Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

Αλαλκομενές της Βοιωτίας και Οδυσσέας


Ο Πλούταρχος  και ο Στράβωνας  μας αναφέρουν ότι ο Οδυσσέας έκτισε τις Αλαλκομενές της Ιθάκης και έδωσε το όνομα της γενέτειράς του. Σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς γεννήθηκε στις Αλαλκομενές της Βοιωτίας.

Στον Πίσω Αετό της Ιθάκης βρίσκονται οι Αλαλκομενές


Όταν ήταν νέος ο Οδυσσέας κυνηγώντας έναν κάπρο στον Παρνασσό, στο σπίτι του παππού του Αυτόλυκου, τραυματίστηκε και απέκτησε μια ουλή πάνω από το γόνατο (σημάδι που ήταν αρκετό για να τον αναγνωρίσει η υπηρέτρια του, Ευρύκλεια, όταν επέστρεψε στην Ιθάκη). Ο Αυτόλυκος ήταν πατέρας της μητέρας του Αντίκλειας.

Πηγή: ΛΕ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

τα ανάκτορα στην πόλη των Αλαλκομενών στην Ιθάκη

μέρος του κάστρου στις Αλαλκομενές Ιθάκης





Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Η θεά Αθηνά γεννήθηκε στις Αλαλκομενές



Η θεά Αθηνά ήταν κόρη του Δία και Μήτιδας, κόρη του Ωκεανού και της Τιτανίδας Τηθύος.Σύμφωνα με τον Ομηρικό ύμνο ο Δίας κατάπιε την Μήτιδα ενώ ήταν έγκυος στην Αθηνά για να μην του γεννήσει γιο. Σύμφωνα με έναν χρησμό η Μήτις θα γεννούσε πρώτα μια κόρη και έπειτα έναν γιο που θα καταλάμβανε την εξουσία και θα κυβερνούσε θεούς και ανθρώπους. Μόλις ο Ζευς πληροφορήθηκε τον χρησμό, φοβούμενος μην πάθει ότι και ο πατέρας του Κρόνος, κατάπιε τη Μήτιδα.

‘Όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνο και να βγει η Αθηνά στον κόσμο, μεγάλος πονοκέφαλος τυραννούσε τον Δία γι’ αυτό κάλεσε τον Ήφαιστος να τον βοηθήσει. Αυτός δίνει μια δυνατή τσεκουριά στο μέτωπο του Δία και τότε σείστηκε συθέμελα ο Όλυμπος, αλάλαζε η Γη, φουρτούνιασε η θάλασσα, στάθηκε ακίνητος ο ήλιος και πετάχτηκε από το πονεμένο θεϊκό κεφάλι η Αθηνά πάνοπλη, φορώντας περικεφαλαία και κρατώντας μια ασπίδα.



    Η θεά Αθηνά γεννήθηκε στις Αλαλκομενές


Σύμφωνα με τον Στράβωνα και το Διόδωρο το Σικελιώτη, η θεά Αθηνά γεννήθηκε αθόρυβα στις Αλαλκομενές και ανατράφηκε από τον Αλαλκομενέα δίπλα στον ποταμό Τρίτωνα, ίσως σήμερα είναι το πλησιέστερο στο Σωληνάρι μικρό ρέμα,  γι΄ αυτό και  ονομάστηκε Τριτωνίδα. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα αποκαλεί την Αθηνά Αλαλκομενίδα και Τριτογένεια.

 Η Αθηνά λεγόταν και Παλλάδα και αυτό το επίθετό της,  σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, το χρεωστούσε στις Αλαλκομενές. Τη θεά  Αθηνά την μεγάλωσε ο Αλαλκομενέας και πέρασε την παιδική της ηλικία στις όχθες του Τρίτωνα ποταμού και είχε φίλη της την  Παλλάδα,  κόρη του Ποταμού Παλλάδα.  Οι δυο νεαρές κοπέλες, η Παλλάδα και η Αθηνά, γυμνάζονταν με ασκήσεις αρκετά βίαιες και μια μέρα τσακώθηκαν κι η Παλλάδα ετοιμαζόταν να χτυπήσει την θεά, μα ο Δίας που φοβήθηκε μήπως πάθει τίποτα η δική του κόρη, έβαλε μπροστά της ως ασπίδα, την αιγίδα, τρόμαξε η Παλλάδα απ’ τη φοβερή ασπίδα και η Αθηνά τη χτύπησε και την άφησε νεκρή. Βαθιά απελπισμένη η θεά, έφτιαξε ένα ξύλινο ομοίωμα της νεκρής Παλλάδας κι έβαλε στο στήθος του την τρομερή αιγίδα και το τοποθέτησε προς τιμή της δίπλα στ’ άγαλμα του Δία. Και προσθέτει ο Απολλόδωρος : «Όταν η Ηλέκτρα (η θυγατέρα του Άτλαντα που απ’ αυτήν ο Δίας απόκτησε τον Ιασίωνα και τον Δάρδανο), μετά την ερωτική τους συνομιλία με το Δία, κατέφυγε κοντά στο άγαλμα αυτό, το «Παλλάδιο», ξάφνου ετούτο γκρεμίστηκε μαζί της στο Ίλιο, όπου ο Ίλος έφτιαξε ειδικό ναό γι’ αυτό και απέδωσε θεϊκές τιμές». Όσο το Παλλάδιον ήταν στην Τροία η πόλη έμενε απόρθητη. Αυτό το ήξερε ο Οδυσσέας και το κλεψε μαζί με τον Διομήδη, μπαίνοντας κρυφά μέσα από έναν οχετό.  

                  Η θεά είχε διάφορα επίθετα όπως : 

  •      «γλαυκώπις» για τα αστραφτερό βλέμμα και κατ' άλλος για το γκριζογάλανο χρώμα των ματιών, πιθανόν και με τις δύο έννοιες                              
  •  Θεά  της Σοφίας.  Για τους αρχαίους Έλληνες η λέξη  σήμαινε τόσο τη σοφία του νου όσο και τη δεξιοτεχνία των χεριών.
  •  Αθηνά Εργάνη: είναι η εφευρέτρια όλων των τεχνών και βοήθησε τους ανθρώπους στον εκπολιτισμό τους.
  •  Η παρουσία της ήταν απαραίτητη σ’ όλα τα μεγάλα έργα. Στην κατασκευή της Αργούς, καθοδήγησε την κατασκευή του Δούρειου Ίππου
  •  Δίδαξε την ύφανση στην Πανδώρα και γενικά στους ανθρώπους. Μόλις άφηνε το δόρυ έπιανε το αδράχτι.
      Δίδαξε στους ανθρώπους την κεραμευτική τέχνη. Σύμφωνα με κάποιους μελετητές το όνομά της Αθηνά – Αθήνη βγαίνει από την Πελασγική γλώσσα που σημαίνει θεά της κεραμευτικής
      Ήταν προστάτρια της  πόλεων: «Πολιάς» και « Ερυσίπτολις» κατά τον Όμηρο ( ερύω = πτόλις- πόλις)

      Εμψυχώτρια στους δίκαιους  πολέμους                         «Πολεμήτοκος».
      Θεάς της Αυτοπειθαρχίας και της Αντοχής.
      Χάρισε στους ανθρώπους την Αρετή, τη Δύναμη  και την Αυτάρκεια της Ψυχής.
      Αμείβει τους ενάρετους με φρόνηση  και τιμωρεί τους υβριστές με παραφροσύνη «οίστρο», εξ ού και  « Οιστροφόρος»
      Χάρισε την ελιά και την καλλιέργεια της στους Αθηναίους και φυσικά σ’ όλο τον κόσμο.
       Δίδαξε τον πυρρίχιο στους Κουρήτες
       τη γλυπτική στην ανθρωπότητα φτιάχνοντας το πρώτο άγαλμα, το παλλάδιο.
      Την χρυσοχοΐα, τη χαρακτική, την αρχιτεκτονική.  
      Αναδείχτηκε σε κύρια θεότητα της ειρήνης και του πολιτισμού.
      Η Αθηνά πρωτόζεψε στ’ αλέτρι τα βόδια, γι’ αυτό και την ονόμαζαν « βουδεία».

      Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης μας  αναφέρει ότι « δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε  ότι ανακάλυψε τις περισσότερες τέχνες».

      Ζούσε ασκητική ζωή, γι’ αυτό την αποκαλούσαν «Παρθένο» .  

Τη Θεά Αθηνά τιμοπύσαν ιδιαίτερα η Βοιωτοί



Στις όχθες του Τρίτωνα οι Αλαλκομενείς έκτισαν σπουδαίο ναό και το στόλισαν με το αρχαιότερο χρυσελεφάντινο άγαλμά της. 
Το δεξί της χέρι τίναζε το κοντάρι και με το αριστερό της πρόβαλλε την ασπίδα.

Ο Στράβων γράφει «Έχει δε η Αλαλκομενία Αθηνά αρχαίον ιερόν σφόδρα τιμώμενον» και συνεχίζει πιο κάτω « την δε θεά σεβόμενοι πάντες απείχοντο πάσης βίας»

Στο ναό της γίνονταν τα Δαιδάλια, περίλαμπρες γιορτές  και πολύβουα πανηγύρια


Ο Σύλλας λεηλατεί το ναό της Αλαλκομενίας Αθηνάς


Το 86 π.Χ. ο ρωμαίος στρατηγός Σύλλας δε σεβάστηκε τον ιερό τόπο της θεάς, αλλά ούτε και το ναό της.

Το χρυσελεφάντινο άγαλμα το άρπαξε  όπως και τόσα  άλλα από όπου πέρασε.

Για την ιεροσυλία του τιμωρήθηκε σκληρά, κατά τον θεοσεβή Παυσανία, γέμισε ψείρες και πέθανε. Αλλά ο Πλούταρχος μας λέει ότι το παλιό έλκος στο στομάχι του,  ή στα έντερά του καθώς και η εσωτερική αιμορραγία προκάλεσε το θάνατό του.

Μετά τη αρπαγή του αγάλματος ο ναός παραμελήθηκε. Και όπως λέει ο Παυσανίας εντός του ναού φύτρωσε μεγάλος  κισσός ο οποίος χάλασε τους αρμούς των λίθων και απομάκρυνε τον ένα από τον άλλο.



Το τρόπαιο Σύλλα


Το τρόπαιο στήθηκε στον Ορχομενό από τον Ρωμαίο στρατηγό Σύλλα, όταν το 87 π.Χ. νίκησε τα στρατεύματα του βασιλιά του Πόντου, Μιθριδάτη Στ’ του Ευπάτορος. Το τρόπαιον έγραφε «Τρόπαιον Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας Αυτοκράτωρ Κατά βασιλέως Μιθριδάτου και των συμμάχων αυτού...».

Το «Τρόπαιοτου Σύλλα»,  έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη το 2004  στην περιοχή μεταξύ Πύργου και Ορχομενού.


Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Αλαλκομενές Βοιωτίας

Με οδηγό  τον Παυσανία αναζητούμε τα ίχνη των αρχαίων Αλαλκομενών και της θεάς Αθηνάς στη Βοιωτία.

Τιλφούσιον όρος - βουνό Πέτρας
Ο Παυσανίας στα «Βοιωτικά» αναφέρει ότι αφού πέρασε την πετρώδη περιοχή του Τιλφουσίου (το βουνό Πέτρα),  το ιερό του Απόλλωνα, μπήκε στην παραλίμνια πεδιάδα της Κορώνειας, όπου συνάντησε με τη σειρά την πολίχνη Αλαλκομενές (παρηκμασμένη επί των ημερών του), με ιερό της Αθηνάς Αλαλκομενίας, έπειτα το ιερό της Αθηνάς Ιτωνίας και τελευταία την Κορώνεια.

 Επειδή δεν υπάρχουν εμφανή οικοδομικά λείψανα στην πεδιάδα, η  αναγνώριση των δύο πόλεων και των δύο ιερών είναι δύσκολη.
 


το εξωκλήσι είναι κτισμένο στο ιερό του Απόλλωνα
Σύμφωνα  με τον Παπαχατζή, τον μεταφραστή του Παυσανία, το ιερό ήταν  κάτω από το χωριό Σωληνάρι.

 Η δε κώμη  τω Αλαλκομενών τοποθετείται στα νοτιοδυτικά του Σωληναρίου, μάλλον βόρεια του  χωριού  Αγία Παρασκευή

Ο περιηγητής Λήκ, γύρω στο 1800 επισκέφτηκε την περιοχή και αναφέρει ότι σώζονταν στην άκρη της πετρώδους πλαγιάς, κάτω από το Σωληνάρι, θεμελίωση πολυγωνικού τοίχου κοντά σε μικρό ρέμα, τον Τρίτωνα, όπου αναγνώρισε τον περίβολο του ναού κοντά. Κοντά στην περιοχή βρήκε αρχαίους λίθους εντοιχισμένους σε ερειπωμένη εκκλησία. 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Αλαλκομενών
Εντοιχισμένες αρχαίες πέτρες βρίσκει κανείς σήμερα και στο χωριό Αλαλκομενές, σε εκκλησίες στο σιδηροδρομικό σταθμό,  αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι αρχαίες  Αλαλκομενές ήταν στη θέση αυτή.

Οι Αλαλκομενές πήραν το όνομά τους από τον τοπικό ήρωα Αλαλκομενέα, τον πρώτο άνθρωπο της Βοιωτίας που αναδύθηκε από τη λίμνη Κηφισίδα, Κωπαΐδα, σύμφωνα με τον ποιητή Πίνδαρο

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή από την κόρη του Ωγύγη, βασιλιά της Αττικοβοιωτίας,  την  Αλαλκομενία.

Αξιοσημείωτο είναι ότι στο βοιωτικό ημερολόγιο υπήρχε   Αλαλκομένιος μήνας (23 Οκτωβρίου – 22 Νοεμβρίου).


Ο Αλαλκομενές βρίσκονταν  χαμηλά στα ριζά ενός βουνού, όχι πολύ υψηλού ενώ το ιερό της Αλακομενίας Αθηνάς σε εντελώς επίπεδο μέρος.
αρχαίες εντοιχισμένες πέτρες στον σταθμό
Στις Αλαλκομενές οι Βοιωτοί γιόρταζαν τα Δαιδάλια ή Δαίδαλα. Τα Δαίδαλα ήταν μια θεαματική αλλά και φαιδρή και διδακτική γιορτή της «Νυμφευομένης»  ή της «Τελείας » Ήρας, που την θεωρούσαν προστάτιδα του νόμιμου γάμου και γενικά προστάτιδα της γυναίκας, ( κόρης, μνηστής και συζύγου) και αυστηρή φρουρό της οικογένειας.

Σύμφωνα με έναν μύθο, η Ήρα θυμωμένη από τις παρεκτροπές και απιστίες του άντρα της Δία εγκαταλείπει τη συζυγική στέγη επάνω στον Όλυμπο και αποσύρεται στα δάση του Κιθαιρώνα της Βοιωτίας, από όπου με κανένα τρόπο δε δεχόταν να επιστρέψει κοντά του. Μάταια την αναζητούσε, εκείνη αμετάπειστη στις υποσχέσεις του και ανένδοτη στα παρακάλια του αρνιόταν πεισματικά να επιστρέψει στον Όλυμπο.

Ο Δίας δεν ήξερε πλέον τι κάνει γι’ αυτό και αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από τον Βοιωτό ήρωα Αλαλκομενέα ή Αλαλκομένη που ήταν γνωστός για την πολυμάθειά του. Ο Αλαλκομενέας, σαν σοφός που ήταν, τον συμβούλεψε να κόψει ένα κομμάτι ξύλο από «ευκτέανον και παγκάλην δρυν» από το δάσος των βελανιδιών, που υπήρχε στις Αλαλκομενές, και με αυτό να  κατασκευάσει ένα γυναικείο ξύλινο άγαλμα (ξόανο, δαίδαλο). Να το σκεπάσει με νυφικό πέπλο, και να το πάρει πλάι του επάνω σε αμάξι, που θα το έσερναν δυο βόδια και να διαδώσει ότι παντρεύεται την κόρη του Ασωπού Πλάταια. Έτσι και έκανε ο Δίας.

Η Έριδα πληροφορεί την Ήρα ότι ο άντρας της παντρεύεται την Πλάταια και ότι ο κόσμος άρχισε να την προσκυνάει για βασίλισσα του ουρανού και αμέσως κατεβαίνει από τον Κιθαιρώνα γεμάτη ζήλια και θυμό.

αρχαίες εντοιχισμένες πέτρες στον σταθμό
Φτάνοντας στις Πλαταιές και βλέπει τη μεγαλοπρεπή γαμήλια πομπή να περνάει στους δρόμους της πόλης, μουσικούς να τραγουδούν τον υμέναιο (γαμήλιο άσμα), τις Τριτωνίδες νύφες να κουβαλούν το νερό του νυφικού λουτρού και σε ανθοστόλιστο άρμα τον άντρα της να έχει αγκαλιά την πανέμορφη και καταστόλιστη νύφη. Αφρίζοντας από τη ζήλια της πηδάει στο άρμα και ρίχνεται της νύφης και της ξεσκίζει το πέπλο. Σαν είδε όμως αντί νύφης  το ξόανο, ντράπηκε για την ανάρμοστη συμπεριφορά της. Χαμογελάει στο Δία και γελά με τη καρδιά της για το πονηρό κόλπο. Συνεχίζουν ύστερα τη γαμήλια πομπή με νύφη τώρα την Ήρα και τερματίζουν στον Κιθαιρώνα όπου η Ήρα έκαψε το ξόανο.

Σε ανάμνηση αυτού του περιστατικού οι Βοιωτοί γιόρταζαν: 
Τα Μεγάλα Δαίδαλα γιορτάζονταν κάθε εξήντα χρόνια, στα οποία λάβαιναν μέρος όλοι οι Βοιωτοί στις Πλαταιές. Κάθε πόλη κατασκεύαζε το ξόανό της, 14 ξόανα, γιατί 14 ήσαν οι μεγαλύτερες πόλεις, στη συνέχεια τα μετέφεραν στις όχθες του Ασωπού ποταμού και τα τοποθετούσαν πάνω σε άμαξες.

Έβαζαν το ξόανο ντυμένο νύφη, και δίπλα του καθόταν μια κοπέλα σαν παράνυμφος, η «νυμφεύτρα». Στη συνέχεια οι άμαξες με πομπή, που η σειρά καθοριζόταν με κλήρο, ξεκινούσαν από τις Αλαλκομενές και ανέβαιναν στην κορυφή του Κιθαιρώνα. Ο άρχοντας κάθε πόλης θυσίαζε έναν ταύρο στο Δία και ένα δαμάλι στην Ήρα και οι ιδιώτες μικρά ζώα. Στη συνέχεια οι πανηγυριστές έτρωγαν, έπιναν και τραγουδούσαν και στο τέλος έκαιγαν επάνω σε μεγάλο ξύλινο βωμό όλα τα δαίδαλα, όπως ακριβώς είχε κάνει και η Ήρα.

Κάθε επτά χρόνια γίνονταν και τα Μικρά Δαίδαλα στις Πλαταιές. Και κάθε χρόνο τα Κοινά Δαίδαλα στις Αλαλκομενές. Η κάθε πόλη της Βοιωτία ετοίμαζε το δικό της δαίδαλο κι όλα μαζί καθαγιάζονταν και θυσιάζονταν στις γιορτές.
 

Το Δαίδαλο-ξόανο ήταν  κατασκευασμένο από τοις βελανιδιές του δάσους των
ιερό του Απόλλωνα
Αλαλκομενών. Η επιλογή του κατάλληλου δένδρου γινόταν από ένα κοράκι. Άφηναν κομμάτια ψημένου κρέατος ανάμεσα στις πανύψηλες βελανιδιές του δάσους των Αλαλκομενών και περίμεναν να δουν σε πιο δέντρο θα πήγαινε το πρώτο κοράκι για να αρπάξει το κρέας, από αυτό το δένδρο θα φτιαχνόταν το ομοίωμα της νύμφης, το οποίο έντυναν, στόλιζαν με νυφικό πέπλο και το περιτριγύριζαν  πάνω σε αμάξι.