Τη δεύτερη
μέρα γινόταν η πομπική
είσοδος του Διονύσου στην πόλη και ο « ιερός γάμος» του θεού με τη
σύζυγο του άρχοντα βασιλέως, ο οποίος ήταν επικεφαλής του ιερατείου και όλων των
θρησκευτικών αξιωματούχων των
Αθηνών.
Η πομπή ξεκινούσε από τη θάλασσα και
κατέληγε στο «εν Λίμναις» ιερό του Διονύσου. Ο θεός ήταν πάνω σε
τροχοφόρο πλοίο.
Ο ίδιος ο
Βασιλεύς
υποδυόταν το
Διόνυσο, φορώντας μάσκα.
Τον συνόδευαν οι ακόλουθοί του, Σάτυροι,
που έπαιζαν αυλό και έμοιαζαν με τράγους. Στην διάρκεια των διονυσιακών γιορτών οι οπαδοί του Διονύσου φορούσαν
δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με την τρυγία (κατακάθι του κρασιού) και
στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου και
πείραζαν τον κόσμο με τις βωμολοχίες τους, ερωτοτροπούσαν και σκανδάλιζαν
δημιουργώντας κέφι, χαρά και κωμική διάθεση. Όλο το σκηνικό μας θυμίζει το δικό μας καρναβάλι.
Ο άρχων «βασιλεύς» - Διόνυσος- είχε ορίσει 14 γεραρές ( μαινάδες) όσοι και οι βωμοί του ιερού, οι οποίες τελούσαν τα ιερά του Διονύσου στο «εν Λίμναις» ιερό του.
Προτού ν’ αγγίξουν τα
ιερά οι γεραραί ορκίζονταν από τη
βασίλισσα και τον ιεροκήρυκα και μετά τελούσαν τις
απόρρητες ιερουργίες.
Μέσα στο «εν Λίμναις» ιερό του Διονύσου ήταν στημένη μια κολόνα με την επιγραφή
για τα προσόντα της Βασίλισσας.
Σύμφωνα με ένα παλιό
αλλά ζωντανό νόμο η βασίλισσα έπρεπε να είναι από την Αττική, και να μην
είχε γνωρίσει άλλον άντρα πριν
παντρευτεί το βασιλιά.
Γιατί γινόταν συμβολικά η γυναίκα του θεού Διονύσου αφού ο άντρας της
υποδυόταν τον Διόνυσο.
Μετά την τελετή στο «εν Λίμναις» ιερό , η πομπή
κατευθυνόταν στο «Βουκολείο», κτίριο της Αγοράς των Αθηνών, έδρα του Βασιλέα. Εκεί
μέσα τελούνταν η ιερογαμία, η τελετουργική ένωση δηλαδή της Βασίλιννας (της συζύγου δηλαδή του
Βασιλέα) με το θεό
Διόνυσο. Σκοπός της ήταν η ευόδωση
της βλάστησης.
Το συμπόσιο
της δεύτερης μέρας των
Ανθεστηρίων γινόταν σε κλίμα περίσκεψης. Υπήρχαν βέβαια στεφάνια με άνθη, κρασί και πλούσιο γεύμα,
αλλά φαίνεται ότι δεν υπήρχε μουσική και χορός και το δείπνο γινόταν σιωπηλά.
Από κει και πέρα όμως, η
ατμόσφαιρα φαιδρυνόταν από τους διαγωνισμούς πόσης κρασιού, που γινόταν τόσο
στα σπίτια του συμποσίου όσο και σε δημόσιο χώρο. Γλυκά και στεφάνι ήταν τα
έπαθλα για όποιον έπινε γρηγορότερα το κρασί από την κανάτα του (η χωρητικότητα του αγγείου
ήταν 12 κύπελλα κρασιού).
Ο δημόσιος
διαγωνισμός γινόταν στην Αγορά, στο Θεσμοθετείο, με παρουσία του
Βασιλέα. Ο αγώνας άρχιζε με τον ήχο της σάλπιγγας. Ο
νικητής εδώ έπαιρνε ως έπαθλο ένα ασκί με κρασί.
Το απόγευμα συνηθίζονταν
στους δρόμους «αι εκ των αμαξών λοιδορίαι», δηλαδή τα αστεία πειράγματα εναντίον των διαβατών.
Το βράδυ της δεύτερης μέρας όλοι οι Αθηναίοι, κατευθύνονταν εν
πομπή υπό το φως των δαυλών στο "εν Λίμναις" ιερό του Διονύσου για να αφιερώσουν στο
θεό τα άνθινα στεφάνια και τις χόες τους - αυτό θα ήταν πραγματικά ένα
αξιοθαύμαστο θέαμα.
Οι χόες και τα στεφάνια των
λουλουδιών παραδίδονταν στην ιέρεια του Διονύσου, που ήταν η σύζυγος του Άρχοντα Βασιλέα της πόλης.
Το βράδυ της δεύτερης μέρας ,δηλ το απόσπερο της παραμονής της
γιορτής των Χύτρων ανέβαιναν οι ψυχές από
τον Άδη και τριγύριζαν στον απάνω κόσμο.
Η ονομασία Χύτροι οφείλεται στις πήλινες
χύτρες μέσα στις οποίες μαγείρευαν διάφορα δημητριακά και όσπρια, την πανσπερμία, τα κόλλυβα για τις
ψυχές των νεκρών, που τα αφιέρωναν
στον χθόνιο Ερμή την
ημέρα αυτή.
Πίστευαν ακόμη πως
ανάμεσα στις ψυχές υπήρχε και παρουσία πονηρών πνευμάτων που ανέβαιναν στη γη με
το άνοιγμα του Άδη και μόλυναν τους ανθρώπους και τις τροφές , γι’ αυτό και
έπαιρναν διάφορες προφυλάξεις, όπως :
περιέζωναν τα
ιερά τους με κόκκινο νήμα περισχοίνισμα, που λειτουργούσε
αποτρεπτικά και εμπόδιζε τα πνεύματα να εισέλθουν
- από το πρωί μασούσαν ράμνο, αποτρεπτικό φυτό
- και αλείφανε τις πόρτες τους με πίσσα.
Τελειώνοντας και η Τρίτη
μέρα απόδιωχναν τις ψυχές λέγοντας «Θύραζε Κᾶρες, οὐκ ἔτ’ Ἀνθεστήρια» δηλαδή «έξω από εδώ Κάρες,ψυχές, δεν είναι ακόμα Ανθεστήρια»
Κατά τη διάρκεια των «Χυτρών» διοργανώνονταν και
αθλητικοί αγώνες, οι λεγόμενοι « χύτρινοι» και την απονομή των επάθλων στους νικητές έκανε ο Άρχων Βασιλεύς.
Ο μύθος που σχετίζεται με την πανσπερμία
αναφέρει ότι οι διασωθέντες από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα μαγειρέψανε «χύτραν πανσπερμίας».
Τα Υδροφόρια ήταν μια γιορτή που
γινόταν την τρίτη
μέρα των Aνθεστηρίων σε ανάμνηση όσων
πνίγηκαν κατά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα:
“Yδροφόρια,
εορτή πένθιμος Aθήνησιν επί τοις εν τω κατακλυσμώ απολομένοις”.
Κατά
τη γιορτή αυτή έριχναν άρτους από σιτάρι και μέλι σε ένα χάσμα που
υπήρχε μέσα στο ναό του Oλυμπίου Διός γιατί
από το χάσμα εκείνο πίστευαν ότι η Γη είχε απορροφήσει τα νερά του κατακλυσμού.
Γιατί
ο Διόνυσος ερχόταν με καράβι;
Σύμφωνα με την παράδοση
ο Διόνυσος κατέβηκε στον Άδη στην «Αλκυονίαν λίμνη», στη Λέρνη για να ανεβάσει τη
Σεμέλη τη μητέρα του στον απάνω κόσμο. Το άπατο εκείνο βάθος της λίμνης, είναι ο φυσικότερος
δρόμος για τον Άδη.
Σύμφωνα με άλλη παράδοση
ο Διόνυσος σκοτώνεται από τον Περσέα, βασιλιά των Μυκηνών και πετιέται στη Λίμνη
της Λέρνης.
Και στις δυο
περιπτώσεις ο Διόνυσος ανεβαίνει από τον Άδη
και βγαίνει στον απάνω κόσμο μέσα από νερό, από μια λίμνη. Αυτή η έξοδός του από τον
Άδη μέσω του νερού συμβολίζεται με το καράβι.
Η «Ιερογαμία» του Θεού Διονύσου
με τη σύζυγο του βασιλιά της πόλης, αποτελούσε μια μαγική πράξη επίκλησης της γονιμικής
δύναμης για την καρποφορία, αλλά και την εξασφάλιση της καλής χρονιάς στην
ευρύτερή της έννοια, που θα πρόσφεραν οι Θεοί.
Όμως, πέρα από αυτά ο γάμος συμβολίζει
την ενότητα και την υπέρβαση των χωριστικών τάσεων του ανθρώπου και της
κοινωνίας. Και κάθε Καρναβάλι γιορτάζει την κρυμμένη ενότητα του παλιού και του
καινούργιου, του γήρατος και της νεότητας, της άνοιξης και του χειμώνα, της
ζωής και του θανάτου, είναι μια γιορτή που ανατρέπει, αλλά και συνταιριάζει.