Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

Πελοππόνησος

 

Πελοπόννησος: Του καθηγητή Πέτρου Θέμελη

ΠΗΓΗ: 

https://eleftheriaonline.gr/local/politismos/history/item/127002-morias-to-onoma-kai-oi-xares

 Πελοπόννησος ή “Νήσος του Πέλοπος” αποκαλείται η νοτιότερη χερσόνησος της Eυρώπης. Ο Ομηρος την ονομάζει Aχαϊκόν Αργος, διακρίνοντάς την από την κυρίως Eλλάδα. Μια στενή μόνο λωρίδα γης τη συνδέει σαν ομφάλιος λώρος με τη Στερεά. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν και Πελασγία, από τον Πελασγό, μυθικό γενάρχη των προελλήνων Πελασγών, καθώς και Aπία, από τον γιο του Φορωνέως, Άπι, σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο. 

Χάρτης της Πελοποννήσου (Map of Peloponnese) - Frederik de Wit, 1702. εικόνα από : https://argolikivivliothiki.gr/2011/05/07

 Aπό τα μυκηναϊκά ήδη χρόνια, η Πελοπόννησος, με κέντρο το ανακτορο του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες, αποτελούσε περιοχή ενιαία πολιτικά και πολιτιστικά, γι’ αυτό και είχε επιχειρηθεί ο αποκλεισμός της με τείχος στον Iσθμό, προκειμένου να εμποδισθεί η "Κάθοδος των Δωριέων" ή αλλιώς "Επιστροφή των Ηρακλειδών" μετά το 1200 π.Χ. Η βόρεια, η δυτική ακτή και οι νότιες κολπωμένες εσχατιές της χερσονήσου προσφέρονται για ασφαλή ελλιμενισμό πλοίων που αποτελούσαν ανέκαθεν το κύριο μέσο μεταφοράς ανθρώπων και πραγμάτων. 

Mωρέας και Mοριάς ονομάζεται η Πελοπόννησος από τα μεσαιωνικά χρόνια έως σήμερα. Στον Βίο του Αγίου Μελετίου που σώζεται σε χειρόγραφο του Βρετανικού Μουσείου, του έτους 1111 μ.Χ., απαντάται για πρώτη φορά η λέξη ως "Μοραίας": "Μνήσθητι Κύριε του δούλου σου Ανδρέου μοναχού του εκ της καθολικής εκκλησίας Ωλένης του Μοραίου".

H ετυμολογική καταγωγή της λέξης “Μοριάς” δεν μας είναι γνωστή. Ο γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζηδάκις υποστήριξε το 1893 ότι η λέξη σχετίζεται ετυμολογικά με τη μουρέα, κοινώς μουριά, λόγω της εκτεταμένης καλλιέργειας του δένδρου αυτού στην Πελοπόννησο. Η ερμηνεία φαίνεται ότι στηρίζεται στον Βίο του Μελέτιου, όπου γράφεται το εξής: “Κοινώς τώρα αύτη η Χερσόννησος λέγεται Μωρέας, ίσως με το να έχη πολλάς μωρέας, ήτοι συκαμίνους μαύρας”. 

 

ΕΝΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΜΕΝΟ ΠΛΑΤΑΝΟΦΥΛΛΟ…

Με φύλλο αμπέλου παραβάλλει τη χερσόνησο ο Στέφανος Βυζάντιος (Εθνικών λ. Πελοπόννησος), όμως ο γεωγράφος του 1ου αιώνα π.Χ. Στράβων σημειώνει στα Γεωγραφικά του (H, 335) ότι η Πελοπόννησος “μοιάζει με φύλλο πλάτανου”, ενώ ο περιηγητής Διονύσιος από τον Xάρακα (Oικουμ. Περιήγ. 405) σημειώνει γύρω στο 300 μ.X., ότι μοιάζει με κουτσουρεμένο φύλλο πλάτανου (“ειδομένη πλατάνοιο μυουρίζοντι πετήλωι). Παρατηρώντας την κάτοψη της Πελοποννήσου από ψηλά, διαπιστώνεις ότι η δυτική πλευρά του πλατανόφυλλου εμφανίζεται πράγματι κουτσουρεμένη (Εικόνα). 

Στον επιθετικό προσδιορισμό μυουρία (κουτσουρεμένη) ενδέχεται να οφείλεται επομένως η νεότερη ονομασία του Μοριά. Ενισχυτικό της ερμηνείας αυτής είναι και το γεγονός ότι ο Μοριάς αποδίδεται με το όνομα Maureson (από το μυουρίζων) στο κείμενο της συνθήκης που υπέγραψαν το 1209 στη Σαπιέντζα ο πρώτος ηγεμόνας της Αχαΐας Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος και οι Βενετσιάνοι που επιδίωξαν και κατάφεραν να κρατήσουν για 300 περίπου τα κάστρα της Μεθώνης και της Κορώνης, όπως σημειώσαμε σε προηγούμενο κείμενό μας για το Πριγκιπάτο του Μοριά. 

Ο βυζαντινός σατιρικός συγγραφέας Μάζαρις, που είχε συνοδεύσει τον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο στα ταξίδια του στη Δύση μεταξύ 1399 και 1402, στο έργο του "Μάζαρι επιδημία εν Αδου" (γράφτηκε το 1415) χαρακτηρίζει άθλια την κατάσταση στην Πελοπόννησο. Περιγράφοντας σαρκαστικά τη μίζερη ζωή εκεί, παρουσιάζει και την ονομασία "Μοριάς" ως προερχόμενη από τη λέξη "μωρία"! 

Οι Τούρκοι ονόμαζαν Mora τον Μοριά Mora. Σύμφωνα με την άποψη των J. Emerson και J. Fallmerayer η λέξη προέρχεται από το σλαβικό morje (θάλασσα). 

Εχει, τέλος, υποστηριχθεί -αβάσιμα βεβαια- ότι η λέξη Μωρέας μπορεί να προήλθε από το μετασχηματισμό της λέξης Ρωμαία.  

εικόνα από : http://meropitopik.blogspot.com/2009/06/blog-post_09.html

 ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΓΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Μνημεία όλων των εποχών διαθέτει εν αφθονία ο Μοριάς. Στο Μοριά μπορείς να έλθεις σε επαφή με το πιο αντιπροσωπευτικό κομμάτι της ελληνικής γης, της νεοελληνικής ιδιοσυγκρασίας και της μακραίωνης ταραγμένης ιστορίας του Ελληνισμού. 

Στη βορειοανατολική Πελοπόννησο βρίσκονται μεγάλες ιστορικές πόλεις με αξιόλογους αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία με εξόχως ενδιαφέροντα εκθέματα, όπως η Kόρινθος, το Αργος, το Ναύπλιο, η Eπίδαυρος. H Aργολίδα, με τις κυκλώπειες οχυρώσεις στις Mυκήνες, την Tίρυνθα και τη Μιδέα, είναι τόπος υποχρεωτικού προσκυνήματος γι’ αυτόν που ξεκινά έχοντας χαραγμένους βαθιά στη μνήμη τούς Ομηρικούς στίχους για τους επικούς ήρωες του Tρωικού πολέμου, που είχαν την έδρα τους στα μυκηναϊκά δυναμάρια της περιοχής αυτής. 

Eίναι όμως δυνατό να μην επισκεφθείς την πόλη της φημισμένης Σπάρτης, ν’ αφήσεις έξω τη βυζαντινή πολιτεία του Mυστρά, να μη θελήσεις ν’ αγναντέψεις τον μεγαλόπρεπο Tαΰγετο; Και από κει, κατηφορίζοντας προς της πολύπαθης Μεσσηνίας τα μέρη, να μην γνωρίσεις τις Φαρές (τη σημερινή ακμαία πόλη της Kαλαμάτας), την αρχαία Πύλο με το ανάκτορο του Νέστορα στη Χώρα της Τριφυλίας, την Kορώνη και τη Mεθώνη με τα μεγαλόπρεπα βενετσιάνικα κάστρα, τέλος την αρχαία πόλη της Mεσσήνης με τις πανίσχυρες οχυρώσεις και τα δημόσια οικοδομήματά της να στέκουν ακόμη όρθια σε πείσμα του μίσους των Σπαρτιατών, της φθοράς του χρόνου και των μεταλλοκυνηγών του σκοτεινού Μεσαίωνα; 

Το προσκύνημα στην Oλυμπία, το πανελλήνιο ιερό με την παγκόσμια ακτινοβολία, είναι επιβεβλημένο. Aπό εκεί, αναπόφευκτα οδηγείσαι στο ναό του Eπικούριου Aπόλλωνα, «θαμμένο» δυστυχώς επί 32 χρόνια κάτω από το κουρελιασμένο, «προσωρινό» αντίσκηνο, και σε συνέχεια στην Tεγέα, τη Mαντίνεια, τη Λυκόσουρα και τη Mεγαλόπολη. 

Αυτή είναι συνοπτικά η Πελοπόννησος, που όμως απαιτεί χρόνο πολύ να την περιηγηθείς, να τη γνωρίσεις και να την αγαπήσεις.

Πέλοπας





Το όνομα Πέλοψ, -οπος ,  πελός +όψ=  σημαίνει ο σκοτεινή έχων την όψιν , ο μελαψός.Ο Πέλοπας ήταν γιος του Τάνταλου ή του Πακτωλού ή του Ξάνθου και της Κλυτίας.  

Σύμφωνα με την παράδοση όταν ήταν  μικρός ο Τάνταλος, ο πατέρας του, τον έκοψε κομματάκια και τον σερβίρισε στους θεούς βάζοντας την παντογνωσία τους σε δοκιμή. Οι θεοί αντιλαμβανόμενοι την απάτη δεν δοκίμασαν το φαγητό αυτό. Μόνον η Δήμητρα αφηρημένη λόγω του πένθους της για την κόρη της (Περσεφόνη) έφαγε ένα κομματάκι. Ο Δίας είπε στον Ερμή να βάλει πάλι όλα τα τεμάχια στο καζάνι, έτσι ώστε η Κλωθώ να μπορέσει να τα ανασυγκροτήσει. Τον ώμο που έλειπε τον συμπλήρωσε βάζοντας ελεφαντόδοντο, γι αυτό και οι απόγονοι του Πέλοπα, οι Πελοπίδες, έχουν μια λευκή κηλίδα για αναγνωριστικό σημάδι.

Μετά το θάνατο του Τάνταλου στη Σίπυλο έγινε βασιλιά ο γιος του Πέλοπας. Η βασιλεία του ήταν σύντομη. Ο Ίλος, ο βασιλιάς  της Τροίας, έκανε πόλεμο εναντίον του Πέλοπα και τον νίκησε. Ο Πέλοπας τότε  αναγκάστηκε να φύγει  από τη χώρα. Φόρτωσε όλο του το βιός σε γοργοτάξιδα καράβια και κίνησε, με τους πιστούς του ανθρώπους, για μακρινό ταξίδι στα παράλια  της Ελλάδα. Άραξε σε μια χερσόνησο στα νότια της Ελλάδας κι εγκαταστάθηκε εκεί.  

Μια μέρα συναπάντησε στην καινούρια του πατρίδα την ωραία Ιπποδάμεια, κόρη του Οινόμαου, του βασιλιά της Πίσσας, πόλη στα δυτικά της Πελοποννήσου, στην κοιλάδα του Αλφειού ποταμού.  Μαγεύτηκε από την ομορφιά της κι αποφάσισε να την παντρευτεί.  Αυτό όμως ήταν πολύ δύσκολο, γιατί σύμφωνα με το μαντείο των Δελφών ο Οινόμαος, ο πατέρας της, θα σκοτωνόταν από εκείνον που θα παντρευόταν την κόρη του, γι αυτό  είχε αποφασίσει να μην την παντρέψει. Πώς όμως να αποκρούσει όλους τους μνηστήρες που του ζητούσαν το χέρι της όμορφης Ιπποδάμειας; Θα τους πρόσβαλε αν τους απόδιωχνε δίχως λόγο. Τελικά, βρήκε μια διέξοδο κι είπε ότι θα έδινε την κόρη του μονάχα σε εκείνον από τους ήρωες που θα τον νικούσαν στις ιπποδρομίες.   Όποιος νικιόταν θα πλήρωνε με τη ζωή του. 

 Ο Οινόμαος πήρε την απόφαση αυτή γιατί ήξερε ότι κανείς σε όλη την Ελλάδα , δεν ήξερε τ’ άρμα σαν κι αυτόν. Αλλά και τα’ άλογά του ήταν γρηγορότερα κι απ΄ τον ανταριασμένο άνεμο του βοριά.

φωτ:   el.wikipedia

 Ο βασιλιάς της Πίσσας ήταν πεπεισμένος ότι κανένας δεν θα μπορούσε να τον νικήσει. Ωστόσο πολλοί ήσαν οι Έλληνες ήρωες που δεν φοβούνταν ότι θα πέθαιναν από το χέρι του σκληρόκαρδου Οινόμαου. Ο ένας μετά τον άλλο έρχονταν  στο παλάτι με την απόφαση να παραβγούν σ’ αγώνα με το βασιλιά, φτάνει μονάχα να παίρνανε γυναίκα τους την πανώρια Ιπποδάμεια. Όλοι τους όμως βρήκαν φοβερό τέλος: τους σκότωνε ο Οινόμαος, και τα κεφάλια τους τα κρέμαγε στις πόρτες του παλατιού του, για να βλέπουν οι νιοφερμένοι πόσοι πολλοί ήταν οι ήρωες που θανάτωσε ο ίδιος και να ξέρουν, από πριν, ποια τύχη τους περιμένει. Ούτε όμως αυτό τον τρόμαξε τον ήρωα Πέλοπα. Αποφάσισε να πάρει με κάθε θυσία γυναίκα του τη διαλεχτή της καρδιάς του και παρουσιάστηκε στον αδυσώπητο Οινόμαο. 

                      Ιπποδάμεια, Οινόμαος, Πέλοψ, Μυρτίλος Ερμής, Αφροδίτη( φωτ: http://kapodistria-httpsxolianewsblogspotcom.blogspot.com)                                               

Όταν παρουσιάστηκες στον Οινόμαο αυτός  τον προειδοποίησε για το τέλος που τον περίμενε αν έχανε. Όμως ο Πέλοπας του απάντησε ότι δεν τον τρομάζει η τύχη των σκοτωμένων, γιατί πιστεύει βαθιά ότι οι θεοί του Ολύμπου θα τον βοηθήσουν και θα του συμπαρασταθούν να παντρευτεί την Ιπποδάμεια.  Ο Οινόμαος είπε στον Πέλοπα τους κανόνες του αγώνα: ο αγώνας αρχίζει από την Πίσσα, διασχίζει ολόκληρη την Πελοπόννησο ως τον Ισθμό και τελειώνει στο βωμό βωμό του Ποσειδώνα, που διαφεντεύει τις θάλασσες, κοντά στην Κόρινθο. Αν φτάσεις πρώτος στο βωμό θα νικήσεις, αλί και τρισαλί σου αν σε ξεπεράσω. Τότε το κοντάρι μου θα σε τρυπήσει όπως τρύπησε τόσους ήρωες μέχρι σήμερα, και θα κατεβείς άδοξα στο ζοφερό  βασίλειο του Άδη. Μια μονάχα παραχώρηση θα σου κάνω, όπως έκανα και στους άλλους: θα ξεκινήσει πριν από μένα στο δρόμο. Εγώ θα προσφέρω θυσίασα στον τρανό βροντορίχτει κι έπειτα θ’ ανέβω στο άρμα μου.  Βιάσου λοιπόν και κοίτα να κερδίσεις όσο μπορείς περισσότερη απόσταση, την ώρα που εγώ θα προσφέρω τη θυσία.

 Ο Πέλοπας έφυγε. Κατάλαβε πως μονάχα με δόλο θα μπορούσε να νικήσει τον σκληρόκαρδο βασιλιά. Κατάφερα να βρει κάποιον να τον βοηθήσει. Συναντήθηκε κρυφά με τον αρματηλάτη του Οινόμαου, το Μυρτίλο, που ήταν γιος του Ερμή, και τον παρακάλεσε, τάζοντάς του πλούσια δώρα, να χαλαρώσει τα καρφιά στους άξονες  για να πεταχτούν πέρα οι ρόδες απ’ τ’ άρμα του βασιλιά κι έτσι να χασομερήσει αυτός στο δρόμο. Κάμποση ώρα το σκεφτόταν ο Μυρτίλος, ώσπου στο τέλος όμως δελεάστηκε απ’ τα πλούσια δώρα και υποσχέθηκε να βοηθήσει τον Πέλοπα.

Πήρε να ξημερώνει, πρόβαλε η ροδοδάκτυλη Ηώ και σκέπασε, με χρυσαφένια λάμψη, ολάκερο τον ουρανό. Φάνηκε και ο ήλιος ο φωτοστεφανωμένος μες στο χρυσό του άρμα. Το αγώνισμα θα άρχιζε σε λίγο. Ο Πέλοπας πρώτα επικαλέστηκε τη βοήθεια του κοσμοσείστη Ποσειδώνα και, κατόπι πήδηξε στο άρμα. Ο βασιλιάς Οινόμαος σίμωσε στο βωμό του Δία κι έκανε νόημα στον Πέλοπα να ξεκινήσει, κι άρχισε να τρέχει ολόταχα. Οι ρόδες κροτούσαν στον πετρόστρωτο δρόμο. Τα’ άλογα πετούσαν σαν πουλιά. Ο Πέλοπας χάθηκε γρήγορα μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης.   Τον οδηγούσε η αγάπη του για την Ιπποδάμεια κι ο φόβος μην χάσει τη ζωή του. Ξαφνικά αγροίκησε αλάργα τον κρότο από το άρμα του Οινόμαου, που όλο και σίμωνε. Λίγο ακόμα και ο βασιλιά της Πίσσας θα φτάσει το γιο του Τάνταλου.

Τα άλογα του βασιλιά πετούν, σαν τον άνεμο γοργά, πυκνή σηκώνεται σκόνη κάτω απ’ τους τροχούς. Ο Πέλοπας μαστιγώνει τα’ άλογα κι αυτά τρέχουν πιο γρήγορα. Απ’ το μανιασμένο τρέξιμο, ο αγέρας σφυρίζει στα αυτιά του, μα πώς να γλυτώσει απ’ τ’ άλογα του βασιλιά, που ‘ταν πιο γοργά και από βοριά; Κοντοζυγώνει ο Οινόμαος. Ο Πέλοπας νιώθει κιόλας στη ράχη του τη ζεστή ανάσα των αλόγων  του. Τον είδε κιόλας έτοιμο να ρίξει το κοντάρι, γελώντας θριαμβευτικά. Ο Πέλοπας ξαναπαρακαλάει  τον Ποσειδώνα να τον βοηθήσει. Κι αυτός που διαφεντεύει όλες τις θάλασσες τον ακούει. Οι ρόδες ξεφεύγουν από τους άξονές τους, το άρμα του βασιλιά αναποδογυρίζεται και ο σκληρόκαρδος Οινόμαος γκρεμίζεται χάμου. Πληγώθηκε βαριά πέφτοντας  και το σκοτάδι του θανάτου του σφάλισε τα μάτια. Η μυθική αρματοδρομία μεταξύ Οινόμαου και Πέλοπα, παριστάνεται στο ανατολικό αέτωμα του ναού του Ολυμπίου Διός στην αρχαία Ολυμπία.

φωτ. από  el.wikipedia

Ο Πέλοπας γύρισε θριαμβευτικά στην Πίσσα, παντρεύτηκε την Ιπποδάμεια και πήρε κάτω από την εξουσία του ολάκερη την χώρα του Οινόμαου. Ο Πέλοπας και η Ιπποδάμεια έκαναν τουλάχιστον 16 παιδιά. Όταν ο Μυρτίλος, ο αρματηλάτης, ήρθε και του ζήτησε τη μισή χώρα για ανταμοιβή, του βαριοφάνη του Πέλοπα να χάσει τόσο βιος. Κι ο πονηρός γιος του Τάνταλου κατάφερε, με πονηριά , να οδηγήσει το Μυρτίλο  ως το ακρογιάλι κι εκεί, τον πέταξε από έναν ψηλό απόγκρεμο βράχο  στ’ αφρισμένα κύματα. Την ώρα που ‘πεφτε από τον βράχο, ο Μυρτίλος καταράστηκε τον Πέλοπα κι όλους τους απογόνους του.   Εξαιτίας του πολλές συμφορές βρήκαν το λαό του και ιδίως τα δύο παιδιά του Ατρέα και Θυέστη. Ο Ατρέας είναι γνωστό ότι ήταν πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου. Σύμφωνα με μία εκδοχή, το Μυρτώο Πέλαγος ονομάστηκε έτσι από τον Μυρτίλο.,

Σύμφωνα με τον Διοδώρο Σικελιώτου ( Δ΄73 ) ο  Πέλοψ ως βασιλιάς της Πίσας επέκτεινε την βασιλεία του λίγο-λίγο ώστε έφθασε κάποια στιγμή να εξουσιάζει τόσο μεγάλο μέρος της Απίας που την μετονόμασε σε Πελοπόννησο, «… κα τν χώραν φ´ αυτο Πελοπόννησον προσηγόρευσεν…» μία ονομασία που μέχρι σήμερα ισχύει για να δείχνει την κραταιά του Πέλοπος εξουσία.

Πέλοψ και Ιπποδάμεια

Ο Πέλοπας θεωρείται ο πρώτος που ίδρυσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες στη κοιλάδα του ποταμού Αλφειού. Η σύζυγος του, Ιπποδάμεια ίδρυσε τα Ηραία, αγώνες προς τιμή της θεάς Ήρας, όπου συμμετείχαν αποκλειστικά γυναίκες αθλήτριες.

 

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

Πανοπέας

Ο Πανοπέας είναι αρχαία Φωκική πόλη που βρισκόταν κοντά στα σύνορα των Φωκέων με τους Βοιωτούς. Στη θέση της αρχαίας πόλης βρίσκεται σήμερα το χωριό Άγιος Βλάσιος. Ο αρχαίος Πανοπέας παρουσιάζει ίχνη κατοίκησης από το 18ο αι. π.Χ. Στα μυκηναϊκά χρόνια (14ος-11ος αι. π.Χ.) διέθετε ισχυρή κυκλώπεια οχύρωση, λείψανα της οποίας σώζονται στη νότια κλιτύ του λόφου της ακρόπολης. Οι πρώτοι κάτοικοι του Πανοπέα ήταν Φλεγύες. Σύμφωνα με τον μύθο ο ιδρυτής του Πανοπέα ήταν ο ήρωας Πανοπέας, γιος του Φώκου. Ο Πανοπέας αναφέρεται από τον Ηρόδοτο καθώς ήταν μία από τις Φωκικές πόλεις που κατέστρεψαν οι Πέρσες (480 π.Χ.) κατά την κάθοδό τους προς την Αθήνα (Ηρόδοτος (8,34 κπ). . Η πόλη καταστράφηκε για δεύτερη φορά από τον Φίλιππο της Μακεδονίας κατά τον Γ' Ιερό πόλεμο. Κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους το 198 π.Χ.. Ο Πλούταρχος (Συλλ. 16) αναφέρει ότι το 86 π.Χ. η πόλη λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τον Σύλλα.

Ο Παυσανίας που πέρασε από την περιοχή τον 2ο αιώνα μ.Χ. και γράφει Παυσανίας (Χ, 3, 4 1- 6):

 «Είκοσι σταδίων από τη Χαιρώνεια βρίσκεται η πόλη των Φωκέων  Πανοπεύς, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει κι αυτή πόλη, μολονότι ούτε κανένα οικοδόμημα για τους άρχοντες έχει ούτε γυμναστήριο ούτε θέατρο ούτε αγορά ούτε νερό κατεβαίνει σε κρήνη . Οι άνθρωποι εδώ κατοικούν σε μια χαράδρα, κάτω από απλές καμπυλούμενες στέγες που μοιάζουν πολύ με καλύβες των βουνών*.

Έχουν όμως κι αυτοί όρους που ξεχωρίζουν τη δική τους χώρα από τη χώρα των γειτόνων και στέλνουν και αυτοί αντιπροσώπους στο φωκικό συνέδριο. Λένε πως η πόλη πήρε το όνομά της από τον πατέρα του Επειού και πως οι ίδιοι αρχικά δεν ήταν Φωκείς, αλλά Φλεγύες που διέφυγαν στη Φωκίδα από την περιοχή του Ορχομενού. Κοιτάζοντας τον παλιό οχυρωματικό περίβολο των Πανοπέων υπολογίζομε πως είναι περίπου εφτά σταδίων (περίπου 1300 μ.).

Στη μνήμη μας έρχονται οι στίχοι του Ομήρου, οι σχετικοί με τον Τιτυό, όπου ο Όμηρος ονόμασε την πόλη των Πανοπέων καλλίχορον και οι σχετικοί με τη μάχη πάνω στο νεκρό του Πατρόκλου, όπου ανάφερε πως ο βασιλιάς των Φωκέων  Σχεδίος, ο γιος του Ιφίτου που σκοτώθηκε από τον Έκτορα, κατοικούσε στον Πανοπέα. Ο λόγος, για τον οποίο ο βασιλιάς κατοικούσε εδώ χρησιμοποιώντας ως φρούριο τον Πανοπέα μας φαίνεται πως ήταν ο φόβος των Βοιωτών, γιατί στο μέρος αυτό το πέρασμα από τη Βοιωτία στη Φωκίδα είναι ευκολότερο.  

Για ποιο λόγο όμως ονόμασε ο Όμηρος στο άλλο χωρίο  τον Πανοπέα καλλίχορον δεν μπορούσα πριν να το καταλάβω. Το διδάχτηκα από τις ονομαζόμενες στους Αθηναίους Θυιάδες**: οι θυιάδες είναι γυναίκες της Αττικής που μαζί με τις γυναίκες των Δελφών πηγαίνουν κάθε δεύτερο έτος στον Παρνασσό για τις θρησκευτικές τελετές προς τιμήν του Διονύσου. Υπήρχε συνήθεια κατά την πορεία τους από την Αθήνα οι θυάδες αυτές σταίνουν χορούς σε διάφορα μέρη, μεταξύ αυτών και στον Πανοπέα. Φαίνεται λοιπόν πως το επίθετο που αποδίδει ο Όμηρος στον Πανοπέα υπαινίσσεται το χορό τυν Θυιάδων.

Στον Πανοπέα, πλάι στο δρόμο, υπάρχει ένα οικοδόμημα μικρό από ωμά πλιθιά και μέσα σ’ αυτό άγαλμα από πεντελίσιο μάρμαρο που άλλοι λένε πως παριστάνει τον Ασκληπιό και άλλοι τον Προμηθέα. Παρουσιάζουν και αποδείξεις για τη δεύτερη άποψη: υπάρχουν στη χαράδρα πέτρες, καθεμιά από τις οποίες θα μπορούσε να αποτελέσει επαρκές φορτίο ενός κάρου. Οι πέτρες αυτές έχουν το χρώμα του πηλού, όχι εκείνου που γίνεται από χώμα, αλλά εκείνου που σχηματίζεται σε μια χαράδρα ή αμμουδερό χείμαρρο και έχουν και μια οσμή που πλησιάζει πολύ την οσμή του ανθρωπίνου δέρματος. Λένε πως αυτές είναι υπολείμματα του πηλού εκείνου, από τον οποίο ο Προμηθέας έπλασε ολόκληρο το ανθρώπινο  γένος. Αυτού στη χαράδρα υπάρχει και τάφος του Τιτυού***. Η περιφέρεια του συσσωρευμένου πάνου χώματος είναι περίπου ένα τρίτο του σταδίου (60 με 65 μ.)».

Σχόλια Παπαχατζή:  Παυσανίου Ελλάδος Περιηγήσεις- Φωκικά).

  *Πολλές αρχαίες πόλεις, φημισμένες παλαιότερα , είχαν εκλείψει στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας και άλλες βρίσκονταν σε έσχατη παρακμή, όπως ο Πανοπεύς που επί Παυσανία κατοικούνταν από ολιγάριθμους φτωχούς αγρότες. Τα υπολείμματα του παλιού Πανοπέα δεν χρειάζονταν θέατρο και ευπρεπή δημόσια κτίρι, διατηρούσαν όμως τον τίτλο της πόλης και την ψήφο στο κοινό των Φωκέων

** Το όνομα Θυία δίνονταν στη μητέρα του ήρωα Δελφού, επώνυμου του τόπου που είχε υπό την προστασία ο πύθιος Απόλλωνας. Τον πύθιο Απόλλωνα παρουσιάζουν μερικές παραδόσεις ως πατέρα του Δελφού, ενώ άλλες παρουσιαζουν τον τοπικό ήρωα Καστάλιο ως σύζυγο της Θυίας και πατέρα του δελφού. Ο παυσανίας αναφέρει τη Θυία ως κόρη του Κασάλιου και ως πρώτη ιέρεια του Διονύσου στους δελφούς. Έτσι δόθηκε μια εξήγηση για το όνομα Θυιάδες που επικράτησε να δίνεται στις γυναίκες που τελούσαν στον Παρνασσό, μέσα σε ιερό ενθουσιασμό, τα διονυσικά όργια.  

***Ο γίγας Τιτυός συνάντησε κοντά στον Πανοπέα τη Λητώ, η οποία πήγαινε στους Δελφούς  και την τράβηξε βίαια « πόω κατασχεθείς», κατά τον Απολλόδωρο 1,4,1. Εκείνη επικαλέστηκε τα παιδιά της Απόλλωνα και Άρτεμη, τα οποία σκότωσαν τον Τιτυό. Δυο γύπες του τρώνε το ήπαρ, καθώς ο Τιτυός είναι πεσμένος στο έδαφος, όπου καταλαμβάνει εννιά πλέθρα. 

  Η ακρόπολη του Πανοπέα ( 38.49558, 22.79648)

Στην κορυφή ενός επιμήκη και πετρώδους λόφου σώζονται μέρη του τείχους και τετράγωνοι πύργοι που περιέκλειαν την ακρόπολη του αρχαίου Πανοπέα. Τα τείχη αυτά είναι καλοκτισμένα με μεγάλες ορθογώνιες πέτρες (ισοδομικό κτίσιμο). Ορισμένα τμήματα των τειχών είναι πολυγωνικά. Κατεβαίνοντας από το βουνό έκλειναν μέσα και μέρος της πεδιάδας.


Οχυρωμένες είναι και οι δύο κορυφές του λόφου, καθεμιά με ιδιαίτερο τείχος. Η οχύρωση δεν είναι της ίδιας εποχής, όπως φαίνεται από τη διαφορετική τοιχοδομία των μερών. Τα παλαιότερα τείχη της πόλης κτίστηκαν είτε στα μέσα του 4ου αιώνα και κατεδαφίστηκαν από το Φίλιππο το Β΄μετά το 346 π.Χ., είτε κατά τον επανοικισμό των φωκικών πόλεων που έγινε λίγο πριν τη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. Διαθέτει τρεις πύλες εισόδου στη βόρεια, τη δυτική και νότια πλευρά (πηγή: http://odysseus.culture.gr ).

Στον Πανοπέα υπάρχει και ένας μεσαιωνικός πύργος, στην κορυφή της ακρόπολης, μάλλον φράγκικος.

Κατά πάσα πιθανότητα ο πύργος λειτουργούσε σαν παρατηρητήριο και φρυκτωρία. Είχε οπτική επαφή με τον πύργο του Παρορίου τον πύργο Θουρίου και το κάστρο της Λιβαδειάς.

Ο πύργος έχει διαστάσεις 7,0x7,0μ με πάχος τοίχων 1,40μ. Σήμερα σώζεται σε ερειπιώδη κατάσταση σε ύψος 2,60 μέτρα. Είναι χτισμένος κυρίως με υλικό από το αρχαίο κάστρο με συμπληρώσεις πλίνθων (πηγή:https://www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=panopeas).

Το χωριό Άγιος Βλάσης

Το 1907 ο Γ. Σωτηριάδης ανέσκαψε στη γειτονική περιοχή κλασικούς τάφους. Το 1959 οι R. Hope Simpson - J. Lazenby περισυνέλεξαν μυκηναϊκά όστρακα (14ος-11ος αιώνας π.Χ.) από την περιοχή και επισήμαναν την ύπαρξη μυκηναϊκων κιβωτιόσχημων τάφων

 

Μέσα στην ακρόπολη


ΝΔ είσοδος



ΝΔ είσοδος

 Στο δυτικό τμήμα της ακρόπολης





Δημόσιο κτίριο εντός της ακρόπολης


















Αεροφωτογραφίες : Γιώργος Στάντζος