Τρίτη 18 Απριλίου 2017

Τα Μεγάλα ή εν Άστει Διονύσια, η μεγάλη γιορτή του θεάτρου



Γιορτή της Αρχαίας Αθήνας προς τιμήν του Ελευθερέως Διονύσου, που από ένα σημείο και μετά ήταν ταυτισμένη με τη διεξαγωγή δραματικών αγώνων. Μαζί με τα Παναθήναια, ήταν οι σπουδαιότερες γιορτές του έτους στην Αθήνα. Διαρκούσε πέντε ημέρες, από την 10η έως την 14η ημέρα του μήνα Ελαφηβολιώνα (τέλη Μαρτίου) και είχε πανελλήνια εμβέλεια.  

Η λατρεία του είχε έρθει στην Αθήνα από τις Ελευθερές, ένα μικρό χωριό στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας. Εκεί οι πιστοί λάτρευαν τον αγαπημένο τους θεό στη μορφή ενός απλού ξύλινου αγάλματος. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας ιερέας, ο Πήγασος, πήρε χρησμό από το μαντείο των Δελφών για να το πάρει από τις Ελευθερές και να το φέρει στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι του έδωσαν το όνομα «Ελευθερεύς» και έχτισαν προς τιμήν του στους νότιους πρόποδες της Ακρόπολης ένα τέμενος με βωμό και ένα μικρό ναό.

Τα Μεγάλα Διονύσια ξεχώριζαν από τις άλλες διονυσιακές γιορτές. Ήταν μια γιορτή ανοιχτή σε όλους τους Έλληνες, όχι μόνο στους Αθηναίους. Το γιορτινό κλίμα πρέπει να ήταν πολύ έντονο στην πόλη εκείνες τις ημέρες. Πάνω από 1000 πολίτες συμμετείχαν στην εκδήλωση, ως μέλη χορών, ηθοποιοί, κομπάρσοι και βοηθοί. Πολλοί ήταν και οι ξένοι που έρχονταν στην Αθήνα για να παρακολουθήσουν τη γιορτή και φυσικά τις φημισμένες θεατρικές παραστάσεις.

Ήταν μία ευκαιρία για τους Αθηναίους να επιδείξουν τον πλούτο και τη λαμπρότητα της πόλης τους στους ξένους (σύμμαχοι οι περισσότεροι), που συνέρρεαν στην αρχή της άνοιξης για να καταβάλουν τον φόρο για το ταμείο της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Η λατρεία του Ελευθερέως Διονύσου εισήχθη στην Αθήνα στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και επί τυραννίδας Πεισιστράτου (561-528 π.Χ.) καθιερώθηκαν πιθανότατα οι διθυραμβικοί χοροί και οι τραγωδίες στη γιορτή αυτή προς τιμήν του Διονύσου .

8η Ελαφηβολιώνος: Δύο ημέρες πριν από την επίσημη έναρξη της γιορτής γινόταν ο προάγων ή προαγών, όπου παρουσιάζονταν όλοι όσοι θα έπαιρναν μέρος στους δραματικούς αγώνες προς τιμήν του θεού (ποιητές, υποκριτές, χορευτές, χορηγοί). Οι ηθοποιοί εμφανίζονταν χωρίς τις μάσκες και τα κοστούμια τους και δίνονταν κάποιες πληροφορίες στο κοινό για τα έργα που θα ανεβάζονταν.

9η Ελαφηβολιώνος: Μία ημέρα πριν από την έναρξη της γιορτής, το ξόανο (σανιδόμορφο λατρευτικό άγαλμα) του Διονύσου μεταφερόταν από τις Ελευθερές στην Αθήνα. Πρώτα το πήγαιναν σ’ ένα ιερό έξω από τα τείχη, στα ΒΔ της πόλης, και στη συνέχεια στο ιερό του θεού στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης, δίπλα στο διονυσιακό θέατρο.

10η Ελαφηβολιώνος: Η γιορτή των Διονυσίων ξεκινούσε με μία πομπή που κατέληγε σε θυσία. Έμβλημά της είχε το φαλλό και σ' αυτήν έπαιρναν μέρος άνδρες και γυναίκες. Εκτός από τα προς θυσία ζώα, υπήρχαν και αναίμακτες προσφορές, όπως καρποί που μεταφέρονταν σε χρυσά κάνιστρα. Οι χορηγοί των δραματικών αγώνων και των διθυράμβων λάμβαναν μέρος στην πομπή, ντυμένοι με φανταχτερά ρούχα, για να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους. Τους επιτρεπόταν εξάλλου αυτή η επίδειξη χλιδής, μιας και η πραγματοποίηση των αγώνων γινόταν με δικά τους έξοδα.

Μετά την τέλεση των θυσιών στο τέμενος του Διονύσου Ελευθερέως, το πλήθος κατευθυνόταν στο παρακείμενο θέατρο για να παρακολουθήσει την απονομή στεφανιών σε διακεκριμένους πολίτες και πανοπλιών στους ενήλικους γιους των πεσόντων σε μάχες. Εκτός αυτού, εξέθεταν στο πλήθος μέσα σε κάνιστρα τα τάλαντα που διέθετε η πόλη από το ετήσιο πλεόνασμα, μία πολιτική πράξη αυτοπροβολής της πόλης - κράτους των Αθηνών.

Το απόγευμα της πρώτης ημέρας ο λαός συγκεντρωνόταν και πάλι στο Διονυσιακό θέατρο, για να παρακολουθήσει τους αγώνες διθυράμβου. Ο διθύραμβος ήταν ύμνος, αρχικά αφιερωμένος στο Διόνυσο. Στη συνέχεια, ο ύμνος αυτός θα αρχίσει, σταδιακά, να αποδεσμεύεται θεματολογικά από το θεό για να λάβει έναν επικό και μυθολογικό χαρακτήρα. Εκτελούνταν από ομάδα ανδρών ή αγοριών, που τραγουδούσαν και χόρευαν με τη συνοδεία αυλού. Πιστεύεται ότι η τραγωδία γεννήθηκε από το διθύραμβο, τη στιγμή που κάποιος στάθηκε απέναντι από το χορό και αποκρινόταν σε όσα αυτός έλεγε, σχηματίζοντας έτσι το διαλογικό πυρήνα του δράματος. Στο διαγωνισμό διθυράμβου συμμετείχαν 10 χοροί ανδρών και 10 χοροί αγοριών, ένας από κάθε φυλή. Η κάθε ομάδα χορευτών αποτελούνταν από 50 άτομα.

Το βράδυ της πρώτης ημέρας επικρατούσε μια ατμόσφαιρα πανηγυριού στους δρόμους της πόλης, με χορούς και τραγούδια (κώμος).

θέατρο Διονύσου 
11η Ελαφηβολιώνος: Η δεύτερη ημέρα των Μεγάλων Διονυσίων ήταν αφιερωμένη σε παραστάσεις τραγωδιών και σατυρικών δραμάτων, αλλά από το 486 π.Χ. θα εισαχθεί στη γιορτή και η κωμωδία, στην οποία έκτοτε θα παραχωρηθεί η δεύτερη ημέρα των Μεγάλων Διονυσίων. Εικάζεται ότι εκείνη την ημέρα παίζονταν πέντε κωμωδίες, ισάριθμων κωμωδιογράφων.

12η Ελαφηβολιώνος: Την τρίτη ημέρα των Διονυσίων άρχιζαν οι δραματικοί αγώνες, με παραστάσεις τραγωδιών και σατυρικών δραμάτων. Νωρίς το πρωί οι πολίτες συγκεντρώνονταν στο θέατρο του Διονύσου, όπου γινόταν θυσία και κλήρωση των κριτών, οι οποίοι, αφού καταλάμβαναν τις τιμητικές τους θέσεις, έδιναν το σύνθημα για την έναρξη των παραστάσεων. Κάθε ημέρα και έως το απόγευμα της 14ης Ελαφηβολιώνος «διδάσκονταν» (παίζονταν) τρεις τραγωδίες κι ένα σατυρικό δράμα.

13η Ελαφηβολιώνος: Δεύτερη ημέρα των παραστάσεων τραγωδίας και σατυρικού δράματος.

14η Ελαφηβολιώνος: Το απόγευμα της ημέρας ολοκληρώνονταν οι δραματικοί αγώνες. Το βράδυ αναδεικνύονταν οι νικητές από την κριτική επιτροπή. Υπήρχαν δέκα κριτές, ένας από κάθε φυλή, που έβγαιναν με κλήρωση. Ο καθένας σημείωνε σε ένα πινακίδιο το αποτέλεσμα της κρίσης του και το έριχνε σε μία υδρία, από την οποία επιλέγονταν τελικά πέντε πινακίδια, που καθόριζαν τους νικητές. Τα παραπάνω γίνονταν για να εξασφαλιστεί το αδιάβλητο της τελικής απόφασης. Οι νικητές (ποιητές και χορηγοί) αναγγέλλονταν στο κοινό από κήρυκα και στεφανώνονταν με στεφάνια από κισσούς.

16η Ελαφηβολιώνος: Δύο ημέρες μετά το τέλος της γιορτής ο λαός συγκεντρωνόταν στο θέατρο για να κρίνει την όλη διοργάνωση και να καταγγείλει συμβάντα, που είχαν τυχόν αμαυρώσει την ομαλή διεξαγωγή της γιορτής.

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Αδώνια, γιορτή της Άνοιξης στην αρχαία Αθήνα

Στο μήνα Ελαφηβολιών, την 14η και 15η του μηνός, γιορτάζονταν  τα Αδώνια ή «οι κήποι του Άδωνιδος» προς τιμή του Άδωνη και της Αφροδίτης. Η γιορτή κρατούσε 3 μέρες. Η τελετή χωριζόταν σε δύο κύρια μέρη. Η πρώτη μέρα ήταν πένθιμη και  ονομάζονταν «αφανισμός». Στο κομμάτι αυτό οι γυναίκες ακολουθούσαν όλα τα καθιερωμένα τελετουργικά της κηδείας. Μαυροφορεμένες  γυναίκες τοποθετούσαν σε νεκρική κλίνη ένα ξύλινο ομοίωμα (ξόανο) του Αδώνη. Έπλεναν με νερό το  ξόανο,  μύρωναν το σώμα του Θεού, το έντυναν με το χαρακτηριστικό ύφασμα των νεκρών, το σάβανο και νεκροστόλιζαν με αρωματικά άνθη και κλαδιά αειθαλών δέντρων την κλίνη του. Ο ποιητής Θεόκριτος, που έζησε 3ο αιώνα π.Χ. και ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής,  περιγράφει με εξαίσιο τρόπο  στο 15ο ειδύλλιό του με τίτλο Συρακουσίαι ή Αδωνιασταί την ατμόσφαιρα της εορτής:


«Έχουν στρώσει αργυρή κλίνη νεκρική για τον όμορφο Θεό.                                  Δίπλα της,βρίσκονται καρποί που δίνουν τα κλαδιά των ιερών δένδρων, και άνθη φυλαγμένα σε πήλινα δοχεία, οι περιώνυμοι κήποι του Άδωνη.    
Ο πολυέραστος  Άδωνης, αυτός που αγαπούν και στον Αχέροντα ακόμη!             
  Δέσποινα Αφροδίτη, εσύ είσαι που κρατείς στα χέρια τώρα  το ρόδινο σώμα του Άδωνη».

Σημαντικό μέρος στην τελετή  διαδραμάτιζαν οι λεγόμενοι «Κήποι Αδώνιδος». Οι γυναίκες εννέα ημέρες πριν την εορτή, τοποθετούσαν μέσα σε αγγεία πήλινα σπόρους από φυτά που αναπτύσσονται γρήγορα, συνήθως σίτο, μαρούλι, μάραθο ή και διάφορα άνθη. Τοποθετούσαν τα αγγεία αυτά στις στέγες των σπιτιών ή όπου αλλού αυτά θα δέχονταν την θερμότητα των ηλιακών ακτίνων ώστε να μεγαλώσουν γρήγορα. Τα φυτά αυτά συμβόλιζαν την νεότητα και το σφρίγος του νεαρού θεού, ενώ βλασταίνουν γρήγορα και μαραίνονται απότομα, όπως απότομα και πρόωρα αφανίστηκε και ο Άδωνις.
Με το στολισμό των φυτών αυτών δινόταν η εντύπωση τεχνητών κήπων γι αυτό και  τα αγγεία ονομάζονταν «Αδώνιδος κήποι». Για τον νεκρικό στολισμό τοποθετούσαν μέσα στους «κήπους» αγάλματα του Έρωτος, ομοιώματα πτηνών και γλυκίσματα.
 Οι γυναίκες την πρώτη μέρα θρηνούσαν.  Ο θρήνος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των ελληνικών ταφικών τελετουργιών.  Έχουμε την τύχη να διασώζεται αυτούσιος  ένας  τελετουργικός  θρήνος του Αδώνιδος  από τον Βίωνα τον Σμυρναίο που έζησε τον 2ο αιώνα π.Χ. Το έργο του «Επιτάφιος Αδώνιδος» αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά κείμενα της Ελληνιστικής περιόδου που περιγράφει με αριστουργηματικό λογοτεχνικό τρόπο τον θρήνο της Θέας Αφροδίτης για τον Άδωνη.


Τον Άδωνη θρυνολογώ, τον όμορφο που εχάθη.                                        «πάει, χάθηκεν ο Άδωνης» οι Έρωτες θρηνούνε
Στα πορφυρά σου Κύπριδα να μην ξαναπλαγιάσεις                                                                                            βάλε τα μαύρα σου, καλή, και να στηθοκοπιέσαι                                         σύρε φωνή, ο Άδωνης χάθηκεν, ο καλός σου                                                          
 Τον Άδωνη θρηνολογώ και οι Έρωτες θρηνούνε»

Έπειτα ακολουθούσε η λεγόμενη «Έκθεσις» του ομοιώματος του πεθαμένου Θεού, δηλαδή η περιφορά, η μετάβαση της ταφικής λάρνακας  από τον οίκο προς τον χώρο ταφής του. Στην πομπή προπορεύονταν οι άντρες και ακολουθούσαν οι γυναίκες, οι αναμμένοι πυρσοί και τα κεριά προσέδιδαν σε αυτήν την επιβλητική πομπή μια ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα. Οι πένθιμοι  ύμνοι  συνεχίζονταν κατά την διαδρομή με την συνοδεία αυλού που παρήγαγε έναν θρηνητικό ήχο και ονομάζονταν γίγγρα. Όταν έφταναν στον υποτιθέμενο χώρο ταφής, έθαβαν το ομοίωμα και  ακολουθούσαν οι καθιερωμένες ταφικές χοές, καθώς και ο τελετουργικός κυκλικός χορός των γυναικών γύρω από τον τάφο.  Τέλος τους  κήπους του Άδωνη και τα ομοιώματα μετά την περιφορά τα έριχναν είτε στη θάλασσα είτε στην πηγή είτε στον ποταμό (ανάλογα με τι υπήρχε).Η γιορτή τέλειωνε με θυσίες αγριόχοιρων.

Η επόμενη ημέρα των Αδωνίων ήταν χαρμοσύνη και ενθουσιαστική και ονομάζονταν  «Εύρεσις». Εκεί εόρταζαν την ανάσταση, την αναγέννηση του Άδωνη με χορούς και γέλια, και συνέτρωγαν με πλούσια γεύματα που προέρχονταν από τις καθιερωμένες θυσίες.
 Ο θάνατός του αντιπροσωπεύει το μαρασμό της φύσης κατά τη διάρκεια του χειμώνα και η ανάστασή του την αναγέννησή της με τον ερχομό της άνοιξης.  Η παραμονή του κοντά στην Περσεφόνη συμβολίζει το φύτεμα του σπόρου και η επιστροφή του στην Αφροδίτη τη βλάστησή του.
Κατάλοιπο των «Αδωνιδίων» είναι ένα παραδοσιακό τραγούδι της Ηπείρου που συνοδεύεται από το ανάλογο παιχνίδι, ο «Ζαφείρης», που παίζεται την Πρωτομαγιά.

Ο μύθος του Άδωνη

Από τις τρεις βασικές μυθολογικές-γενεαλογικές αποτυπώσεις του θεού Αδώνιδος θα προτιμήσουμε να περιγράψουμε αυτήν που διασώζεται στις περίφημες μεταμορφώσεις του Οβιδίου  και  τον συνδέει με την παράδοση της Κύπρου, εκεί που, όπως γνωρίζουμε, η λατρεία της θεάς Αφροδίτης και του Αδώνιδος γνώρισε τεράστια διάδοση. Οταν η Μύρρα, κόρη του Βασιλέα της Πάφου Κινύρα και της  Κεχρηίδας, έφθασε σε ηλικία γάμου, ο πατέρας της την ρώτησε ποιον θα ήθελε να παντρευτεί και αυτή απάντησε, με  έναν «όμοιο» με εσένα. Ο άνομος έρωτας της κόρης για το πατέρα ήταν τόσο δυσβάσταχτος, που η Μύρρα θέλησε να βάλει τέρμα στην ζωή της. Όμως την σταμάτησε τελευταία στιγμή η παραμάνα της η Ιππολύτη, η οποία της υποσχέθηκε με όρκους ότι, αν δεν προχωρούσε στην πράξη της, θα την βοηθούσε σε ότι και να τις ζητούσε.

  Όταν η Κεχρηίδα έλειπε στην εορτή των θεσμοφορίων, η Ιππολύτη, μέθυσε τον Κινύρα με διονυσιακό οίνο και η Μύρρα κατάφερε με αυτόν τον τρόπο να συνευρεθεί με τον πατέρα της για δώδεκα ημέρες και νύχτες. Όταν ο Κινύρας συνήλθε από την μέθη θέλησε να δει το πρόσωπο της ερωμένης του και όταν αντιλήφθηκε την πλεκτάνη άρπαξε το ξίφος του να την σκοτώσει. 

Η Μύρρα ξέφυγε από το μένος του πατέρα της και περιπλανήθηκε για εννέα κύκλους της Σελήνης κυοφορώντας τον καρπό της ερωτικής μίξης μαζί του. Στο τέλος του ένατου κύκλου  η Μύρρα απέτεινε ικετευτικό λόγο προς του θεούς λέγοντας: «είναι δίκαιη, δεν το αρνούμαι, η τιμωρία μου, μα σας ζητώ, για να μη  μιαίνω μήτε τους ζωντανούς- αν επιζήσω- μήτε τους νεκρούς – αν θα πεθάνω –  και από τα δύο βασίλεια να με αποπέμψετε, μεταμορφώστε με έτσι που και ζωή και θάνατο μαζί να μου αρνηθείτε" (Οβιδίος,2002).
Τότε το σώμα της Μύρρας άρχισε  να μεταμορφώνεται σε δέντρο. Τα πόδια της έγιναν ρίζες, το σώμα της κορμός δέντρου, και τα ικετευτικά απλωμένα στον ουρανό χέρια της, κλαδιά. Μόλις ολοκληρώθηκε η μεταμόρφωση ο φλοιός του δέντρου αποσχίστηκε και γεννήθηκε ο πανέμορφος Αδωνης! 

  Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να αποσαφηνίσουμε το ζήτημα της αιμομιξίας στον μυθολογικό ορίζοντα της ελληνικής θρησκείας. Ως πράξη βεβαίως και ήταν απορριπτέα στον ελληνικό κόσμο, γι' αυτό και τελικά η Μύρρα τιμωρήθηκε.   Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι μυθολογικές περιγραφές υποκρύπτουν πάντοτε εσωτερικές - μυστηριακές προεκτάσεις που δεν ακολουθούν την κοινωνικά καθορισμένη ηθική
Η Μύρρα ήθελε να μειχθεί με ένα ψυχικό μέγεθος εξελικτικά "όμοιο" με τον πατέρα της και εφόσον δεν υπήρχε, τότε αναπόφευκτα η μείξη, δηλαδή η μετάδοση  των μυστηριακών θέσμιων, θα έπρεπε να συντελεστεί από τον ίδιο τον Κινύρα.  Γι' αυτό το λόγο η ερωτική συνεύρεση κράτησε δώδεκα ημέρες και νύχτες και μάλιστα υπό την επίδραση του διονυσιακού οίνου, γεγονός που υποδηλώνει τη μυστηριακή δομή του μύθου
Μόλις γεννήθηκε ο Άδωνης τον παρέλαβαν οι νύμφες να τον πρωταναθρέψουν μυστικά εντός ενός ιερού σπηλαίου. Μόλις έφεραν εις πέρας το έργο τους, η Θεά Αφροδίτη πήρε τον Άδωνη από τις νύμφες και τον παρέδωσε στην Περσεφόνη για να ολοκληρώσει την μυστηριακή του ανατροφή, αφού τον τοποθέτησε  κρυφά σε μία λάρνακα, ξύλινη κιβωτός από κυπαρισσόδεντρο.  Όσο όμως ο νέος πλησίαζε προς την ενηλικίωση του και το φυσικό κάλλος του γίνονταν ανυπέρβλητο, η Αφροδίτη μαγεύτηκε από την ομορφιά του, ενώ και ο Άδωνης ερωτεύτηκε σφόδρα την πολυύμνητη θεά. 
Η Περσεφόνη, συνεπαρμένη από την ωραιότητα του Αδώνιδος αρνήθηκε να τον δώσει πίσω και τότε οι θεές αποτάθηκαν στον Κρονίδη Δία να δώσει την λύση,  ο οποίος όρισε ο Άδωνις να περνά τέσσερις μήνες με την Περσεφόνη στον Κάτω Κόσμο, τέσσερις μήνες με την Αφροδίτη και για τέσσερις μήνες να ξεκουράζεται.  Η Αφροδίτη χρησιμοποιώντας τη μαγική της ζώνη στην οποία δεν μπορούσε κανείς να αντισταθεί, κατάφερε να της αφιερώσει και το άλλο ένα τρίτο. Έτσι, ο Άδωνις περνούσε τα δύο τρίτα του χρόνου με την Αφροδίτη και το ένα τρίτο με την Περσεφόνη. Και σε αυτή την αφήγηση διαφαίνεται ο μυστηριακός ορίζοντας του μύθου, αφού η πρόταση του Δία είναι όμοια με αυτήν που πήρε σε σχέση με τη θεότητα της Ελευσίνας, την Περσεφόνη, όταν Άδης θέλησε να την κρατήσει κοντά του.

Κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού, όμως, ο Άρης, τυφλωμένος από ζήλεια, μεταμορφώνεται σε αφηνιασμένο κάπρο και σκοτώνει τον Άδωνη. Από το αίμα του βάφτηκαν κόκκινα τα τριαντάφυλλα  παπαρούνες ενώ από τα δάκρυα της θεάς Αφροδίτης φύτρωσαν οι ανεμώνες.   Η Αφροδίτη εκλιπαρεί την Περσεφόνη να της δώσει τον νέο πίσω και οι δύο θεές αποφασίζουν να περνούν μαζί του από έξι μήνες, συμβολίζοντας τη νίκη του έρωτα επί του θανάτου.
 Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου την ώρα που η Αφροδίτη θρηνούσε πάνω από το σώμα του νεκρού Άδωνη και καθώς το περιέρραινε με νέκταρ, από τον ουρανό κατήλθε λευκό σύννεφο και ο Άδωνης αναλήφθηκε με αυτό στα ουράνια δώματα των αθανάτων. Η θεά παραίνεσε τους ανθρώπους να καθιερώσουν  εορτή προς τιμήν του εραστή της, εις αιώνια ανάμνηση του δικού της θρήνου για τον όμορφο θεό.

Ο  Άδωνης, όπως κι άλλες μυθολογικές θεότητες των πολυθεϊστικών παραδόσεων, ανήκει στο μοτίβο του θνήσκοντος και αναγεννώμενου θεού, που ήταν εδραιωμένο από του πανάρχαιους χρόνους στους λαούς της ανατολικής μεσογείου και όχι μόνο. Λατρευτικά, η παράδοση για τον θάνατο και την ανάσταση του Άδωνη παρουσιάζει ομοιότητες κυρίως με τα τελετουργικά δρώμενα στις εκκλησίες κατά τη χριστιανική  Μεγάλη εβδομάδα – θρήνος, περιφορά επιταφίου- και την Κυριακή του Πάσχα, ψήσιμο οβελία, πλούσιο γεύμα κι γλέντι με χορούς και τραγούδια, και αντανακλά πρακτικές από το τελετουργικό των Αδωνίων.



Ο Ζαφείρης 
Κατάλοιπο των «Αδωνιδίων» είναι ένα παραδοσιακό τραγούδι της Ηπείρου που συνοδεύεται από το ανάλογο παιχνίδι, ο «Ζαφείρης», που παίζεται την Πρωτομαγιά.
 Ο Ζαφείρης ήταν το πιο αγαπημένο έθιμο στο Ζαγόρι. Τον παίζανε κορίτσια και αγόρια κάθε τρεις μέρες όλο το μήνα Μάη με τα πολλά λουλούδια ή όλες τις Κυριακές. Ένα κορίτσι παρίστανε το Ζαφείρη, αργότερη τη θέση του κοριτσιού πήρε ένας κούκλος που τον ντύναν και τον στολίζανε μα πανιά τα οποία τα σταύρωναν σαν των νεκρών όπως επίσης με χλόη και φύλλα. Τον κούκλο αυτόν τον παράχωναν και τον μοιρολογούσαν και έπειτα τον ανάσταιναν με τραγούδια. Γέλια και τραγούδια διαδέχονταν τους θρήνους, ο Ζαφείρης κυνηγούσε με το ραβδί του τις κοπέλες. Έπαιζαν στα λιβάδια την ανάσταση του Ζαφείρη τραγουδώντας :

«Για ειδέστε νιο που ξάπλωσα, για ειδέστε κυπαρίσσι!
Δε σειέται, δε λυΐζεται, δε σέρν’ τη λεβεντιά του.
Ποιος σο’ ‘κοψε τις ρίζες σου και στέγνωσ’ η κορφή σου;
Τι μο’ ‘καμες, λεβέντη μου, τι μο’ καμες, ψυχή μου!
Τώρα να ‘ρθει η άνοιξη να ‘ρθει το καλοκαίρι,
παίρνουν κι ανθίζουν τα κλαδιά κ’ οι κάμποι λουλουδίζουν,
έρθαν πουλιά της άνοιξης, έρθαν τα χελιδόνια,
για κ’ η μεγάλη Πασχαλιά με το Χριστός Ανέστη,
που ντυούνται νιοι στα κόκκινα, γερόντοι στα μουρέλια,
κ’ εσύ, μωρέ λεβέντη μου, μέσα στη γη τη μαύρη,
πού να σειστής, να λυϊστής, να σύρς τη λεβεντιά σου;
Ξεσφάλισε τα μάτια σου!»
 Έπειτα όλα τα παιδιά μαζί φωνάζουν: Σήκου, Ζαφείρη, σήκου! και ο Ζαφείρης, ανασταίνεται, ξεπετιέται απότομα από το στολισμένο νεκροκρέβατο του και κυνηγά με φωνές και γέλια τα υπόλοιπα παιδιά, που τρέχουν με όλη τους τη δύναμη μακριά. Όποιον πιάσει ο Ζαφείρης με τη σειρά του θα γίνει ο νεκρός Ζαφείρης, είτε αμέσως, είτε την επόμενη χρονιά, ανάλογα με την όρεξη για παιχνίδι.
Παρόμοια έθιμα συναντάμε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Αν και κατά τα πρώτα χρόνια οι Πατέρες της Εκκλησίας καταδίκαζαν τα αρχαία ταφικά τελετουργικά δρώμενα, η προσήλωση των Ελλήνων σε αυτά ήταν τόσο ισχυρή που αναγκάστηκαν να τα ενσωματώσουν στην χριστιανική λατρεία.

 Η γιορτή των «Αδωνίων» παραπέμπει άμεσα στον εορτασμό του Πάσχα, γεγονός που αποδεικνύει τις βαθιές ρίζες των συγκεκριμένων εθίμων. Η αντικατάσταση του Άδωνη από το Χριστό έρχεται να ταυτίσει στη συνείδηση των Ελλήνων τη Φύση με το Θεό.