Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

Ακρωτήριο Ιασώνειον


To Ακρωτήριο Ιασώνειον (αγγλικά: Cape Jason‎) (τουρκικά: Yason Burnu) (τουρκικά: Iason) (αρχαία ελληνικά: Ιάσων) είναι ακρωτήρι στην άκρη της ομώνυμης χερσονήσου (Ιασόνιο Άκρο στις βορειοανατολικές ακτές της κεντρικής Τουρκίας, προς τον Εύξεινο Πόντο

Το Ακρωτήριο Ιασώνειον και η ομώνυμη χερσόνησος, αναφέρονται στη βιβλιογραφία και ως Ιασονία ακτή ή Ιασόνιο Άκρο ή "Ιασονίαν ακράν" ή "άκραν Ιασόνιον" ή "Ιασώνιον άκρον" ή "Ιασώνειον άκρον" ή Ιασώνειον Ακρωτήριον ή Ίασον ή Βοώνα ή Καπό Βόνα, ακρωτήρι του Ευξείνου Πόντου


Έχει παγιωθεί η άποψη πως το Ιασόνιον Άκρο έλαβε το όνομά του από τον Ιάσονα, ο οποίος φέρεται να έχει επισκεφθεί τη θέση κατά τη διάρκεια της Αργοναυτικής εκστρατείας. Η μοναδική ωστόσο σύνδεση του ακρωτηρίου με τον Ιάσονα γίνεται την κλασική εποχή στο κείμενο του Ξενοφώντα, ο οποίος αναφέρει πως οι Μύριοι αντίκρισαν την Ιασόνιον Ακτή, όπου λέγεται πως προσάραξαν οι Αργοναύτες. Σύμφωνα με τις πηγές στο ακρωτήριο υπήρχε κάποια αρχαία ελληνική πόλη, ενώ κατά τη Βυζαντινή περίοδο, το Ιασόνιον Άκρο αναπτύχθηκε σε σημαντικό θρησκευτικό κέντρο. 

Κατά την αρχαιότητα κοντά στο ακρωτήριο, στην Ιασόνια ακτή, υπήρχε εκεί ναός αφιερωμένος στον Δία και τον Ιάσωνα κοντά στο σημείο, που είχε σταθεί κατά την διάρκεια της Αργοναυτικής εκστρατείας (ακολουθώντας τον μύθο για το Χρυσόμαλλο δέρας), με σκοπό του ναού την προστασία των ναυτικών από τα ύπουλα νερά της Μαύρης Θάλασσας. 


Μια εκκλησία αργότερα, αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο αντικατέστησε τον αρχαϊκό ναό με παρόμοια αποστολή (την προστασία των ναυτικών). Κείτεται σε κατάφυτο μοναχικό σημείο, ακριβώς δίπλα σε ένα φάρο, με θέα τα κύματα του Εύξεινου, να χτυπούν τον Πόντο.


 Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου ή εκκλησία του Ιάσωνα, όπως λέγεται ακόμα και σήμερα, χτίστηκε με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική το 1868 από χριστιανούς Γεωργιανούς και Έλληνες κατοίκους της περιοχής, ενώ έγιναν εργασίες συντήρησης, αναστήλωσης και αποκατάστασης το 2004.

Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Ιασώνειον Άκρον, έχει ενσωματωμένο αρχαϊκό δομικό υλικό προερχόμενο μάλλον από τον αρχαϊκό ναό που οικοδόμησε στο ίδιο σημείο ο Ιάσων. Οι εσωτερικοί κίονες του ναού είναι λίθινοι(μη σπονδυλωτοί)και όμοιοι με τους κατακεκλυμένους κίονες που βρίσκονται στο εξωτερικό χώρο του ναού, γεγονός που παραπέμπει στους αρχαϊκούς χρόνους όταν οι κίονες κατασκευάζονταν ως μονολιθικοί.

 

Στη χερσόνησο Ιασόνιο Άκρο, που διαμορφώνει το ακρωτήριο, (Yaso) ουσιαστικά βρισκόταν ένας πολύ παλιός οικισμός – πόλη, μόλις 300 μέτρα δυτικά του Γιαλαντζί Γιασών (Ψευδο-Ιάσωνα, Yalancı Yason). Το Ιασόνιον Άκρον βρίσκεται ανάμεσα στις δυο αποικίες της Σινώπης, την αρχαία Αμισό (Σαμψούντα) και τα Κοτύωρα (Ορντού), εκεί που σύμφωνα με τη μυθολογία οι Αργοναύτες έκαναν θυσίες προς τιμή του Δία πριν φθάσουν στην Κολχίδα και μέχρι σήμερα διατηρεί το όνομα του Ιάσωνα (Γιασών Μπουρουνού ή Γιασούν Μπουρουνού, δηλαδή το ακρωτήριο του Ιάσωνα, Yason Burunu). 



Το βορειοδυτικό τμήμα αυτής της χερσονήσου είναι το βραχώδες ακρωτήριο, ενώ στο ανατολικό τμήμα υπήρχε ένα από τα καλύτερα φυσικά λιμάνια του Πόντου, το οποίο ονομαζόταν Γενήτης.

Η έρευνα στις καταθέσεις αργίλου και την κεραμική, κατά την αρχαιότητα, δείχνει στοιχεία κέντρου παραγωγής και εμπορίου. Η πόλη συνέχισε να λειτουργεί κατά και μετά την αρχαιότητα ως περιφερειακό κέντρο για το θαλάσσιο εμπόριο. Υπόλοιπα από τα ερείπια βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα σημεία της ακτογραμμής. Αρχαία λιμάνια και σημεία αναπαραγωγής των ψαριών μπορεί επίσης ακόμα να δει κανείς και σήμερα. Ένας κεραμικός κλίβανος στα ανατολικά και μία λαξευμένη δεξαμενή, ίσως για την επεξεργασία αλατιού, συμπληρώνουν επίσης τα αρχαιολογικά ευρήματα, του Ιασονίου Άκρου
 
Στο Ιασόνιο ακρωτήριο

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη στην Κύθνο



Ιδιαίτερα σημαντικά ήταν τα αποτελέσματα της συστηματικής ανασκαφής στην αρχαία πόλη της Κύθνου (σημερινό «Βρυόκαστρο»), που πραγματοποιήθηκε φέτος από 26/6 - 4/8. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν τα ευρήματα από τη συστηματική ανασκαφική έρευνα στην περιοχή του αρχαίου λιμανιού, στη βραχονησίδα «Βρυοκαστράκι» (το νησάκι στη 'μύτη' της χερσονήσου, που ως τουλάχιστον την ύστερη αρχαιότητα πρέπει να ήταν συνδεδεμένη με την ακτή με στενό ισθμό).Πρόκειται για την αποκάλυψη μιας τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα και ημικυλινδρική αψίδα, η οποία έχει δύο τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις, μια παλαιοχριστιανική και μια μεταγενέστερη (ίσως του 7ου - 8ου αιώνα), ενός κτιρίου μήκους 80 μ. περίπου, που αποτελείται από τουλάχιστον 15 ορθογώνια δωμάτια σε παράταξη και ισχυρούς εξωτερικούς τοίχους που εξυπηρετούσαν πιθανότατα και αμυντικούς σκοπούς, καθώς και δυο πύργων. Επίσης, εντοπίστηκαν δεκάδες ορθογώνιοι χώροι, εν μέρει λαξευμένοι στο φυσικό βράχο, για τους οποίους η ως τώρα έρευνα δείχνει χρήση τουλάχιστον ως την ύστερη αρχαιότητα, καθώς και θραύσματα κεραμεικής και εργαλείων από οψιανό της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου.
«Για πρώτη φορά με βεβαιότητα τεκμηριώθηκε Πρωτοκυκλαδική εγκατάσταση στη βραχονησίδα (σσ. 3η χιλιετία π. Χ.) […]. Δεν αποκλείεται κάποιοι από τους λαξευμένους χώρους να ανάγονται στην περίοδο αυτή. Εξαιρετικά σημαντική είναι η αναγνώριση για πρώτη φορά στην Κύθνο κεραμεικής της ΥΕ ΙΙΙΓ περιόδου (σσ. 12ο αι. π. Χ.). Φαίνεται λοιπόν ότι η θέση κατοικήθηκε ύστερα από περίοδο εγκατάλειψης ξανά στον 12ο αιώνα π.Χ., ίσως μάλιστα αδιάκοπα έκτοτε, αφού όλες οι χρονολογικές περίοδοι αντιπροσωπεύονται με ευρήματα, από την Πρωτογεωμετρική περίοδο έως και τα μέσα περίπου του 7ου μ.Χ. αιώνα (η τελευταία χρονολόγηση σύμφωνα με τα πρώτα πορίσματα της μελέτης της Χαρίκλειας Διαμαντή), που η πόλη εγκαταλείφθηκε οριστικά. Η αρχική μάλιστα σκέψη, που βασιζόταν στα πορίσματα της επιφανειακής έρευνας, ότι ο πυρήνας της αρχικής κατοίκησης της αρχαίας πόλης ήταν η βραχονησίδα και ότι εδώ συρρικνώθηκε η πόλη στην πρωτοβυζαντινή περίοδο, λίγο πριν εγκαταλειφθεί οριστικά και οι εναπομείναντες κάτοικοί της μετακινηθούν στην οχυρή ακρόπολη γνωστή σήμερα ως το Κάστρο της Ωριάς, επιβεβαιώνεται».
Τα παραπάνω αναφέρει, μεταξύ άλλων, ανακοίνωση του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων ως προς τα αποτελέσματα της φετινής ανασκαφής που πραγματοποιήθηκε από τον Τομέα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με τη συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, υπό την διεύθυνση του καθηγητή Αλεξάνδρου Μαζαράκη Αινιάνος και του Διευθυντή της Εφορείας δρ. Δημήτρη Αθανασούλη.
Σημειώνεται ότι φέτος, τις δύο πρώτες εβδομάδες ολοκληρώθηκαν οι εργασίες στην αρχαία δεξαμενή της 'Ανω Πόλης στο Βρυόκαστρο, ενώ τις τέσσερις επόμενες πραγματοποιήθηκε ανασκαφή στην περιοχή του αρχαίου λιμανιού, στη βραχονησίδα «Βρυοκαστράκι». Παράλληλα, ολοκληρώθηκαν οι στερεωτικές εργασίες στο ιερό του Απόλλωνος και της Άρτεμης (ανασκαφή 2002-2006) από τον συντηρητή του ΥΠΠΟΑ Γιώργο Καράμπαλη.
Πιο συγκεκριμένα, στο Μεσαίο Πλάτωμα στην 'Ανω Πόλη, προσαρτημένη στη ΝΑ γωνία του λατρευτικού Κτιρίου 1 των κλασικών-ελληνιστικών χρόνων, υπάρχει μια απιόσχημη δεξαμενή, λαξευμένη στο φυσικό βράχο, η οποία ερευνήθηκε συστηματικά το 2016-17 αποκαλύπτοντας πολυάριθμα ευρήματα, όπως μαρμάρινα γλυπτά και ενεπίγραφες στήλες που επέτρεψαν να ταυτιστεί το ιερό με το Ασκληπιείο και Αφροδίσιο των Κυθνίων. Από τον πυθμένα της προέρχονται πολλά ενδιαφέροντα ευρήματα, όπως ένας ακέραιος χάλκινος κάδος, καθώς και μεγάλος αριθμός άβαφων αγγείων άντλησης νερού που σχετίζονται με την τελευταία περίοδο χρήσης της, στους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους.

«Από το 'μπάζωμα' της δεξαμενής προήλθαν και φέτος αρκετά θραύσματα από την ανωδομή του παρακείμενου κτιρίου, όπως δύο ηγεμόνες κέραμοι που απολήγουν σε ανθέμιο και θραύσματα δωρικών κιονοκράνων και σφονδύλων κιόνων, από κογχυλιάτη λίθο. Συλλέχτηκαν επίσης αρκετά θραύσματα μαρμάρινων γλυπτών, μεταξύ αυτών δύο ακέραιες παιδικές κεφαλές (ενός αγοριού και ενός κοριτσιού, κλασικών χρόνων), μικρή κεφαλή Αφροδίτης ελληνιστικής περιόδου, και πήλινη κεφαλή Δήμητρας από μεγάλων διαστάσεων ειδώλιο, όψιμων κλασικών χρόνων», συμπληρώνει η ανακοίνωση.