Αρίσβαντα,                                                                    γιατί τον βρήκε στο κρεβάτι της γυναίκας του, 
κι αφήνοντας το σπίτι του,  
 έφυγε από το αλογοτρόφο Άργος.

 Και πήγε στο Μινύιο Ορχομενό κι αυτός                                                         
ο ήρωας τον δέχτηκε και του δωσε 
μοίρα κτημάτων όπως του άξιζε.    



  Για να επισκεφτεί κάποιος σήμερα την ακρόπολη της Υηττού θα πρέπει να πάρει την οδό Υηττό  από το χωριό Παύλο και προχωρώντας ευθεία μετά από 4χιλ. περίπου θα βρει  στα δεξιά του ένα μεγάλο αμπέλι «το αμπέλι του Ντάνου», έχει και ταμπέλα,   και ακριβώς στα αριστερά του δρόμου ξεκινά ο χωμάτινος δρόμος  που περνά μπροστά από ένα μαντρί και που πηγαίνει στην ακρόπολη. 

Συντεταγμένες για την ακρόπολη της Υηττού: 38.557812,23.103561





Το πιο πάνω σχέδιο και τα σχόλια που έπονται είναι από  του Παυσανίου Ελλάδος Περιηγήσεις - Βοιωτικά - της Εκδοτικής Αθηνών.
"Λείψανα του οχυρωτικού περιβόλου της Υήττου. Τα σπίτια της αρχαάς πολίχνης που ήταν πάνω στο λόφο και γύρω από αυτόν  ήταν χτισμένα με πλιθιά και άλλα φθαρτά υλικά και δεν άφησαν ίχνη. Ανασκαφή έγινε στην κύρια πύλη, στη σχετική ομαλή δυτική πλευρά του λόφου ( αριθ. 1 στο σχέδιο), αποκαλύφθηκε το λιθόστρωτο δάπεδο, όπου διακρίνονται και αμαξοτροχιές. Η δίοδος ανάμεσα στους δυο καμπτόμενους βραχίονες του τείχους έχει πλάτος 3,5 μ. 
Βορειότερα διατηρείτε η έξω  παρειά του τείχους σε μεγάλη έκταση( 2 και 3, με πολυγωνική τειχοδομία προκλασσικών χρόνων). Μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τη γραμμή του τείχους αρκετά βορειότερα,όπυ άρχιζε να κάμπτεται προς τα ανατολικά ( αριθ. 4). 
Στα ανατολικά ( αριθ. 5)η πλαγιά είναι απότομη και τα θεμέλια του τείχους με επίχωση πολλών χωμάτων που έπεσαν από τα ψηλότερα μέρη του λόφου.  Ίχνη μόνο παρατηρούνται και στη νότια πλευρά, εκτός από έναν πύργο στα ΝΑ (αριθ. 6), ο οποίος εξέχει από το τείχος 1,8 μ. και έχει πλάτος περίπου 5 μ. και μια δίοδο στην κατηφορική νότια πλαγιά ( αριθ. 7).Το πλάτος του ανοίγματος είναι περίπου 1 μ. και το μήκος (με σκαλοπάτια)  3 μ. περίπου. 
Το υπόλοιπο τμήμα ως την περιοχή της νότια πύλης δεν διατηρήθηκε εξαιτίας ενός ορυχείου σιδήρου (αριθ. 8). Ο αρχαίος δρόμος που ένα μέρος του ήταν λαξευμένος στο βράχο ανασκάφτηκε σε μήκος 3 μ. στη θέση 9. Σκαλισμένος με επιμέλεια  χώρος, προσιτός με σκάλα 7 βαθμίδων, βρέθηκε στη θέση 10.  
Ένα υπαίθριο ιερό με αναθηματικές κόγχες  σκαλισμένες στο βράχο  , φαίνεται πως υπήρξε στην ανατολική πλαγιά του λόφου ( αριθ. 11). Άλλο χτίσμα κατά μέγα μέρος σκαλισμένο στο βράχο, υπάρχει βορειότερα ( αριθ. 12). 
Στα βορειοδυτικά της εκκλησίας αποκαλύφτηκε λιθόστρωτη αυλή και πιθάρι από εγκατάσταση των ύστερων χρόνων της αρχαιότητας αριθ. 13), μεταγενέστερα επίσης είναι δυο μικρά υπόγεια δωμάτια με παλιότερους λίθους σε δεύτερη χρήση.   
 



ανοίγματα μεταλλείων
μεταλλείο
μεταλλείο


μεταλλείο
 

 


τάφος

τάφος

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Ο χρόνος στην κλασσική Ελλάδα

 Ομιλία του καθηγητή Βασίλη Κάλφα στο Μουσείο Ηρακλειδών
  

 Ο χρόνος είναι το πιο πολύπλοκο φυσικό μέγεθος, αλλά και μια δύσκολη φιλοσοφική έννοια. Στην ελληνική αρχαιότητα η μελέτη του χρόνου άρχισε σχετικά αργά. Ως στο τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα δεν υπάρχει στην Ελλάδα ένα αποδεκτό και στοιχειωδώς επαρκές ημερολόγιο, που μπορεί να συντονίζει το ηλιακό έτος με τους σεληνιακούς μήνες, παρά τις απαιτήσεις της δαιδαλώδους και απαιτητικής πολιτικής ζωής στις μεγάλες πόλεις. Ο χρόνος και οι επιπτώσεις του στη ζωή των ανθρώπων αποτελεί βασικό θέμα για τους τραγικούς ποιητές, όχι όμως και για τους φιλοσόφους. Η πρώτη φιλοσοφική προσέγγιση του χρόνου γίνεται στον Τίμαιο του Πλάτωνα, στα μέσα του 4ου αιώνα και αμέσως μετά ο Αριστοτέλης θα αφιερώσει μια σημαντική πραγματεία στον χρόνο στα Φυσικά του.

 Η ομιλία βρίσκεται στην πιο κάτω διεύθυνση του blod.gr:


https://www.blod.gr/lectures/o-hronos-stin-klassiki-ellada/?fbclid=IwAR3m_AMx02iHgRQduQTwwraoq7FzVEtankUfefpfYAIfpLtYsBtjp6Z1oCw

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Γεωμυθολογική προσέγγιση του ποταμού Αχελώου και των Εχινάδων

«Μια Γεωμυθολογική προσέγγιση του ποταμού Αχελώου και των Εχινάδων νήσων»  από τον Ιωάννη Μπαντέκα, Drs Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.




Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Κύνος, ο αρχαιολογικός χώρος στις Λιβανάτες



Στην άκρη της πόλης των Λιβανατών, 3 χλμ. ΒΑ της σε χαμηλό λόφο που βρίσκεται στη θέση Πύργος ή Πάτι βρίσκεται αρχαιολογικός χώρος στον οποίο εντοπίστηκαν, ύστερα από ανασκαφές ερείπια αρχαίου οικισμού τα οποία έχουν ταυτιστεί με την ομηρική πόλη Κύνος της Οπουντίας Λοκρίδας. Ο λόφος έχει ύψος 15 μ. από τη στάθμη της θάλασσας και η ανώτερη επιφάνειά του έχει έκταση 200Χ70μ. Το λόφο τον βρίσκουμε παίρνοντας το δρόμο δίπλα στη θάλασσα από τις Λιβανάτες. 

Ο Κύνος αναφέρεται από τον 'Ομηρο, ως μια από τις πόλεις της ανατολικής Λοκρίδος που μετείχαν στην Τρωική εκστρατεία (Ιλιαδα, ΙΙ, 531-533). Η ανατολική Λοκρίδα αποτελούσε τμήμα του μυκηναϊκού κόσμου και ο Κύνος ήταν το κυριότερο λιμάνι της, που σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές κατοικήθηκε από τον Δευκαλύωνα και την Πύρρα (Στράβων ΙΧ, 4,2) ή από τον ήρωα Λοκρό που έδωσε το όνομά του στην περιοχή.

Ο Κύνος δεσπόζει ενός ζωτικού χερσαίου δρόμου και ελέγχει ένα σημαντικό θαλάσσιο πέρασμα στο βόρειο Ευβοϊκό κόλπο. Φαίνεται ότι ο λόφος δημιουργήθηκε από την επίχωση αλλεπάλληλων στρωμάτων κατοίκησης. Οι ανασκαφές στο Β.Δ τμήμα του έδειξε ότι η θέση χρησιμοποιήθηκε συνεχώς από την Τελική Νεολιθική (4300-3200π.Χ) μέχρι τους Βυζαντινούς χρόνους (5ος - 6ος αι. μ.Χ) 


Τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά λείψανα όμως ανήκουν κυρίως στην Ύστερη εποχή του Χαλκού, 12ος αι. π.Χ. Μεταξύ των στρωμάτων αυτών και των θεμελίων των υπερκείμενων κτισμάτων της Υστεροελλαδικής περιόδου, θεμέλια τοίχων αποτελούν ένδειξη για την παρουσία και των πρώιμων Υστεροελλαδικών φάσεων (14ος -13ος αι. π.Χ).

Τα κτίσματα της Υστεροελλαδικής, με πλίνθινους τοίχους σε θεμέλια από αργούς λίθους, ανήκαν σε συγκροτήματα οικιών με αποθηκευτικούς χώρους και εργαστήρια. μερικά δωμάτια περιείχαν δοχεία από άψητο πηλό για αποθήκευση της συγκομιδής. Τμήμα δαπέδου κεραμικού κλιβάνου, όστρακα κακής όπτησης και σκουριές αποτελούν ενδείξεις παραγωγής κεραμικών αγγείων και μεταλλουργίας. 




 







Τα κτίσματα καταστράφηκαν από σεισμό στα μέσα του 12ου αι. π.Χ. Στο στρώμα καταστροφής αυτής της φάσης βρέθηκαν τμήματα κρατήρων με παραστάσεις πολεμικών πλοίων και κομμάτια πήλινων ομοιωμάτων πλοίων, τα οποία παρέχουν πληροφορίες για τύπους σκαφών και ναυμαχίες της Ύστερης εποχής του Χαλκού.

Μετά το σεισμό τα κτήρια ανοικοδομήθηκαν ή επιδιορθώθηκαν και εφοδιάστηκαν με μεγάλους πίθους αντί για πήλινες θήκες. Ωστόσο, και αυτά κάηκαν στο τέλος του 12ου αι. π.Χ από φωτιά, η οποία ίσως προκλήθηκε από σεισμό. Τα ερείπια ισοπεδώθηκαν και μικρά κτίσματα κατασκευάστηκαν αμέσως μετά.

Βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές μικροί κιβωτιόσχημοι τάφοι. Τα κτερίσματα από τους τάφους ήταν φτωχά καθώς οι νεκροί στον Κύνο θάβονταν κατά κύριο λόγο «ακτέριστοι».

Σε έναν νεκρό είχε δοθεί ένα πήλινο σφονδύλι, σε άλλον ένα όστρεο, σε άλλον μία λεπίδα οψιανού. Κατ’ εξαίρεση σε μια ταφή, ανάμεσα στα κόκαλα του νεκρού, βρέθηκε ένα χάλκινο σκουλαρίκι και ένας μικρός μινύειος αμφορίσκος με χάραγμα από τεφρό πηλό. Σε έναν άλλο τάφο βρέθηκαν τέσσερα αγγεία τοποθετημένα γύρω από το ανώτερο τμήμα του κορμού του νεκρού. 
Σημαντικότερα μεταξύ των κινητών ευρημάτων αποτελούν όστρακα από κρατήρες καθώς και μια σειρά από πήλινα ειδώλια πλοίων. Τα όστρακα από τα αγγεία και τα ειδώλια βρέθηκαν όλα στις επιχώσεις που δημιουργήθηκαν κατά την πρώτη καταστροφή του οικισμού από σεισμό στα μέσα του 12ου αι. π.Χ..

Σε ένα τμήμα κρατήρα που αποκαλύφθηκε εικονίζεται ένα πλοίο, που αντιστοιχεί στην ομηρική περιγραφή των πλοίων των Αχαιών. Τέσσερα ακόμη όστρακα ισάριθμων κρατήρων, στα οποία αναγνωρίζονται παραστάσεις ίδιας θεματολογίας, καθιστούν τον Κύνο πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την αρχαία ναυπηγική.

Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει ένα παιδικό παιχνίδι,πήλινο πλοιάριο, που είχε ρόδες για να κυλάει, το οποίο αποτελεί το πρώτο και μοναδικό μέχρι στιγμής δείγμα παιδικού παιχνιδιού στη Μυκηναϊκή Ελλάδα



Στην Ελληνιστική περίοδο χρονολογείται το οχυρωματικό τείχος, το οποίο περιβάλλει την κορυφή του λόφου. Την εποχή της Ρωμαιοκρατίας, ο λόφος ξανακατοικείται με κτήρια που θεμελιώνονται πάνω από τα μυκηναϊκά. Η πρώιμη Βυζαντινή περίοδος επίσης επιβεβαιώνεται από την παρουσία κτηρίων.
Σκηνές ψαρέματος -Μουσείο Αταλάντης

Ο Αίαντας αρπάζει την Κασσάνδρα


Η περιοχή συνδέεται η περιοχή συνδέεται με δυο επιφανείς ομηρικούς ήρωες, τον Πάτροκλο και τον Αίαντα τον Λοκρό, μέχρι τώρα δεν έχουν εντοπιστεί από τις ανασκαφές ανακτορικά κέντρα ή μνημειακά ταφικά αρχιτεκτονήματα.  





ψάρεμα

 
                                                                                                      

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

Τάφος του Μινύα στον Ορχομενό


Στο δυτικό άκρο του σημερινού Ορχομενού, στους πρόποδες του Υφάντειου λόφου,  βρίσκεται ένα. από τα πιο έξοχα και εντυπωσιακά μνημεία των Μινυών  ο περίφημος «Θησαυρός» ή τάφος του Μινύα . Σε αυτόν πρέπει να είχαν ταφεί μέλη της βασιλικής οικογένειας των Μινυών Υπολογίζεται ότι χτίστηκε κατά τη 2η χιλιετηρίδα π.Χ.
 Βρίσκεται κοντά στα ερείπια του προϊστορικού οικισμού που αναπτύχθηκε στον Ορχομενό και κοντά στο μεταγενέστερο θέατρο της πόλης.
Ο Παυσανίας χαρακτηρίζει το μνημείο «θησαυρό» αλλά κατά τον Χρήστο Τσούντα είναι τάφος. Όμως δεν αποκλείεται να κτίστηκε αρχικά  για τάφος. Κι ύστερα χάρη στην ιερότητά του και το κύρος του, να χρησιμοποιήθηκε  και για τη φύλαξη θησαυρών, μας λέει ο Παπαρηγόπουλος.   Ωστόσο ανεξάρτητα από το σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί το μνημείο, πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο. Δίκαια ο περιηγητής ο Παυσανίας γράφει: "ο θησαυρός του Μινύα, σωστό θαύμα, δεν υστερεί από κανένα άλλο πράγμα απ'  όσα είναι μέσα ή έξω από την Ελλάδα".
Το μνημείο ήταν ορατό και φημισμένο για πολλούς αιώνες μετά την αρχική του χρήση και φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως τόπος λατρείας κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Ο τάφος ήταν άθικτος και πρέπει να αποτελούσε αξιοθέατο της περιοχής τουλάχιστον μέχρι και το 2ο αιώνα μ.Χ., όταν επισκέφθηκε τον Ορχομενό ο περιηγητής Παυσανίας και με θαυμασμό περιέγραψε την κατασκευή της θόλου.
O Παυσανίας όταν επισκέφθηκε, το 160 μ.Χ. το «Θησαυρό του Μινύου», θαύμασε τον τρόπο κατασκευής του, αντιπαραβάλλοντάς τον με τα κυκλώπεια τείχη της Τίρυνθας και τις πυραμίδες της Αιγύπτου (Παυσανίου, Βοιωτικά ΙΧ, 38), καθώς ο τάφος ακόμη και τότε, 15 αιώνες μετά την κατασκευή του, διατηρούσε άθικτη τη θόλο και το δρόμο του.
Στους αιώνες που ακολούθησαν, το μνημείο σταδιακά καλύφθηκε με επιχώσεις, αλλά εξακολουθούσε να είναι ορατό. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι περιηγητές που επισκέπτονταν τον Ορχομενό αναφέρουν τη θόλο του κατεστραμμένη.
Ο επισκέπτης ακόμα και σήμερα μένει κατάπληκτος από τη μεγαλοπρέπειά του. Είναι από τους πιο εύγλωτους μάρτυρες της περασμένης δόξας και του μεγαλείου των Μινύων. Ο  καθηγητής της αρχαίας ελληνικής τέχνης  Χρ. Τσούντας αναφέρει «Είναι από τα μνημειακώτερα και μεγαλοπρεπέστερα οικοδομήματα όλης της Κρητομυκηναϊκής αρχιτεκτονικής». 
Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν στα 1881-1885, αν και πρώτος επιχείρησε το 1803, χωρίς επιτυχία, ο γνωστός άγγλος Έλγιν. Ο τάφος όταν ανασκάφηκε από τον Σλήμαν δεν είχε γλυτώσει από τους τυμβωρύχους και γι' αυτό δεν βρέθηκαν αντικείμενα χάλκινα ή ασημένια ή χρυσά όπως σε άλλους θολωτούς Μινυακούς τάφους.
 Μετά τον Σλήμαν έκαναν ανασκαφές το 1893 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και στη συνέχεια Γερμανοί αρχαιολόγοι, με επικεφαλείς τους H. Bulle και A. Furtwaengler, στα 1903 και 1905. Το 1914 έγινε η αναστήλωση του μνημείου από τον Αναστάσιο Ορλάνδο.
Οι ανασκαφές αυτές έφεραν στο φως νεολιθικούς συνοικισμούς με κυκλικά και τετράγωνα θεμέλια σπιτιών, τάφους 3.000 χρόνων π.Χ., ανάκτορα, Ασκληπιείο  μυκηναϊκής εποχής  και άλλα που είναι δείγματα ότι ο τόπος κατοικήθηκε χωρίς χρονικά κενά από τη νεολιθική εποχή.
Για τους αρχαιολόγους ο τάφος του Μινύα , τόσο για την τεχνική του τελειότητα, όσο και για την εσωτερική του διακόσμηση, θεωρείται ανώτερος του τάφου του Ατρέως των Μυκηνών κι ένα από τα πιο έξοχα μνημεία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής.

Ο τάφος ήταν υπέργειος,  μαρμάρινος και αποτελείται από τέσσερα μέρη, το δρόμο (μία τάφρο), το στόμιο (είσοδος), τη θόλο (πελώριο κυκλικό οικοδόμημα με κωνική στέγη), και το θάλαμο (ορθογώνιο πλευρικό μικρό δωμάτιο).
Η θόλος, που είναι το σημαντικότερο από τα τέσσερα μέρη, είναι μια τεράστια κυκλική αίθουσα και έχει διάμετρο δαπέδου 14 μέτρα και τοιχώματα από πελεκημένα μάρμαρα ισοδομικά τοποθετημένα έτσι ώστε να σχηματίζουν δακτυλίδια. Τα δακτυλίδια αυτά όσο ανεβαίνουν γίνονται διαρκώς μικρότερα, ώσπου κλείνουν την κορυφή και σχηματίζουν έτσι μια θολωτή κυψέλη.

Η είσοδος είναι μεγαλοπρεπής και επιβλητική. Αρχικά είχε μήκος 30 μ. και είναι κατασκευασμένη από ασβεστόλιθο. Η πόρτα της μεγάλης αίθουσας, πλάτους 2,76 μέτρων και ύψους 5,60 μέτρων, σκεπάζεται με ένα τεράστιο υπέρθυρο ογκόλιθο 6 μέτρα μήκος και βάρους άνω των 120 τόνων.
Οι τοίχοι της εισόδου  του  τάφου και ο θάλαμος – το κυρίως νεκρικό δωμάτιο  είχαν διακομιστεί  με χάλκινους  ίσως και με χρυσούς ρόδακες. Το δάπεδο του θαλάμου ήταν χαλκοστρωμένο, όπως το χαλκόστρωτο παλάτι του Δία  πάνω στον Όλυμπο, που περιγράφει ο Όμηρος, όπως ο ναός της χαλκηοίκου Αθηνάς  στη Σπάρτη.
Οι διακοσμήσεις στο εσωτερικό του τάφου βεβαιώνονται από τις υποδοχές τους τοίχους κι από το μικρό απομεινάρι πλάκες χαλκού σφηνωμένου ανάμεσα στο δάπεδο και τον τοίχο αριστερά της εισόδου.   
Το εσωτερικό του τάφου πρέπει να είχε διακόσμηση με χάλκινα και χρυσά κοσμήματα και χαλκοστρωμένο το δάπεδό του, πράγμα που βεβαιώνεται από τις υποδοχές στους τοίχους κι από ένα απομεινάρι πλάκας χαλκού σφηνωμένο ανάμεσα στο δάπεδο και τον τοίχο αριστερά της εισόδου. Στη θόλο γίνονταν οι θυσίες και οι νεκρικές τελετές.
Στο κέντρο της θόλου σώζεται μαρμάρινο βάθρο μήκους 5,73 μ., που προστέθηκε κατά την ελληνιστική εποχή και επάνω του ήταν στημένα αγάλματα των θεών.
Στα βορειοανατολικά της θόλου υπάρχει μικρή πόρτα ύψους 2,12 μέτρων και πλάτους 1,44 μέτρων που συγκοινωνεί με το θάλαμο (μικρό ορθογώνιο τετράπλευρο δωμάτιο)
 Παρόμοιο πλευρικό δωμάτιο υπάρχει σε δύο ακόμη περιπτώσεις βασιλικών τάφων: στο θολωτό τάφο του Ατρέα στις Μυκήνες, που ήταν σύγχρονος με τον τάφο του Μινύα, και στο θολωτό τάφο Α στις Αρχάνες της Κρήτης.
Η οροφή του θαλάμου είναι καλυμμένη με πρασινωπές λεπτές λίθινες τετράγωνες πλάκες, σκαλισμένες με σπείρες, ρόδακες και άνθη παπύρου. Με παρόμοιες πλάκες, που έφεραν περίτεχνη πλούσια διακόσμηση κι αυτές,  φαίνεται –από απομεινάρια, που βρέθηκαν- ότι ήταν καλυμμένοι και οι τέσσερις κάθετοι τοίχοι του.
Δεν είναι γνωστό σε τι χρησίμευε το πλευρικό δωμάτιο. Ίσως ήταν οστεοφυλάκιο.

Ο τάφος είναι βασιλικός, γιατί μόνο οι βασιλικοί τάφοι ήταν θολωτοί ενώ των λαϊκών ήταν θαλαμωτοί.

Έθιμα ταφής στα Μυκηναϊκά χρόνια
 
Ο νεκρός μεταφερόταν μέσα στον τάφο πάνω σε ξύλινο φορείο, καλυμμένο με ύφασμα ή δέρμα. Τον τοποθετούσαν στο δάπεδο του ταφικού θαλάμου ή σε λάκκο, σε ύπτια στάση και σπανιότερα στη συνεσταλμένη εμβρυακή στάση . Στο μυκηναϊκό νεκροταφείο της Τανάγρας συνήθιζαν να τοποθετούν τους νεκρούς μέσα σε πήλινα κιβώτια, τις λάρνακες.
Οι συγγενείς και οι φίλοι άφηναν γύρω από το νεκρό τα κτερίσματα, δηλ. δώρα και ορισμένα προσωπικά αντικείμενα. Τα κτερίσματα ήταν αγγεία, ειδώλια, κοσμήματα, σφραγίδες, όπλα και εργαλεία, λύχνοι, θυμιατήρια. Επίσης πρόσφεραν καρπούς και λουλούδια.  
Τα είδη των κτερισμάτων που βρίσκουμε στους τάφους μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για το φύλο – άνδρα, γυναίκα- την ηλικία, την κοινωνική θέση, την εργασία και τον πλούτο των νεκρών, καθώς και τις σχέσεις της κοινωνίας με τους άλλους λαούς.
Μερικές φορές χρησιμοποιούσαν ένα λίθο κάτω από το κεφάλι του νεκρού αντί για μαξιλάρι. Τα χέρια του τα τοποθετούσαν στα πλευρά του ή τα σταύρωναν πάνω στην κοιλιά του.
Χάρη στις εικονιστικές παραστάσεις των ταναγραίων λαρνάκων γνωρίζουμε μερικές από τις νεκρικές τελετές.
Γινόταν η εκφορά του νεκρού  στον τάφο, όπου τον νεκρό τον συνόδευαν συγγενείς και φίλοι προσφέροντας δώρα. Συγκεντρώνονταν γύρω από τον νεκρό και οι γυναίκες θρηνούσαν τραβώντας τα μαλλιά τους, όπως γίνεται ακόμα και σήμερα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, είχαν και τελετουργικούς χορούς.  Κατά τη διάρκεια των νεκρικών τελετών γίνονταν αθλητικοί αγώνες προς τιμήν των νεκρών.
Αφού είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της ταφής , οι συγγενείς έκλειναν την είσοδο με λίθους και γέμιζαν το δρόμο με χώμα.