Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Η γέννηση του Ηρακλή



Δίας και Αλκμήνη
Ο Δίας είδε μια μέρα την όμορφη Αλκμήνη και αποφάσισε να την κάνει δική του. Ήθελε να κάνει μαζί της τον πιο γενναίο και πιο δυνατό ανάμεσα στους θνητούς, αυτόν που θα γινόταν λυτρωτής των ανθρώπων από τα δεινά. Εκμεταλλεύτηκε την απουσία του Αμφιτρύωνα πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα, όπως θα ήταν καθώς όταν θα γύριζε από την εκστρατεία, και ένα βράδυ εμφανίστηκε στην πόρτα της, ενώ γύρω του έβρεχε χρυσή βροχή.

Στο ένα χέρι του κρατούσε χρυσό κύπελλο και στο άλλο ένα περιδέραιο. Η Αλκμήνη ξεγελάστηκε και νόμισε ότι ήταν ο Αμφιτρύωνας, γι' αυτό του ζήτησε να της πει όλα όσα έγιναν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας. Ο Δίας σαν θεός που ήταν της τα διηγήθηκε και αφού της έδωσε τα δώρα κοιμήθηκε μαζί της

Δίας
Ο Δίας όμως είχε παρακαλέσει τον Ήλιο να μη βγει τρεις μέρες. Έτσι η νύχτα κράτησε όσο τρεις νύχτες. Γι' αυτό ο Ηρακλής, που γεννήθηκε από αυτή τη νύχτα ονομάστηκε "τριέσπσερος" γιατί χρειάστηκαν τρεις νύχτες για τη σύλληψή του και "τρισέληνος", γιατί βγήκε τρεις φορές απανωτά το φεγγάρι χωρίς να γίνει μέρα. Μετά ο Δίας εξαφανίστηκε πριν επιστρέψει ο Αμφιτρύωνας.

           Την ίδια νύχτα ήρθε και ο Αμφιτρύωνας νικητής από τον πόλεμο, αλλά η Αλκμήνη δεν τον υποδέχτηκε όπως περίμενε ο Αμφιτρύωνας. Την ρώτησε να μάθει για πιο λόγο δεν ήταν καλή μαζί του. Η Αλκμήνη παραξενεύτηκε, και με την σειρά του τον ρώτησε γιατί παραπονιόταν αφού πριν από λίγο είχαν πλαγιάσει μαζί και μάλιστα του έδειξε και το χρυσό κύπελλο. Ο Αμφιτρύωνας αρνιόταν και ορκιζόταν πως δεν είχε ξαναρθεί το ίδιο βράδυ στο δωμάτιό της ούτε της είχε δώσει κανένα χρυσό κύπελλο. Αποδείξει για όλα αυτά, έλεγε, ήταν το χρυσό κύπελλο που της έφερνε δώρο από τα λάφυρα ήταν μέσα στο κιβώτιο. ‘Οταν όμως άνοιξαν το κιβώτιο το κύπελλο δεν ήταν εκεί.




Η Αλκμήνη στην πυρά με βροχή
Ο Αμφιτρύωνας δεν ήξερε τι να πει γι' αυτό πήγε και ζήτησε βοήθεια από το μάντη Τειρεσία, ο οποίος του είπε ότι ο Δίας ήταν εκείνος που είχε πάρει τη μορφή του και ενώθηκε με την Αλκμήνη. Έτσι τον Ηρακλή τον συνέλαβε με τον Δία και τον Ιφικλή με τον Αμφιτρύωνα.

 Άλλη παραλλαγή του μύθου λέει ότι ο Αμφιτρύωνας δεν πίστεψε την Αλκμήνη και θύμωσε πολύ για την απιστία της, γι' αυτό άναψε φωτιά με τη βοήθεια του Αντήνορα για να κάψει την άπιστη γυναίκα του. Ο Δίας όμως εξακόντισε τον κεραυνό του, που πέφτει μπροστά στη σωρό των ξύλων, και στέλνει σύννεφα που φέρνουν βροχή για να σβήσουν οι φλόγες.
 
Η γέννηση του Ηρακλή 


Ο καιρός περνούσε και ήρθε η μέρα που η Αλκμήνη θα γεννούσε. Κάλεσε ο Δίας τους άλλους θεούς γύρω του και καυχήθηκε πως το παιδί που θα έφερνε τη μέρα εκείνη στο φως η Ειλείθυια, η θεά της γέννας, θα εξουσίαζε όλους τους άλλους, γιατί ήταν από τη δική του γενιά. Η Ήρα που είχε μάθει τα κατορθώματα του Δία είχε καταστρώσει κιόλας ένα σχέδιο για να τον εξαπατήσει, καμώθηκε πως δεν το πίστευε και τον παρακάλεσε να ορκιστεί ότι πράγματι αυτός που θα γεννιόταν πρώτος αυτή τη μέρα θα κυριαρχούσε σε όλους τους γείτονες.


Ο Ηρακλής και ο Ιφικλής με τα φίδια
Το σχέδιό της ήταν να καθυστερήσει την Αλκμήνη να γεννήσει από τη μια και από την άλλη να επιταχύνει τη γέννα της Νικίππης, της γυναίκας του Σθένελου. Διέταξε τις Mοίρες και την Ειλείθυια να καθυστερήσουν τη γέννηση του παιδιού της Αλκμήνης ώστε να γεννήσει πρώτη η Νικίππη. Έτσι και έγινε. Μέχρι να γεννήσει τον Ευρυσθέα η Νικίππη οι Μοίρες και η Ειλείθυια κάθονταν μπροστά στην πόρτα της Αλκμήνης έχοντας δέσει τα χέρια τους γύρω από τα γόνατά τους. Καθώς κάθονταν με τα χέρια σταυρωμένα πέρασε μια νυφίτσα από μπροστά τους και τότε αυτές τρόμαξαν και έλυσαν τα χέρια τους και αμέσως η Αλκμήνη γέννησε. Παρ' όλα αυτά η Ήρα είχε πετύχει το σκοπό της και ο Ηρακλή είχε γεννηθεί δεύτερος. Μια μέρα μετά από τη γέννηση του Ηρακλή γεννήθηκε και ο αδελφός του Ιφικλής.

Αφού γέννησε η Αλκμήνη, φοβήθηκε την ζήλια της Ήρας και αποφάσισε να μην κρατήσει το παιδί. Πήγε και άφησε το βρέφος σε ένα άλσος που ονομαζόταν "πεδίον Ηράκλειον". Σε λίγο πέρασε από εκεί η Ήρα και η Αθηνά, είδαν το βρέφος και θαύμασαν τη μορφή του. Η Αθηνά έπεισε την Ήρα να το βυζάξει. Καθώς όμως η Ήρα του έδωσε το στήθος το μωρό το δάγκωσε δυνατά και η Ήρα το πέταξε κάτω. Η Αθηνά τότε το σήκωσε και το πήγε στην μητέρα του.


Η Ήρα θηλάζει τον Ηρακλή
Μια άλλη παραλλαγή του μύθου λέει ότι ο Ερμής πήγε κρυφά τον Ηρακλή στην Ήρα, όταν αυτή κοιμόταν, και τον έβαλε στο στήθος της για να το θηλάσει. Το παιδί όμως δάγκωσε το στήθος και η Ήρα από τον πόνο πετάχτηκε από τον ύπνο της, πέταξε το παιδί κάτω και από τα γάλα που χύθηκε από το στήθος της σχηματίστηκε ο γαλαξίας.

Ηρακλής και Αμφιτρύωνας
ρα δεν ξέχασε ποτέ το θυμό της και ήθελε να ξεκάνει τον Ηρακλή. Ένα βράδυ που τα δυο αδέλφια κοιμόντουσαν ήσυχα στη κούνια, που ήταν μια ασπίδα, έστειλε δυο μεγάλα φίδια για να κατασπαράξουν τα βρέφη. Μα ξαφνικά, με τη θέληση του Δία, ένα φως έλουσε το δωμάτιο και τα παιδιά ξύπνησαν. Ο Ιφικλής μόλις είδε τα φίδια άρχισε να κλαίει ενώ ο Ηρακλής δε φοβήθηκε καθόλου, έπιασε τα φίδια από το λαιμό τους και τα έπνιξε. Άκουσε η Αλκμήνη τα κλάματα του Ιφικλή και έτρεξε αναστατωμένη στο δωμάτιο των παιδιών. Μόλις είδε τα πνιγμένα φίδια, τα οποία ακόμη κρατούσε ο Ηρακλής έβαλε μια δυνατή φωνή που έκανε και τον Αμφιτρύωνα να πεταχτεί από τον ύπνο του. Βλέποντας τον Ηρακλή να κρατά γελαστός τα φίδια βεβαιώθηκε ότι αυτό ήταν παιδί του Δία.

Ο Αμφιτρύωνας και η Αλκμήνη στη Θήβα

  Πριν τρεις και πλέον  χιλιάδες χρόνια στις πλαγιές ενός  αργολικού λόφου άκμασε μια πολιτεία που το όνομά της ήταν Μυκήνες. Στην κορυφή του λόφου υψωνόταν η ακρόπολη με τα κυκλώπεια τείχη της και με την πύλη με τα πέτρινα λιοντάρια τη πολιτεία αυτή βασιλιάς ήταν ο Ηλεκτρίωνας γιος του μεγάλου Περσέα που ήταν γιος της Δανάης. Ήταν δίκαιος και καλός άρχοντας. Σε ένα πανηγύρι μπήκαν οι Τηλεβόες, που κατοικούσαν στην Ακαρνανία, στην αργολική πεδιάδα και άρπαξαν βόδια, άλογα, γιδοπρόβατα, έσπασαν τις αποθήκες, πήραν γεννήματα και δυο τρεις άνδρες αιχμαλώτους και έφυγαν τρέχοντας.

Ο Ηλεκτρύωνας θεώρησε ότι δεν θα ξαναγίνει και δεν έδωσε μεγάλη σημασία στο περιστατικό. Αλλά οι Τηλεβόες έκανα και δεύτερη και τρίτη επιδρομή. Μάλιστα κατά την τρίτη επιδρομή ήρθαν σε σύγκρουση με του Μυκηναίους. Τους κυνήγησαν, έγινε μάχη αληθινή όπου ανάγκασαν τους Τηλεβόες να υποχωρήσουν και να αφήσουν τα ζωντανά και τους αιχμαλώτους. Σε αυτή τη μάχη ξεχώρισε για την ανδρεία του ο Αμφιτρύωνας, εγγονός του Περσέα και ανιψιός του Ηλεκτρύωνα. Θεώρησε ο Ηλεκτρύωνας ότι ο Αμφιτρύωνας ήταν ο κατάλληλος γαμπρός για την κόρη του, την Αλκμήνη γι’ αυτό και τους αρραβώνιασε.

Αμφιτρύωνας
Πέρασε καιρός και ο γέρο Ηλεκτρύωνας καθισμένος σε ένα κορμό δέντρου καμάρωνε τα βόδια του όταν τον επισκέφτηκε ο ανιψιός του ο Αμφιτρύωνας. Του είχε φέρει κακά μαντάτα για τους δυο γιους του οι οποίοι είχαν σκοτωθεί σε μια μάχη με τους Τηλεβόες, οι οποίοι επιτέθηκαν πάλι στη πόλη των Μυκηνών.
Ο Ηλεκτρύωνας θρήνησε για το χαμό των παιδιών του και αποφάσισε να τιμωρήσει τους Τηλεβόες και  στη θέση του θα άφηνε τον ανιψιό του. Αυτό όμως δεν έγινε γιατί κάποια μέρα, ενώ συζητούσαν ανιψιός και θείος για την εκστρατεία, ακούστηκε μεγάλη φασαρία στο κοπάδι του Ηλεκτρύωνα. Μια δαιμονική ορμή έσπρωχνε τα βόδια στο γκρεμό. Έτρεξε ο Ηλεκτρύωνας να δει τι συμβαίνει και χάθηκε μέσα στον κουρνιαχτό που είχε σηκωθεί. Ο Αμφιτρύωνας πήρε μια μεγάλη κορύνη και πήγε τρέχοντας στο κοπάδι. Μέσα στην αναταραχή ακούστηκε ένας βόγκος κι ένας κρότος, σαν κορμί που πέφτει. Ο Αμφιτρύωνας έτρεξε προς τα εκεί. Ο γερο – Ηλεκτρύωνας κειτόταν νεκρός. Η κορύνη τον είχε που τον χτυπήσει ήταν δίπλα του.
Ο Αμφιτρύωνας έσκυψε πάνω του, πήρε το άψυχο κορμί στα χέρια του και τον πήγε στο καλύβι. Οι βοσκοί στέκονταν γύρω αμίλητοι. Ο Βουκέας, ο επιστάτης των κοπαδιών, συμβούλεψε τον Αμφιτρύωνα να πάει στις Μυκήνες, στο μάντη, να του πει τι πρέπει να κάνει για να εξαγνιστεί, αλλιώς οι θεοί δεν θα τον άφηναν να ησυχάσει.
Χωρίς να χάσει καιρό ο Αμφιτρύωνας πήρε το δρόμο για τις Μυκήνες για να συναντήσει το μάντη. Μόλις τον είδε ο μάντης σήκωσε τα χέρια του ψηλά και τον πρόσταξε να μην πλησιάσει το βωμό γιατί φοβερό κακό έχει κάνει και πρέπει να καθαριστεί.
Αλκμήνη
Τον διέταξε να φύγει από τις Μυκήνες παίρνοντας μαζί του και την Αλκμήνη και να πάει στη Θήβα. Εκεί που θα πάει τον περιμένει μέγας θεός που θα τον τιμήσει και θα τον δοξάσει. Την ίδια μέρα, πάνω σε λαμπρή άμαξα, που την έσερναν δυο δυνατά άλογα, ο Αμφιτρύωνας και η Αλκμήνη πήραν το δρόμο για τη Θήβα. Βασιλιάς των Μυκηνών και της Τίρυνθας ορίστηκε ο αδελφός του Ηλεκτρύωνα και θείος του Αμφιτρύωνα, Σθένελος, πατέρας του Ευρυσθέα.
Ο Αμφιτρύωνας και η Αλκμήνη μετά από αρκετές μέρες ταξιδιού έφτασαν στην πύλη του Ισμηνού.  Ζήτησε φιλοξενία από το βασιλιά της επτάπυλης  Θήβας Κρέοντα, αφού εξήγησε το λόγο για τον οποίο βρισκόταν στην πόλη του. Ο Κρέοντας με μεγάλη χαρά δέχτηκε να τους φιλοξενήσει και να βοηθήσει τον Αμφιτρύωνα, δίνοντάς του στρατό να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της πατρίδας του, τους Τηλεβόας.
Λαίλαπας και Αλεπού
Του ζήτησε πρώτα όμως να σκοτώσει την άγρια αλεπού του Τευμησσού και να λυτρώσει τους κατοίκους της Θήβας από τη μεγάλη συμφορά που τους είχε βρει. Οι Θηβαίοι έπρεπε κάθε μήνα να της προσφέρουν ένα παιδί, αλλιώς άρπαζε και σκότωνε πολλούς πάνω στο θυμό της. Ο Αμφιτρύωνας προσπάθησε να την εξοντώσει, αλλά μάταια γιατί ήταν έτσι φτιαγμένη που να μην μπορεί κανείς να την πιάσει. Άρχισε να ζητάει βοήθεια και τότε σκέφτηκε να απευθυνθεί στον Κέφαλο, που ζούσε στην Αττική, και είχε έναν σκύλο , τον Λαίλαπα, που εν του ξέφευγε τίποτε στο κυνήγι. Πράγματι κάλεσε τον Κέφαλο και του υποσχέθηκε αν θα σκότωνε την αλεπού θα του έδινε ως αμοιβή τα μισά λάφυρα που θα έπαιρνε από τον πόλεμο με τους Τηλεβόες, όταν θα πραγματοποιούσε την εκστρατεία. Κάποια μέρα που το σκυλί κυνηγούσε την αλεπού  και πριν προλάβει να την πιάσει, επενέβη ο Δίας και πέτρωσε τα δυο ζώα.
Μετά πό αυτό ο Αμφιτρύωνας είναι έτοιμος για την εκστρατεία του στους Τηλεβόες. Αφού ετοιμάστηκε ο στρατός ο Αμφιτρύωνας ξεκίνησε για να αντιμετωπίσει τους Τηλεβόες. Στο παλάτι η Αλκμήνη περνούσε τις μέρες της περιμένοντας τον αγαπημένο της Αμφιτρύωνα. 

 Ο Αμφιτρύωνας εκστρατεύει κατά των Τηλεβόων
Ο Αμφιτρύωνας μετά την εξέλιξη που είχε το κυνήγι της αλεπούς του Τευμησσού, ετοίμασε την εκστρατεία του εναντίον των Τηλεβόων για να τους τιμωρήσει για το κακό που είχαν κάνει στις Μυκήνες και Τύρινθα. Ο Αμφιτρύωνας σε αυτήν του τη εκστρατεία είχε αρκετούς συμμάχους μεταξύ αυτών και τους Θηβαίους. Αρχηγός της εκστρατείας ορίστηκε ο ίδιος.

Οι Τηλεβόες ήταν κλεισμένη στο κάστρο τους και από τους πολεμούσαν. Παρ όλες τις επιθέσεις που έκαναν δεν μπορούσαν να τους νικήσουν γιατί ο βασιλιάς τους Πτερέλαος ήταν αθάνατος και αήττητος χάριν της χρυσής τρίχας που είχε στο κεφάλι του, δώρο του Ποσειδώνα. Αυτή η χρυσή τρίχα ήταν το μυστικό της δύναμής του.

Ο Αμφιτρύωνας έμαθε το μυστικό και βασανιζόταν με τι τρόπο θα καταφέρει να πάρει τη χρυσή τρίχα από το κεφάλι του. Η λύση ήρθε από κει που δεν την περίμενε ο Αμφιτρύωνας. Μια μέρα που η Κομαιθώ, η κόρη του Πτερέλαου, αντίκρισε από τα τείχη της πόλης της τον Αμφιτρύωνα τον ερωτεύθηκε και τον βράδυ τον επισκέφτηκε στη σκηνή του. Έτσι βρήκε την ευκαιρία ο Αμφιτρύωνας και την παρακάλεσε να τον βοηθήσει. Της ζήτησε να πάει την ώρα που ο πατέρας της κοιμόταν να του φέρει τη χρυσή τρίχα. Η Κομαιθώ δέχτηκε να τον βοηθήσει και το άλλο βράδυ του έφερε τη χρυσή τρίχα. Την επόμενη μέρα, κατά τη διάρκεια της μάχης, ο Πτερέλαος έχανε σιγά σιγά τη δύναμή του μέχρι που πέθανε και έτσι ο Αμφιτρύωνας νίκησε του Τηλεβόες.

Ο μύθος λέει ότι ο Αμφιτρύωνας πριν φύγει σκότωσε την Κομαιθώ γιατί πρόδωσε τον πατέρα της όμως άλλη παραλλαγή του μύθου αναφέρει ότι την Κομαιθώ την έριξαν οι Τηλεβόες από τα τείχη γιατί τους πρόδωσε. Νικητής ο Αμφιτρύωνας πήρε όσα λάφυρα μπορούσε, ανάμεσά τους υπήρχε και η ασπίδα του βασιλιά Πτερέλαου. Τα υπόλοιπα λάφυρα τα μοίρασε στους συμμάχους του. Αφού πήρε τη λεία του πήρε το δρόμο της επιστροφής του για τη Θήβα, ήσυχος πλέον αφού τιμώρησε τους εχθρούς της πατρίδας του.

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Διόνυσος Ζαγρεύς



Ο Ζαγρεύς ήταν θεός των Ορφικών, γιoς του Δία και της Περσεφόνης, ο "πρώτος Διόνυσος". Γεννήθηκε από το Δία μεταμορφωμένος σε φίδι και την κερασφόρο Περσεφόνη. Ο Δίας τον προόριζε για τη διαδοχή και την κυριαρχία στον κόσμο και για να τον προφυλάξει από την Ήρα, τον εμπιστεύθηκε στον Απόλλωνα και τους Κουρήτες, οι οποίοι τον έκρυψαν στα δάση του Παρνασσού.

Η Ήρα ανακάλυψε που ήταν κρυμμένο το κερασφόρο βρέφος κι έστειλε τους Τιτάνες να το εξοντώσουν. Εκείνοι για να το ξεγελάσουν του έδωσαν παιχνίδια και στη συνέχεια του επιτέθηκαν. Τότε ο Ζαγρεύς άρχισε να αλλάζει μορφές στην προσπάθειά του να ξεφύγει. Μεταμορφώθηκε κατά σειρά σε λιοντάρι, τίγρη, άλογο, φίδι, και όταν πήρε τη μορφή ταύρου, οι Τιτάνες τον έπιασαν, τον κομμάτιασαν, έβρασαν το κρέας του σ' ένα καζάνι κι έφαγαν ένα μέρος του. Ο Απόλλωνας μάζεψε τα κομμάτια του Ζαγρέα και τα έθαψε στους Δελφούς. Την καρδιά του, η οποία είχε μείνει ανέπαφη, την κονιορτοποίησε ο Δίας και τη διέλυσε σε ένα ποτό που το πρόσφερε στη Σεμέλη. Εκείνη τότε έμεινε έγκυος κι έφερε στον κόσμο το Νεώτερο Διόνυσο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή την κονιορτοποιημένη καρδιά του την κατάπιε ο ίδιος ο Δίας, κι ήταν εκείνος ο οποίος γέννησε το Διόνυσο. Άλλοι μύθοι υποστηρίζουν ότι το θεό τον ανάστησαν η Ρέα ή η Δήμητρα αφού πρώτα συγκόλλησαν τα μέλη του.

Ο Δίας κατακεραύνωσε τους Τιτάνες κι από τις στάχτες τους δημιουργήθηκαν οι άνθρωποι. Οι ορφικοί έλεγαν πως οι άνθρωποι είχαν μέσα τους το θεϊκό στοιχείο, γιατί οι Τιτάνες είχαν φάει το Διόνυσο Ζαγρέα, είχαν όμως και την "τιτανική φύση" που τους ωθούσε στο κακό επειδή είχαν πλαστεί από την στάχτη των Τιτάνων.


Σε μια άλλη εκδοχή η Θεά Αθηνά περισυνέλεξε την παλλόμενη καρδιά του και
Οι Τιτάνες κομματάζουν τον Διόνυσο
την πήγε στο Δία (γι' αυτό η Αθηνά πήρε το επίθετο Παλλάδα). Εκείνος την τοποθέτησε σε ένα γύψινο ομοίωμα του Διονύσου που ζωντάνεψε αμέσως. Οι Νύμφες ανέλαβαν τη φροντίδα του παιδιού και το κουνούσαν σε ένα λιχνιστήρι δημητριακών (λίκνο) απ' όπου ονομάστηκε Ζαγρεύς (Διόνυσος) Λικνίτης.

Σε ανάμνηση του διαμελισμού και της ανάστασης του Ζαγρέως οργανώνονταν κάθε δυο χρόνια οργιαστικές γιορτές προς τιμή του, από τις αττικές και δελφικές Θυιάδες ή τις ιέρειες του Διονύσου στο ναό του Πύθιου Απόλλωνα.

Ο Ζαγρεύς ταυτίζεται συχνά και με τον Ίακχο. Σε ερυθρόμορφα αγγεία διακρίνεται η Περσεφόνη με το μικρό Ίακχο στην αγκαλιά.


Στη λατρεία του Διόνυσου Ζαγρέα θυσίαζαν ταύρους, επειδή άρεσε στο θεό να μεταμορφώνεται σε ταύρο. Οι μύστες τρώγοντας τις ωμές σάρκες του ταύρου πίστευαν πως αφομοίωναν τη σάρκα του ίδιου του θεού κι ότι έτσι έρχονταν σε απόλυτη επικοινωνία μαζί του. Κι ότι μετά το θάνατό τους θα τους αναγνώριζε ο Διόνυσος Ζαγρέας και χάρη σ’ αυτόν θα περνούσαν μέσα σ’ άλλα σώματα, επειδή οι ορφικοί πίστευαν στη μετεμψύχωση».



      Εκτός από τις αναφορές για στον βίαιο θάνατο του Διονύσου και στο διαμελισμό του υπάρχουν παραδόσεις που έκαναν λόγο για ομαλή κατάβαση στον Άδη, προκειμένου να φέρει στον απάνω κόσμο , στον κόσμο των ζωντανών, τη μάνα του , τη Σεμέλη

         Η κάθοδός του γινόταν από την Αλκυονία Λίμνη  στη Λέρνα της Αργολίδας, για την οποία υπήρχε παράδοση ότι ήταν απύθμενη . Στους Δελφούς, μέσα στο άδυτο του ναού του Απόλλωνος, «παρά το χρηστήριον»  υπήρχε ο τάφος του θεού. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, που έζησε προς το τέλος του 1ου αι. π.Χ. , μιλά για θρήνους κατά τη διάρκεια των «διονυσιακών παθών». Αλλά για τις τελετουργίες που σχετίζονται με το θάνατό του και την ανάστασή του ξέρουμε λιγοστά πράγματα. Κύρια αιτία η ευσέβεια των αρχαίων συγγραφέων που δεν ήθελαν να κοινοποιήσουν τίποτε « περί ων ου θέμις τοις αμυήτοις  ιστορείν».

Ο " Διόνυσος" σε τροχοφόρο πλοίο - Ανθεστήρια
    Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο των τελετουργιών που συνδέονται με την ανάσταση του θεού ήταν το κάλεσμά του , η «επίκλησις», από τους πιστούς του, που τον καλούσαν, ακόμη και με μικρές σάλπιγγες, να ανέβει και να παρουσιαστεί.

Στους Ίωνες η «επιφάνεια» του θεού γινόταν κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων, που γιορτάζονταν κατά τη διάρκεια της άνοιξης  και ο ερχομός του θεού γινόταν πάνω σε τροχοφόρο πλοίο και αυτό γινόταν γιατί ο Διόνυσος είχε κατέβει στον κάτω κόσμο από τη λίμνη, την Αλκυονία. Με την θριαμβευτική εμφάνιση του θεού οι πιστοί του ξεσπούσαν σε ουρανομήκεις φωνές, χαρούμενα τραγούδια και ξεφάντωναν με χορούς και πανηγύρια

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

Τα Μεγάλα ή εν Άστει Διονύσια, η μεγάλη γιορτή του θεάτρου



Γιορτή της Αρχαίας Αθήνας προς τιμήν του Ελευθερέως Διονύσου, που από ένα σημείο και μετά ήταν ταυτισμένη με τη διεξαγωγή δραματικών αγώνων. Μαζί με τα Παναθήναια, ήταν οι σπουδαιότερες γιορτές του έτους στην Αθήνα. Διαρκούσε πέντε ημέρες, από την 10η έως την 14η ημέρα του μήνα Ελαφηβολιώνα (τέλη Μαρτίου) και είχε πανελλήνια εμβέλεια.  

Η λατρεία του είχε έρθει στην Αθήνα από τις Ελευθερές, ένα μικρό χωριό στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας. Εκεί οι πιστοί λάτρευαν τον αγαπημένο τους θεό στη μορφή ενός απλού ξύλινου αγάλματος. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας ιερέας, ο Πήγασος, πήρε χρησμό από το μαντείο των Δελφών για να το πάρει από τις Ελευθερές και να το φέρει στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι του έδωσαν το όνομα «Ελευθερεύς» και έχτισαν προς τιμήν του στους νότιους πρόποδες της Ακρόπολης ένα τέμενος με βωμό και ένα μικρό ναό.

Τα Μεγάλα Διονύσια ξεχώριζαν από τις άλλες διονυσιακές γιορτές. Ήταν μια γιορτή ανοιχτή σε όλους τους Έλληνες, όχι μόνο στους Αθηναίους. Το γιορτινό κλίμα πρέπει να ήταν πολύ έντονο στην πόλη εκείνες τις ημέρες. Πάνω από 1000 πολίτες συμμετείχαν στην εκδήλωση, ως μέλη χορών, ηθοποιοί, κομπάρσοι και βοηθοί. Πολλοί ήταν και οι ξένοι που έρχονταν στην Αθήνα για να παρακολουθήσουν τη γιορτή και φυσικά τις φημισμένες θεατρικές παραστάσεις.

Ήταν μία ευκαιρία για τους Αθηναίους να επιδείξουν τον πλούτο και τη λαμπρότητα της πόλης τους στους ξένους (σύμμαχοι οι περισσότεροι), που συνέρρεαν στην αρχή της άνοιξης για να καταβάλουν τον φόρο για το ταμείο της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Η λατρεία του Ελευθερέως Διονύσου εισήχθη στην Αθήνα στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και επί τυραννίδας Πεισιστράτου (561-528 π.Χ.) καθιερώθηκαν πιθανότατα οι διθυραμβικοί χοροί και οι τραγωδίες στη γιορτή αυτή προς τιμήν του Διονύσου .

8η Ελαφηβολιώνος: Δύο ημέρες πριν από την επίσημη έναρξη της γιορτής γινόταν ο προάγων ή προαγών, όπου παρουσιάζονταν όλοι όσοι θα έπαιρναν μέρος στους δραματικούς αγώνες προς τιμήν του θεού (ποιητές, υποκριτές, χορευτές, χορηγοί). Οι ηθοποιοί εμφανίζονταν χωρίς τις μάσκες και τα κοστούμια τους και δίνονταν κάποιες πληροφορίες στο κοινό για τα έργα που θα ανεβάζονταν.

9η Ελαφηβολιώνος: Μία ημέρα πριν από την έναρξη της γιορτής, το ξόανο (σανιδόμορφο λατρευτικό άγαλμα) του Διονύσου μεταφερόταν από τις Ελευθερές στην Αθήνα. Πρώτα το πήγαιναν σ’ ένα ιερό έξω από τα τείχη, στα ΒΔ της πόλης, και στη συνέχεια στο ιερό του θεού στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης, δίπλα στο διονυσιακό θέατρο.

10η Ελαφηβολιώνος: Η γιορτή των Διονυσίων ξεκινούσε με μία πομπή που κατέληγε σε θυσία. Έμβλημά της είχε το φαλλό και σ' αυτήν έπαιρναν μέρος άνδρες και γυναίκες. Εκτός από τα προς θυσία ζώα, υπήρχαν και αναίμακτες προσφορές, όπως καρποί που μεταφέρονταν σε χρυσά κάνιστρα. Οι χορηγοί των δραματικών αγώνων και των διθυράμβων λάμβαναν μέρος στην πομπή, ντυμένοι με φανταχτερά ρούχα, για να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους. Τους επιτρεπόταν εξάλλου αυτή η επίδειξη χλιδής, μιας και η πραγματοποίηση των αγώνων γινόταν με δικά τους έξοδα.

Μετά την τέλεση των θυσιών στο τέμενος του Διονύσου Ελευθερέως, το πλήθος κατευθυνόταν στο παρακείμενο θέατρο για να παρακολουθήσει την απονομή στεφανιών σε διακεκριμένους πολίτες και πανοπλιών στους ενήλικους γιους των πεσόντων σε μάχες. Εκτός αυτού, εξέθεταν στο πλήθος μέσα σε κάνιστρα τα τάλαντα που διέθετε η πόλη από το ετήσιο πλεόνασμα, μία πολιτική πράξη αυτοπροβολής της πόλης - κράτους των Αθηνών.

Το απόγευμα της πρώτης ημέρας ο λαός συγκεντρωνόταν και πάλι στο Διονυσιακό θέατρο, για να παρακολουθήσει τους αγώνες διθυράμβου. Ο διθύραμβος ήταν ύμνος, αρχικά αφιερωμένος στο Διόνυσο. Στη συνέχεια, ο ύμνος αυτός θα αρχίσει, σταδιακά, να αποδεσμεύεται θεματολογικά από το θεό για να λάβει έναν επικό και μυθολογικό χαρακτήρα. Εκτελούνταν από ομάδα ανδρών ή αγοριών, που τραγουδούσαν και χόρευαν με τη συνοδεία αυλού. Πιστεύεται ότι η τραγωδία γεννήθηκε από το διθύραμβο, τη στιγμή που κάποιος στάθηκε απέναντι από το χορό και αποκρινόταν σε όσα αυτός έλεγε, σχηματίζοντας έτσι το διαλογικό πυρήνα του δράματος. Στο διαγωνισμό διθυράμβου συμμετείχαν 10 χοροί ανδρών και 10 χοροί αγοριών, ένας από κάθε φυλή. Η κάθε ομάδα χορευτών αποτελούνταν από 50 άτομα.

Το βράδυ της πρώτης ημέρας επικρατούσε μια ατμόσφαιρα πανηγυριού στους δρόμους της πόλης, με χορούς και τραγούδια (κώμος).

θέατρο Διονύσου 
11η Ελαφηβολιώνος: Η δεύτερη ημέρα των Μεγάλων Διονυσίων ήταν αφιερωμένη σε παραστάσεις τραγωδιών και σατυρικών δραμάτων, αλλά από το 486 π.Χ. θα εισαχθεί στη γιορτή και η κωμωδία, στην οποία έκτοτε θα παραχωρηθεί η δεύτερη ημέρα των Μεγάλων Διονυσίων. Εικάζεται ότι εκείνη την ημέρα παίζονταν πέντε κωμωδίες, ισάριθμων κωμωδιογράφων.

12η Ελαφηβολιώνος: Την τρίτη ημέρα των Διονυσίων άρχιζαν οι δραματικοί αγώνες, με παραστάσεις τραγωδιών και σατυρικών δραμάτων. Νωρίς το πρωί οι πολίτες συγκεντρώνονταν στο θέατρο του Διονύσου, όπου γινόταν θυσία και κλήρωση των κριτών, οι οποίοι, αφού καταλάμβαναν τις τιμητικές τους θέσεις, έδιναν το σύνθημα για την έναρξη των παραστάσεων. Κάθε ημέρα και έως το απόγευμα της 14ης Ελαφηβολιώνος «διδάσκονταν» (παίζονταν) τρεις τραγωδίες κι ένα σατυρικό δράμα.

13η Ελαφηβολιώνος: Δεύτερη ημέρα των παραστάσεων τραγωδίας και σατυρικού δράματος.

14η Ελαφηβολιώνος: Το απόγευμα της ημέρας ολοκληρώνονταν οι δραματικοί αγώνες. Το βράδυ αναδεικνύονταν οι νικητές από την κριτική επιτροπή. Υπήρχαν δέκα κριτές, ένας από κάθε φυλή, που έβγαιναν με κλήρωση. Ο καθένας σημείωνε σε ένα πινακίδιο το αποτέλεσμα της κρίσης του και το έριχνε σε μία υδρία, από την οποία επιλέγονταν τελικά πέντε πινακίδια, που καθόριζαν τους νικητές. Τα παραπάνω γίνονταν για να εξασφαλιστεί το αδιάβλητο της τελικής απόφασης. Οι νικητές (ποιητές και χορηγοί) αναγγέλλονταν στο κοινό από κήρυκα και στεφανώνονταν με στεφάνια από κισσούς.

16η Ελαφηβολιώνος: Δύο ημέρες μετά το τέλος της γιορτής ο λαός συγκεντρωνόταν στο θέατρο για να κρίνει την όλη διοργάνωση και να καταγγείλει συμβάντα, που είχαν τυχόν αμαυρώσει την ομαλή διεξαγωγή της γιορτής.