Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη στην Κύθνο



Ιδιαίτερα σημαντικά ήταν τα αποτελέσματα της συστηματικής ανασκαφής στην αρχαία πόλη της Κύθνου (σημερινό «Βρυόκαστρο»), που πραγματοποιήθηκε φέτος από 26/6 - 4/8. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν τα ευρήματα από τη συστηματική ανασκαφική έρευνα στην περιοχή του αρχαίου λιμανιού, στη βραχονησίδα «Βρυοκαστράκι» (το νησάκι στη 'μύτη' της χερσονήσου, που ως τουλάχιστον την ύστερη αρχαιότητα πρέπει να ήταν συνδεδεμένη με την ακτή με στενό ισθμό).Πρόκειται για την αποκάλυψη μιας τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα και ημικυλινδρική αψίδα, η οποία έχει δύο τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις, μια παλαιοχριστιανική και μια μεταγενέστερη (ίσως του 7ου - 8ου αιώνα), ενός κτιρίου μήκους 80 μ. περίπου, που αποτελείται από τουλάχιστον 15 ορθογώνια δωμάτια σε παράταξη και ισχυρούς εξωτερικούς τοίχους που εξυπηρετούσαν πιθανότατα και αμυντικούς σκοπούς, καθώς και δυο πύργων. Επίσης, εντοπίστηκαν δεκάδες ορθογώνιοι χώροι, εν μέρει λαξευμένοι στο φυσικό βράχο, για τους οποίους η ως τώρα έρευνα δείχνει χρήση τουλάχιστον ως την ύστερη αρχαιότητα, καθώς και θραύσματα κεραμεικής και εργαλείων από οψιανό της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου.
«Για πρώτη φορά με βεβαιότητα τεκμηριώθηκε Πρωτοκυκλαδική εγκατάσταση στη βραχονησίδα (σσ. 3η χιλιετία π. Χ.) […]. Δεν αποκλείεται κάποιοι από τους λαξευμένους χώρους να ανάγονται στην περίοδο αυτή. Εξαιρετικά σημαντική είναι η αναγνώριση για πρώτη φορά στην Κύθνο κεραμεικής της ΥΕ ΙΙΙΓ περιόδου (σσ. 12ο αι. π. Χ.). Φαίνεται λοιπόν ότι η θέση κατοικήθηκε ύστερα από περίοδο εγκατάλειψης ξανά στον 12ο αιώνα π.Χ., ίσως μάλιστα αδιάκοπα έκτοτε, αφού όλες οι χρονολογικές περίοδοι αντιπροσωπεύονται με ευρήματα, από την Πρωτογεωμετρική περίοδο έως και τα μέσα περίπου του 7ου μ.Χ. αιώνα (η τελευταία χρονολόγηση σύμφωνα με τα πρώτα πορίσματα της μελέτης της Χαρίκλειας Διαμαντή), που η πόλη εγκαταλείφθηκε οριστικά. Η αρχική μάλιστα σκέψη, που βασιζόταν στα πορίσματα της επιφανειακής έρευνας, ότι ο πυρήνας της αρχικής κατοίκησης της αρχαίας πόλης ήταν η βραχονησίδα και ότι εδώ συρρικνώθηκε η πόλη στην πρωτοβυζαντινή περίοδο, λίγο πριν εγκαταλειφθεί οριστικά και οι εναπομείναντες κάτοικοί της μετακινηθούν στην οχυρή ακρόπολη γνωστή σήμερα ως το Κάστρο της Ωριάς, επιβεβαιώνεται».
Τα παραπάνω αναφέρει, μεταξύ άλλων, ανακοίνωση του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων ως προς τα αποτελέσματα της φετινής ανασκαφής που πραγματοποιήθηκε από τον Τομέα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με τη συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, υπό την διεύθυνση του καθηγητή Αλεξάνδρου Μαζαράκη Αινιάνος και του Διευθυντή της Εφορείας δρ. Δημήτρη Αθανασούλη.
Σημειώνεται ότι φέτος, τις δύο πρώτες εβδομάδες ολοκληρώθηκαν οι εργασίες στην αρχαία δεξαμενή της 'Ανω Πόλης στο Βρυόκαστρο, ενώ τις τέσσερις επόμενες πραγματοποιήθηκε ανασκαφή στην περιοχή του αρχαίου λιμανιού, στη βραχονησίδα «Βρυοκαστράκι». Παράλληλα, ολοκληρώθηκαν οι στερεωτικές εργασίες στο ιερό του Απόλλωνος και της Άρτεμης (ανασκαφή 2002-2006) από τον συντηρητή του ΥΠΠΟΑ Γιώργο Καράμπαλη.
Πιο συγκεκριμένα, στο Μεσαίο Πλάτωμα στην 'Ανω Πόλη, προσαρτημένη στη ΝΑ γωνία του λατρευτικού Κτιρίου 1 των κλασικών-ελληνιστικών χρόνων, υπάρχει μια απιόσχημη δεξαμενή, λαξευμένη στο φυσικό βράχο, η οποία ερευνήθηκε συστηματικά το 2016-17 αποκαλύπτοντας πολυάριθμα ευρήματα, όπως μαρμάρινα γλυπτά και ενεπίγραφες στήλες που επέτρεψαν να ταυτιστεί το ιερό με το Ασκληπιείο και Αφροδίσιο των Κυθνίων. Από τον πυθμένα της προέρχονται πολλά ενδιαφέροντα ευρήματα, όπως ένας ακέραιος χάλκινος κάδος, καθώς και μεγάλος αριθμός άβαφων αγγείων άντλησης νερού που σχετίζονται με την τελευταία περίοδο χρήσης της, στους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους.

«Από το 'μπάζωμα' της δεξαμενής προήλθαν και φέτος αρκετά θραύσματα από την ανωδομή του παρακείμενου κτιρίου, όπως δύο ηγεμόνες κέραμοι που απολήγουν σε ανθέμιο και θραύσματα δωρικών κιονοκράνων και σφονδύλων κιόνων, από κογχυλιάτη λίθο. Συλλέχτηκαν επίσης αρκετά θραύσματα μαρμάρινων γλυπτών, μεταξύ αυτών δύο ακέραιες παιδικές κεφαλές (ενός αγοριού και ενός κοριτσιού, κλασικών χρόνων), μικρή κεφαλή Αφροδίτης ελληνιστικής περιόδου, και πήλινη κεφαλή Δήμητρας από μεγάλων διαστάσεων ειδώλιο, όψιμων κλασικών χρόνων», συμπληρώνει η ανακοίνωση.
  

 

Κρήτη: Στο φως μινωικό ανάκτορο που χτίστηκε σε βράχο - ανακτορικό κέντρο Ζωμίνθου


Newsroom , CNN Greece

20:29 Πέμπτη, 06 Σεπτεμβρίου 2018 
Πολλά από τα μυστικά του έχει πλέον φανερώσει το ανακτορικό κέντρο της Ζωμίνθου στον Ψηλορείτη, ύστερα από μία εικοσαετία συστηματικής ανασκαφής, την οποία άρχισε ο αείμνηστος Γιάννης Σακελλαράκης και συνεχίζει η επίτιμη διευθύντρια Αρχαιοτήτων, δρ. Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη.

Φέτος, κατά τη διάρκεια της ετήσιας ανασκαφής της Αρχαιολογικής Εταιρείας που πραγματοποίησε η κ. Σαπουνά-Σακελλαράκη, αποκαλύφθηκαν «μία νέα διάσταση της λατρείας στο ανακτορικό κτίριο της Ζωμίνθου και οι απαρχές της στην Παλαιοανακτορική περίοδο (1900-1700 π.Χ)», αναφέρει ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού για τη Ζώμινθο, η οποία, «ιδρυμένη στα μισά περίπου της απόστασης από την Κνωσό προς το Ιδαίο Άντρο, υπήρξε για τους Μινωίτες ο χώρος που θα μπορούσε να υποκαταστήσει κατά τους χειμερινούς μήνες του χρόνου το ιερό σπήλαιο, όταν η πρόσβαση προς αυτό ήταν δύσκολη».

«Όπως έδειξε η αρχαιολογική έρευνα, ο φυσικός βράχος, στον οποίο είναι θεμελιωμένο το κτηριακό συγκρότημα, είχε λειτουργήσει από το 2000 π.Χ. περίπου ως υπαίθριος χώρος λατρείας με μικρές κατασκευές. Σε κοιλώματά του τοποθετούσαν οι λατρευτές αγγεία και άλλα αφιερώματα, που ήρθαν φέτος στο φως: egg cups (απλά αγγεία σε μορφή κυπέλλου με δισκοειδή βάση), άλλοτε άβαφα, άλλοτε βαμμένα με μαύρο χρώμα (κάποιες φορές με λευκές ταινίες πάνω σε μαύρο και άλλες βαμμένα με κόκκινο χρώμα). Όπως υποστηρίζει η Έ. Σαπουνά-Σακελλαράκη, ότι πρόκειται για λατρευτική πρακτική, γνωστή έως τώρα από τα μινωικά ιερά κορυφής» προστίθεται στην ανακοίνωση.

Σύμφωνα με τα σποραδικά λείψανα σε όλον τον χώρο, το κτιριακό συγκρότημα είχε ιδρυθεί πάνω στον βράχο. «Στο νοτιοδυτικό τμήμα, του οποίου η τελική μορφή αποκαλύφθηκε στη φετινή ανασκαφή, οι χώροι είναι διώροφοι και τριώροφοι με πλακόστρωτα ή ξύλινα δάπεδα πάνω στον βράχο. Στο τμήμα αυτό ήρθαν στο φως πέρυσι και φέτος πολύτιμα αντικείμενα και σκεύη: χάλκινα εγχειρίδια, σφραγίδα, λίθινα αγγεία κ.λπ. Στον ίδιο χώρο αποκαλύφθηκαν φέτος τμήμα από "κύπελλο κοινωνίας" και χάλκινο κουταλάκι που χρονολογούνται πριν το 1750 π.Χ., δηλαδή προ της περιόδου καταστροφής των πρώτων ανακτόρων» σημειώνει το υπουργείο Πολιτισμού. «Ανασκαφικά είναι η πρώτη φορά που απαντάται ο συνδυασμός του βράχου με πολυώροφο κτήριο σε οικιστικό κέντρο. Εικονογραφικά το συναντούμε μόνο σε λίθινο ανάγλυφο αγγείο από την περιοχή Γυψάδες της Κνωσού, όπου εικονίζεται ένας λατρευτής σκυφτός και γονατιστός να αφιερώνει σε βωμό ανάμεσα σε βράχους ένα αντικείμενο και πάνω από το βραχώδες τοπίο εικονίζεται ένα κτίσμα» τονίζεται στην ανακοίνωση.

«Τα ευρήματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω επιβεβαιώνουν την εικόνα λατρείας κατά την άσκηση της οποίας, όπως θεωρεί η ανασκαφέας, θα ελάμβαναν χώρα και τελετουργικά γεύματα, γεγονός που αποδεικνύεται από το πλήθος χυτρών, κωνικών κυπέλλων και τριπτήρων που θα χρησιμοποιούνταν πιθανώς για την παρασκευή εδεσμάτων» συμπληρώνει το υπουργείο και επισημαίνει για τη φετινή ανασκαφή: «Διεύρυνε τη συνολική ανεσκαμμένη επιφάνεια κατά 100 τ.μ. και αποκάλυψε και άλλα ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Χαρακτηριστική είναι μία είσοδος από Βορρά προς Νότο με δίφυλλη θύρα που οδηγούσε σε πλακόστρωτο χώρο, θεμελιωμένο σε διαμορφωμένο τμήμα του βράχου. Στα Μινωικά χρόνια μπορεί το πλακόστρωτο αυτό να χρησίμευε σαν υπαίθριος χώρος εκτέλεσης αθλοπαιδιών ή τελετών. Το ίδιο τμήμα άλλωστε χρησιμοποιήθηκε αργότερα, επί Ρωμαϊκής εποχής, ως λιθόστρωτος χώρος-αυλή του κτίσματος που είχαν κτίσει οι Ρωμαίοι πάνω στα ερείπια του μινωικού κτηρίου. Ένα νόμισμα του αυτοκράτορα Αδριανού που βρέθηκε στο σημείο αυτό, μαζί με άλλο νόμισμα, του Μάρκου Αυρήλιου, που είχε βρεθεί το 2017 επικυρώνουν την ρωμαϊκή παρουσία».

Επιπλέον, στη βορειοανατολική πλευρά του κτιρίου αποκαλύφθηκε μία άλλη εντυπωσιακή πλακόστρωτη είσοδος με πολύθυρο που οδηγούσε σε προθάλαμο με θρανίο. «Πλήθος κινητών ευρημάτων βρέθηκαν σε όλον τον χώρο της ανασκαφής, όπως π.χ. στον χώρο του ισογείου του λεγόμενου "μεταλλευτικού κλιβάνου", όπου φέτος ανασκάφηκε ο πλακόστρωτος ισόγειος χώρος αλλά και τμήμα του αρχαιότερου στρώματος, στο οποίο ήταν θεμελιωμένος ο κεντρικός πεσσός του» υπογραμμίζει το ΥΠΠΟΑ.
Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζουν τα κομμάτια ορείας κρυστάλλου που βρίσκονται σε μεγάλο πλήθος σε όλα τα δωμάτια του κτηρίου («το εργαστήριο ορείας κρυστάλλου είχε ανασκαφεί από τον Γιάννη Σακελλαράκη») μαζί με κομμάτια οψιανού. «Όπως πιστεύουν και άλλοι ερευνητές, η ανασκαφέας θεωρεί ότι η ύπαρξή τους ίσως έχει σχέση με κάποιες "μαγικές" ιδιότητες που τους απέδιδαν οι ένοικοι. Ιδιαίτερο εύρημα, όμως, αποτελούν τμήματα μεγάλου ρυτού (τελετουργικό αγγείο) σε σχήμα ταυροκεφαλής ύψους 30 εκ., το οποίο εντοπίστηκε σε ένα από τα δωμάτια της δυτικής πλευράς του κτηρίου. Η απάντηση, τέλος, για την προέλευση της πέτρας που χρησιμοποιήθηκε για την επίστρωση του δαπέδου του κτηρίου, συγκεκριμένα μεγάλων πλακών διαστάσεων έως και 3x1 μ., δόθηκε μετά την έρευνα της τοπογραφίας της περιοχής περί τα 20 χλμ. από τη Ζώμινθο, στα Ταλλαία Όρη, κοντά στο χωριό Δοξαρό. Πρόκειται για λατομείο που δίνει μεγάλες ασβεστολιθικές πλάκες που μοιάζουν με μάρμαρο» ενημερώνει η ανακοίνωση.




«Συμπερασματικά, παρά τη μακρά κατοίκησή του από τη Μινωική εποχή έως την εποχή της Βενετοκρατίας, παρά τις πολλές μετασκευές και τις αλλεπάλληλες λεηλασίες, το ανάκτορο της Ζωμίνθου διασώζει πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν τη μεγάλη σημασία του. Άλλωστε, πρόκειται για το μοναδικό μινωικό κέντρο, θρησκευτικό, οικονομικό και παραγωγικό, σε υψόμετρο 1200 μ., άριστα οργανωμένο, με πολλούς θρησκευτικούς χώρους, με εργαστήρια κατεργασίας πρώτων υλών και κατασκευής αντικειμένων, όπως το κεραμεικό εργαστήριο με τον κλίβανο δίπλα του και το καμίνι για τη χαλκουργία και με μεγάλες αποθηκευτικές δυνατότητες, όπως δείχνουν τα πιθάρια για τη φύλαξη προϊόντων του βουνού, μεταξύ των οποίων τα περίφημα βότανα του Ψηλορείτη, αλλά και του μαλλιού. Κυρίως, όμως, τόσο από το ίδιο το λαβυρινθώδες κτήριο, όσο και από τα τελετουργικά αντικείμενα που έχουν έρθει στο φως, αποδεικνύεται η σημασία και ο θρησκευτικός ρόλος του επί αιώνες στην λατρεία του Δία» καταλήγει η ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.




 
 













Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

«Δονακών» – Κυλούν ακόμη τα νερά του Ναρκίσσου;



ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΕΔΡΟ ΟΛΑΓΙΑ
Λίγες μυθικές εικόνες έχουν σαγηνέψει τόσο πολύ τη φαντασία της Δύσης όσο η εικόνα εκείνου του όμορφου Έλληνα νεαρού που πέθανε παγιδευμένος από τη
Νερά του Δονακώνα
θέα του ειδώλου του. Ορμώμενη πιθανόν από τη μακρινή και ξεχασμένη λατρεία κάποιου θεού ή ήρωα σχετιζόμενου με τον θάνατο και τη βλάστηση, η ιστορία του Ναρκίσσου έχει διανύσει τους αιώνες σαν ηθικό μυθολόγημα που νουθετεί με ωραίο τρόπο για την υπέρμετρη φιλαυτία, την αλαζονεία και τη ματαιότητα. 

Ήταν ο Οβίδιος, στις Μεταμορφώσεις του,1 εκείνος που αποκρυστάλλωσε για πάντα τούτη την ιστορία, απεικονίζοντας με επιδεξιότητα στους στίχους του στοιχεία του μύθου, όπως την παράξενη προφητεία του Τειρεσία («Θα φτάσει στα γεράματα, μονάχα αν δεν γνωρίσει τον εαυτό του»),2 τον αγχώδη διάλογο με τη Νύμφη Ηχώ («που να σωπαίνει δεν μπορεί όταν της μιλούν, ούτε και να μιλάει εκείνη πρώτη»),3 την τιμωρία της Ραμνουσίας Νέμεσης («Κι αν αγαπάει εκείνος, το αγαπημένο να μην κατέχει πρόσωπο»)4 και, βεβαίως, την ιδεοληπτική εικόνα του Ναρκίσσου («να φλογίζει και να φλέγεται»),5 αιχμαλώτου της φιλαυτίας του. 

Έτσι, όπως ο Οβίδιος συνέλαβε τον Νάρκισσο, τον αναπόλησαν αργότερα οι τοιχογραφίες της Πομπηίας, τα ψηφιδωτά της Αντιόχειας, οι μεσαιωνικοί στίχοι του Roman de la Rose, οι γενεαλογίες των θεών των Εθνικών που συνέταξε ο Boccaccio, το θέατρο του Calderón, οι καμβάδες του Tintoretto, του Caravaggio και του Poussin, τα γλυπτά του Rodin και του Brancusi, τα κείμενα του Rilke και του Beckett, οι παρτιτούρες του Scarlatti και του Gluck, καθώς και οι δυσνόητες θεωρίες του Freud.



1. Σκηνικό του μύθου 2. Ερείπια εκκλησιών της Ξηρονομής 3. Ξωκλήσι της Αγίας Τριάδος 4. Περιοχή της Τάτιζας 5. Αρχαίες Θεσπιές 6. Αρχαία Άσκρα 7. Κοιλάδα των Μουσών 8. Πηγή Αγανίππη 9. Πηγή Ιπποκρήνη 10. Σημερινή κοίτη του Δονακώνα

 Σε αναζήτηση σκηνικού



Οι λιγοστές αρχαίες πηγές που, πέρα από τον Οβίδιο, διατηρούν κάποια μνήμη του μύθου αυτού,6 τον συσχετίζουν ασαφώς με την περιοχή των Θεσπιών, στη Βοιωτία∙ μόνο ένα λιτό και αμφιλεγόμενο χωρίο του περιηγητή Παυσανία7 μάς προσφέρει μια φειδωλή ένδειξη για να επιχειρήσουμε την επί τόπου τοποθέτηση του σκηνικού της περιβόητης ιστορίας του Ναρκίσσου: «Θεσπιέων δὲ ἐν τῇ γῇ Δονακών ἐστιν ὀνομαζόμενος∙ ἐνταῦθά ἐστι Ναρκίσσου πηγή».

Η λέξη «Δονακών» αποτελεί ένα άπαξ, ένα αινιγματικό τοπωνύμιο χωρίς καμία αναφορά σε άλλη πηγή, το οποίο δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν προσδιορίζει ποταμό, θέση, οικισμό ή ακόμη και πηγή, αφού τα χειρόγραφα και οι παλιές εκδόσεις της Ελλάδος Περιηγήσεως διίστανται ως προς την αποτύπωση του συγκεκριμένου εδαφίου, αλλάζοντας έως και το γένος του εν λόγω τοπωνυμίου.8  


Ας αποτολμήσουμε λοιπόν μια υπόθεση: αν αναγνωσθεί στα συμφραζόμενά της
Ελικώνας
(«Ἐπὶ δὲ ἄκρᾳ τῇ κορυφῇ τοῦ Ἑλικῶνος ποταμὸς οὐ μέγας ἐστὶν ὁ Λάμος. Θεσπιέων δὲ ἐν τῇ γῇ Δονακών ἐστιν ὀνομαζόμενος...»), η έκφραση του Παυσανία –με τη διατύπωση που δίδεται εδώ– μοιάζει να αναφέρεται σε ένα ποτάμι, το οποίο γεννιέται στις κορυφές του Ελικώνα με το όνομα Λάμος9 και, διασχίζοντας τα εδάφη των Θεσπιέων, γίνεται γνωστό ως Δονακών. Δονακών είναι κύριο όνομα, παράγωγο αναμφίβολα της λέξης δόναξ, που σημαίνει «καλάμι», κάτι που μας κάνει να φανταστούμε την αρχαία θέση ως έναν καλαμιώνα όπου τρέχουν νερά. Πού ακριβώς όμως βρίσκεται τούτος ο τόπος όπου ο περιηγητής είδε την πηγή και άκουσε την ιστορία του Ναρκίσσου; Σώζεται άραγε σήμερα;

Ο πρώτος αρχαιοδίφης ταξιδιώτης που, σε «νεότερους» καιρούς, αποτόλμησε την ταύτιση του Δονακώνος είναι ο πολυπράγμων Άγγλος George Wheler, ο οποίος, έπειτα από πολλά ταξίδια στην Ευρώπη και την Ανατολή, δημοσιεύει στο Λονδίνο, το 1682, το έργο του A Journey into Greece. Από την ανάγνωσή του10 –και έχοντας υπόψη τις μεταγενέστερες ανασκαφές στην περιοχή– συμπεραίνεται ότι ο Wheler δεν τοποθετεί με ακρίβεια τις αρχαίες Θεσπιές αλλά μετατοπίζει τη θέση τους νοτιοδυτικά, κοντά στη σημερινή Ξηρονομή∙ ωστόσο, ελαφρώς βορείως της ενδεδειγμένης θέσης, ο ταξιδιώτης αναφέρει με το όνομα Tadza έναν μικρό οικισμό –σήμερα εξαφανισμένο– όπου συναντά κάποια αρχαία κατάλοιπα, μεταξύ των οποίων «a curious Fountain», την οποία συσχετίζει με την πηγή που είδε ο Παυσανίας και που τον κάνει να εικάζει ότι εκείνα τα ερείπια ανήκουν σε μιαν αρχαία «πόλη», ονόματι Δονακών.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο νεαρός ντιλετάντης William Gell, καρδιακός φίλος του Byron και του Scott, περιγράφει με ακρίβεια ωρών και λεπτών εκατοντάδες διαδρομές στην Ελλάδα, στα χνάρια του Παυσανία και του Στράβωνα: αφιχθείς στις «καλύβες» του Tatatzi, βλέπει κι αυτός χαλάσματα από τάφους και επιγραφές δίπλα σε ένα ρυάκι και μία εκκλησία, αλλά ταυτίζει το Neo Chorio (Νεοχώρι) –και όχι το Tatatzi– με τον τόπο που ο Wheler ονομάζει Δονακώνα∙ άλλωστε, κρατάει το εύηχο τοπωνύμιο αυτό για να αναφερθεί στο ποτάμι που, κατεβαίνοντας από τον Ελικώνα, περνάει δίπλα από το χωριό Exeromaies (Χηρονομή).11

Την ίδια σχεδόν χρονιά, ο διάσημος Ιρλανδός ζωγράφος και αρχαιολόγος Edward Dodwell αναφέρει κι αυτός ότι πέρασε από την περιοχή της Tatĕza12 –που όμως τοποθετεί στους βόρειους πρόποδες του Ελικώνα– και ότι είδε εκεί μια πηγή, την οποία δεν συσχετίζει με τον Νάρκισσο, όπως έκανε ο Wheler, αλλά με τη θρυλική πηγή Αγανίππη, την οποία αναφέρει και ο Παυσανίας.13 Έτσι λοιπόν, η μαρτυρία του προκαλεί σύγχυση, τουλάχιστον όσον αφορά τον ακριβή εντοπισμό της τότε γνωστής ως Tatĕza περιοχής.

Κάποια χρόνια μετά, ο ανήσυχος συνταγματάρχης W. M. Leake –έμπειρος στη
Ερείπια εκκλησιών της Ξηρονομής
χαρτογράφηση και τις τοπογραφικές ταυτίσεις– περνάει με τη σειρά του από την περιοχή Tadza, προλαβαίνοντας να δει αρχαίους ογκόλιθους, μια ερειπωμένη εκκλησία και τα κατάλοιπα από κάτι που έμοιαζε με αρχαία κρήνη.14 Επομένως, συνυπογράφει τη γνώμη του Wheler και αποδίδει τα ερείπια στον υποθετικό οικισμό Δονακώνα∙ το ίδιο θα κάνουν αργότερα και άλλοι μελετητές, όπως ο Bursian, ο Frazer και ο Παπαχατζής.15

Στις μέρες μας πλέον, οι ανασκαφές του Σπυρόπουλου στην περιοχή της εξαφανισμένης Τάτιζας16 επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός αρχαίου οικισμού και, περιέργως, ενός κυκλικού οικοδομήματος, που θα μπορούσε να είναι η κρήνη που είδαν ο Wheler και ο Leake, αν και όχι απαραίτητα εκείνη που αναφέρει ο Παυσανίας σε σχέση με τον Νάρκισσο. Επίσης, πέρα από αυτές τις τοπογραφικές εικασίες βάσει του κειμένου του αρχαίου περιηγητή, η γη έχει διαφυλάξει ένα υποβλητικό επίγραμμα,17 αφιέρωμα του αυτοκράτορα Αδριανού στον θεό Έρωτα, όπου τεκμηριώνεται η γειτνίαση της πόλης των Θεσπιών και του Όρους Ελικώνα με τον «ανθισμένο κήπο του Ναρκίσσου» («Ναρκίσσου παρὰ κῆπον ἀνθόεντα» ).

Είναι ορατός αυτός ο τόπος σήμερα; Θα ήταν αναγνωρίσιμος άραγε, σε περίπτωση που υπάρχει ακόμη; Προχωρώντας προς δυσμάς στον επαρχιακό δρόμο που ενώνει τις Θεσπιές με τη Θίσβη, στα έξι χιλιόμετρα από τα ερειπωμένα τείχη της πρώτης πόλης, περνάει κανείς δίπλα από το παλιό ξωκλήσι της Αγίας Τριάδος, κρυμμένο στην ομαλή πλαγιά πίσω από μια συστάδα κυπαρισσιών και πεύκων. Στην άλλη πλευρά του δρόμου, στην πεδιάδα, οι ανασκαφές της δεκαετίας του ’60 έφεραν στο φως κατάλοιπα από κτίσματα και αρχαία όστρακα: φημολογείται ότι εκεί βρίσκονταν τα σπίτια της Τάτιζας, αλλά δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα ότι υπήρξε και εκεί μια αρχαία κώμη με το όνομα Δονακών. Ο αινιγματικός τόπος στους πρόποδες του Ελικώνα που οι Ευρωπαίοι ταξιδιώτες ονομάζουν Τάτιζα (με μικρές φωνητικές παραλλαγές) μοιάζει να ήταν μια λιγότερο σαφής περιοχή ανάμεσα στο Νεοχώρι και την Ξηρονομή, παρ' όλο που η πρόσφατη τοπογραφική μελέτη του Farinetti18 υποστηρίζει ότι, μεταξύ 15ου και 17ου αιώνα, το αρβανίτικο χωριό Τάτιζα στεκόταν στις ποταμογενείς προσχώσεις βόρεια της Ξηρονομής, πάνω στον δρόμο ΘεσπιέςΘίσβη.


Συνεξετάζοντας εντέλει αυτές τις πληροφορίες και προβάλλοντάς τες πάνω στο
Χαράδρα στα νοτιοανατολικά της Ελλοπίας
σημερινό έδαφος, αμυδρή είναι η εικόνα που μπορούμε να έχουμε για τον «Κήπο του Ναρκίσσου». Κοντά στα πρώτα σπίτια της Ξηρονομής, στα νότια του ποταμού, σώζονται σήμερα συγκεχυμένα ερείπια τριών παλαιών χριστιανικών ναών, περιτριγυρισμένων από ασβεστωμένα πεύκα δίπλα στο σύγχρονο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου.19 Οι αρχαίοι ογκόλιθοι που χρησιμοποιήθηκαν τότε για την ανέγερση αυτών των εκκλησιών βρίσκονταν, πιθανότατα, ανάμεσα στα ξεχασμένα ερείπια της κοιλάδας της Τάτιζας. Είναι, προς το παρόν, τα μόνα εύκολα ορατά κατάλοιπα εκείνου του αβέβαιου οικισμού όπου άκουσε ο Παυσανίας την ιστορία του Ναρκίσσου. Εδώ λοιπόν, σε αυτές τις ποταμογενείς προσχώσεις όπου σήμερα φυτρώνουν καλλιέργειες, είναι που πρέπει να τοποθετήσουμε τον μύθο του. 

Ο Wheler, του οποίου το βοτανολογικό ενδιαφέρον ξεπερνούσε ακόμη και το αρχαιολογικό, δεν είδε ναρκίσσους σε αυτούς τους κάμπους, αλλά το απέδωσε στην εποχή του χρόνου, πεπεισμένος ότι η άνοιξη θα τους έκανε να ανθήσουν ξανά. Το πιο πιθανόν, όπως αποδεικνύουν η ετυμολογία και η προσεκτική ανάγνωση του Παυσανία, είναι ότι ο Δονακών ήταν αρχικά ποτάμι, το «Ποτάμι των Καλαμιών», που σίγουρα φύτρωναν σε τούτο τον τόπο, όπως ακόμη φυτρώνουν. Τα νερά του, όπως υπέθεσε ο Gell,20 κατεβαίνουν από τον Ελικώνα και φτάνουν έως εδώ αφού διασχίσουν τη μικρή χαράδρα στα νοτιοανατολικά της Ελλοπίας. Σε αυτή την πεδιάδα, πράσινη και ηλιόλουστη σήμερα, ήταν κάποτε ο «Κήπος του Ναρκίσσου». Τα νερά όπου ο νεαρός Θεσπιεύς θαύμαζε, αιχμαλωτισμένος, το είδωλό του ποτίζουν σήμερα αυτούς τους κάμπους με τα ελαιόδεντρα και τα σιτηρά στους πρόποδες του όρους των Μουσών.



(Ο Πέδρο Ολάγια είναι συγγραφέας και ελληνιστής, CHS Hellas Fellow in Geography of Myths του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ). 

Πηγή: