Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Από τα Ανθεστήρια των αρχαίων στις Απόκριες

Απόκριες, τρεις βδομάδες γεμάτες έθιμα, αγροτικής κυρίως προελεύσεως που τελούνται αυτή την εποχή, λίγο πριν από τον ερχομό της άνοιξης, από τα πανάρχαια χρόνια, για να καλωσορίσουν και να πανηγυρίσουν την ετήσια κυκλική αναγέννηση – αναζωογόνηση της φύσης.

Τρεις βδομάδες ουσιαστικής αποχής από το κρέας- Απόκρεως.  Carna vale, δηλ. κρέας ( έχε) γεια, όπως έλεγαν οι Λατίνοι, από όπου προέρχεται η λέξη Καρναβάλι.  Το Καρναβάλι κατάλοιπο των αρχαίων διονυσιακών γιορτών, είναι ουσιαστικά ένα κόσμος ουτοπικός, και γι’ αυτό το λόγο κατ’ ανάγκη εφήμερος.  

 Οι μάσκες και οι κατάλληλες μεταμφιέσεις προσφέρουν στον «καταπιεσμένο» άνθρωπο νέες δυνατότητες έκφρασης, κίνησης και ελευθεριότητας, αφού η «προκάλυψη» αυτή του επιτρέπει τα ανεπίτρεπτο. Η μάσκα  είναι το κύριο «άλλοθι» για να εκφράσει – πιθανότατα  για μια και μόνη φορά την πραγματική  διάσταση του εαυτού του και όχι αυτή της καθημερινότητάς του.  

Τα αθυρόστομα αποκριάτικα τραγούδια αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πανάρχαιας ιεροτελεστίας που αναφέρεται στην άνοιξη και την καλοτυχία, ενώ ταυτόχρονο γεφυρώνουν τις αρχαίες διονυσιακές οργιαστικές τελετές με το σύγχρονο αποκριάτικο πανηγύρι.  Η αιώνια πάλη των φύλων, η ζωή, ο θάνατος, η χαρά, η θλίψη, η επιστροφή στις ρίζες του ανθρώπου στη φύση, ο ερωτισμός και η γονιμότητα, όλα ζωντανεύουν μέσα από παρωδίες, παραδοσιακά τραγούδια ενίοτε με άσεμνο περιεχόμενο και καυστικό χαρακτήρα.  Η Αποκριά γιορτάζεται συνήθως το Φεβρουάριο. Η περίοδος αυτή συμπίπτει με τα Ανθεστήρια της ελληνικής αρχαιότητας.  



Τα Ανθεστήρια, ήταν μία από τις αρχαιότερες ελληνικές γιορτές για το Διόνυσο, που ξεκίνησε από την Αττική και μεταφέρθηκε στις Ιωνικές αποικίες της Μικράς Ασίας.

 Τα Ανθεστήρια τελούνταν στο μεγάλο ιερό  «Εν Λίμναις» του Διονύσου, στη Γαργαρέττα (Κουκάκι) πίσω από του Λόφο του Φιλοπάππου, ίσως κοντά στον Ιλισσό, ο οποίος άνοιγε μόνο μια φορά τον χρόνο, στις 12 του Ανθεστηριώνα.

Κάτω από την επίβλεψη του άρχοντος Βασιλέως τελούνταν τα τριήμερα ανθεστήρια, 11,12 και 13  του μηνός Ανθεστηριώνα, μια περίοδο που αντιστοιχεί στο τέλος Φεβρουαρίου - αρχές Μαρτίου του δικού μας ημερολογίου, προς τιμή του « Εν Λίμναις» Διονύσου και του θεού Ερμή « Χθονίου».

 Τα Ανθεστήρια σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκαν σε πανάρχαιους χρόνους από τον Αμφικτύωνα, γιο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, υπήρξαν μια από κοινού εορτή των λουλουδιών και των «τεθνεώτων» , μία εορτή που ξαναέφερνε τα άνθη στον προαιώνιο συμβολισμό της κυκλικώς αναγεννώμενης ζωής.

Σε αντίθεση με τις άλλες μεγάλες επίσημες γιορτές του Αττικού εορτολογίου, τα Ανθεστήρια  ήταν περισσότερο μια λαϊκή γιορτή όπου τηρούνταν παλιά παραδοσιακά έθιμα σε οικιακό επίπεδο και δεν υπήρχαν οι μεγάλης κλίμακας προετοιμασίες και η σημαντική δημόσια μέριμνα που παρατηρούνται σε άλλες περιστάσεις, όπως στα Μεγάλα Διονύσια και τα Παναθήναια

Οι γραπτές πηγές και η εικονογραφία αποκαλύπτουν τις ποικίλες όψεις του εορτασμού των Ανθεστηρίων που κινούνταν, όπως και στο Πάσχα των ορθόδοξων Χριστιανών, ανάμεσα σε δύο άκρα: την άκρατη χαρά για τη ζωή και την βαθιά θλίψη για το θάνατο. Ήταν μια γιορτή αφιερωμένη στην αναγέννηση της φύσης, τα λουλούδια και το κρασί, μια ευκαιρία να κάνουν δώρα στα μικρά παιδιά και να γλεντήσουν. Συγχρόνως οι αρχαίοι Αθηναίοι πίστευαν ότι τις τρεις μέρες που διαρκούσαν τα Ανθεστήρια τα πνεύματα των νεκρών επέστρεφαν και κυκλοφορούσαν μέσα στην πόλη και με το τέλος των εορτασμών έπρεπε να τα απωθήσουν πάλι στον Κάτω Κόσμο.


 Στην πρώτη μέρα, τα  Πιθοίγια, άνοιγαν πανηγυρικά τα πιθάρια του κρασιού, απ’ όπου και το όνομα της γιορτής, για τη μετάληψη του νέου κρασιού. Πρόσφεραν από αυτό πρώτα στο θεό Διόνυσο, στο εν Λίμναις ιερό του στην Αθήνα. Κάνανε σπονδές έξω από το κλειστό ιερό του θεού προς τιμή του, ευχόμενοι να καταναλώσουν αίσια την καινούρια παραγωγή. Δοκίμαζαν οι ίδιοι το κρασί και χόρευαν και τραγουδούσαν ευχαριστώντας το Διόνυσο.
 H μέρα αυτή, όπως και η επόμενη, ήταν απόλυτη αργία από κάθε άλλη δραστηριότητα για όλους τους Αθηναίους, ακόμη και τους δούλους, και σε κάθε αθηναϊκό σπίτι οργανωνόταν ένα μεγάλο συμπόσιο. 


Η δεύτερη μέρα ήταν η κύρια μέρα της γιορτής κι ονομαζόταν Χόες. Αυτή τη μέρα οι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν στο εορταστικό οικογενειακό συμπόσιο ένα πολύ χαρακτηριστικό μικρό αγγείο, μια μικρή οινοχοή, που ονομαζόταν χους. Κάθε ένας είχε τον δικό του χου, ίδιο σε μέγεθος για όλους. Επάνω στα αγγεία αυτά, στους χόες, σώζονται παραστάσεις που προσφέρουν πολυτιμότατες πληροφορίες τόσο για τον εορτασμό των Ανθεστηρίων, όσο κυρίως για τη ζωή των μικρών παιδιών. 
Tη δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων, κατά το έθιμο, στο οικογενειακό συμπόσιο λάμβαναν μέρος για πρώτη φορά τα νέα μέλη κάθε οικογένειας, τα τρίχρονα παιδιά, που οι μεγάλοι τους έκαναν δώρα και τους χάριζαν το δικό τους μικρό κανατάκι. και τα στεφάνωναν με λουλούδια.  
 Είναι χαρακτηριστικό, όσο και συγκινητικό, ότι όταν ένα παιδάκι πέθαινε πριν γιορτάσει τα πρώτα του επίσημα Ανθεστήρια, οι δικοί του έβαζαν συνήθως μαζί του στον τάφο τον χου που δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει.   
 Το στεφάνωμα συμβολίζει  την επαφή με τη βλάστηση, που ενσωματώνει τη δύναμης της ανανεώμενης ζωής αλλά και είναι προοίμιο για την καταγραφή των παιδιών στους καταλόγους των «φρατόρων» που γινόταν το φθινόπωρο, δηλ είναι μια μυητική πράξη που συμβολίζει το πέρασμα των παιδιών από το ένα στάδιο της ζωής τους σε ένα άλλο. Τα παιδιά που συμπλήρωναν τα τρία χρόνια ζωής τους μετά τη γιορτή των Ανθεστηρίων δε γράφονταν στους καταλόγους το φθινόπωρο αλλά θα περίμεναν να γιορτάσουν τα πρώτα τους Ανθεστήρια και μετά να εγγραφούν.

Την ίδια μέρα είχαν το συνήθειο να στέλνουν δώρα, καθώς και τους μισθούς στους δασκάλους
 




Τη δεύτερη μέρα γινόταν η πομπική είσοδος του Διονύσου στην πόλη και ο « ιερός γάμος» του θεού με τη  σύζυγο του άρχοντα βασιλέως, ο οποίος ήταν  επικεφαλής του ιερατείου και όλων των θρησκευτικών  αξιωματούχων  των  Αθηνών.

Η πομπή ξεκινούσε από τη θάλασσα και κατέληγε στο «εν Λίμναις» ιερό του Διονύσου. Ο θεός ήταν πάνω σε τροχοφόρο πλοίο.

Ο ίδιος ο Βασιλεύς υποδυόταν το Διόνυσο, φορώντας μάσκα.


Τον συνόδευαν οι ακόλουθοί του, Σάτυροι, που έπαιζαν αυλό και έμοιαζαν με τράγους. Στην διάρκεια των διονυσιακών γιορτών οι οπαδοί του Διονύσου φορούσαν δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με την τρυγία (κατακάθι του κρασιού) και στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου και πείραζαν τον κόσμο με τις βωμολοχίες τους, ερωτοτροπούσαν και σκανδάλιζαν δημιουργώντας κέφι, χαρά και κωμική διάθεση. Όλο το  σκηνικό μας θυμίζει  το δικό μας καρναβάλι. 
Ο άρχων «βασιλεύς» - Διόνυσος-  είχε ορίσει 14 γεραρές ( μαινάδες) όσοι και οι βωμοί του ιερού, οι οποίες  τελούσαν τα ιερά του Διονύσου στο «εν Λίμναις» ιερό του.
Προτού ν’ αγγίξουν τα ιερά οι γεραραί ορκίζονταν από τη βασίλισσα και τον ιεροκήρυκα και μετά τελούσαν τις  απόρρητες ιερουργίες.

Μέσα στο «εν Λίμναις»  ιερό του Διονύσου ήταν στημένη μια κολόνα με την επιγραφή για τα προσόντα της Βασίλισσας.

Σύμφωνα με ένα παλιό αλλά ζωντανό νόμο η βασίλισσα έπρεπε να είναι από την Αττική, και να μην είχε γνωρίσει άλλον άντρα πριν παντρευτεί το βασιλιά. Γιατί γινόταν συμβολικά η γυναίκα του θεού Διονύσου αφού ο άντρας της υποδυόταν τον Διόνυσο.


 Μετά την τελετή στο «εν Λίμναις» ιερό , η πομπή κατευθυνόταν στο «Βουκολείο», κτίριο της Αγοράς των Αθηνών, έδρα του Βασιλέα. Εκεί μέσα τελούνταν η ιερογαμία, η τελετουργική ένωση δηλαδή της Βασίλιννας (της συζύγου δηλαδή του Βασιλέα) με το θεό Διόνυσο. Σκοπός της ήταν η ευόδωση της βλάστησης.

Το συμπόσιο της δεύτερης μέρας των Ανθεστηρίων γινόταν σε κλίμα περίσκεψης. Υπήρχαν βέβαια στεφάνια με άνθη, κρασί και πλούσιο γεύμα, αλλά φαίνεται ότι δεν υπήρχε μουσική και χορός και το δείπνο γινόταν σιωπηλά.

Από κει και πέρα όμως, η ατμόσφαιρα φαιδρυνόταν από τους διαγωνισμούς πόσης κρασιού, που γινόταν τόσο στα σπίτια του συμποσίου όσο και σε δημόσιο χώρο. Γλυκά και στεφάνι ήταν τα έπαθλα για όποιον έπινε γρηγορότερα το κρασί από την κανάτα του (η χωρητικότητα του αγγείου ήταν 12 κύπελλα κρασιού). 

Ο δημόσιος διαγωνισμός γινόταν στην Αγορά, στο Θεσμοθετείο, με παρουσία του Βασιλέα. Ο αγώνας άρχιζε με τον ήχο της σάλπιγγας. Ο νικητής εδώ έπαιρνε ως έπαθλο ένα ασκί με κρασί. 
 Το απόγευμα συνηθίζονταν στους δρόμους «αι εκ των αμαξών λοιδορίαι», δηλαδή τα αστεία πειράγματα εναντίον των διαβατών.

  Το βράδυ της δεύτερης μέρας όλοι οι Αθηναίοι, κατευθύνονταν εν πομπή υπό το φως των δαυλών στο "εν Λίμναις" ιερό του Διονύσου για να αφιερώσουν στο θεό τα άνθινα στεφάνια και τις χόες τους - αυτό θα ήταν πραγματικά ένα αξιοθαύμαστο θέαμα.

 Οι χόες και τα στεφάνια των λουλουδιών παραδίδονταν στην ιέρεια του Διονύσου, που ήταν η σύζυγος του Άρχοντα Βασιλέα της πόλης.


 Το βράδυ της δεύτερης μέρας ,δηλ το απόσπερο της παραμονής της γιορτής των Χύτρων ανέβαιναν οι ψυχές από τον Άδη και τριγύριζαν στον απάνω κόσμο.
 
Η ονομασία Χύτροι οφείλεται στις πήλινες χύτρες μέσα στις οποίες μαγείρευαν διάφορα δημητριακά και όσπρια, την πανσπερμία, τα κόλλυβα για τις ψυχές των νεκρών, που τα αφιέρωναν στον χθόνιο Ερμή την ημέρα αυτή.


Πίστευαν ακόμη πως ανάμεσα στις ψυχές υπήρχε και παρουσία πονηρών πνευμάτων που ανέβαιναν στη γη με το άνοιγμα του Άδη και μόλυναν τους ανθρώπους και τις τροφές , γι’ αυτό και έπαιρναν διάφορες προφυλάξεις, όπως  :


περιέζωναν τα ιερά τους με κόκκινο νήμα  περισχοίνισμα, που λειτουργούσε αποτρεπτικά και εμπόδιζε τα πνεύματα να εισέλθουν

  • από το πρωί μασούσαν ράμνο, αποτρεπτικό φυτό

  •  και αλείφανε τις πόρτες τους με πίσσα.


Τελειώνοντας και η Τρίτη μέρα απόδιωχναν τις ψυχές λέγοντας «Θύραζε Κᾶρες, οὐκ ἔτἈνθεστήρια» δηλαδή «έξω από εδώ Κάρες,ψυχές, δεν είναι ακόμα Ανθεστήρια»
 
Κατά τη διάρκεια των «Χυτρών» διοργανώνονταν και αθλητικοί αγώνες, οι λεγόμενοι « χύτρινοι» και την απονομή των επάθλων στους νικητές έκανε ο  Άρχων Βασιλεύς.


Ο μύθος που σχετίζεται με την πανσπερμία αναφέρει ότι οι διασωθέντες από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα μαγειρέψανε «χύτραν  πανσπερμίας».


Τα Υδροφόρια ήταν μια γιορτή που γινόταν την τρίτη μέρα των Aνθεστηρίων σε ανάμνηση όσων πνίγηκαν κατά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα:

Yδροφόρια, εορτή πένθιμος Aθήνησιν επί τοις εν τω κατακλυσμώ απολομένοις”.


Κατά τη γιορτή αυτή έριχναν άρτους από σιτάρι και μέλι σε ένα χάσμα που υπήρχε μέσα στο ναό του Oλυμπίου Διός γιατί από το χάσμα εκείνο πίστευαν ότι η Γη είχε απορροφήσει τα νερά του κατακλυσμού.
 
 

 Γιατί ο Διόνυσος ερχόταν με καράβι;
 
Σύμφωνα με την παράδοση ο Διόνυσος κατέβηκε στον Άδη στην «Αλκυονίαν λίμνη», στη Λέρνη για να ανεβάσει τη Σεμέλη τη μητέρα του στον απάνω κόσμο. Το άπατο εκείνο βάθος της λίμνης, είναι ο φυσικότερος δρόμος για τον Άδη. 

Σύμφωνα με άλλη παράδοση ο Διόνυσος σκοτώνεται από τον Περσέα, βασιλιά των Μυκηνών και πετιέται στη Λίμνη της Λέρνης.


Και στις δυο περιπτώσεις  ο Διόνυσος ανεβαίνει από τον Άδη και βγαίνει στον απάνω κόσμο μέσα από νερό, από μια λίμνη. Αυτή η έξοδός του από τον Άδη μέσω του νερού συμβολίζεται με το καράβι.
 

Η Ιερογαμία των αρχαίων και ο βλάχικος γάμος σήμερα


Η «Ιερογαμία» του Θεού Διονύσου με τη σύζυγο του βασιλιά της πόλης, αποτελούσε μια μαγική πράξη επίκλησης της γονιμικής δύναμης για την καρποφορία, αλλά και την εξασφάλιση της καλής χρονιάς στην ευρύτερή της έννοια, που θα πρόσφεραν οι Θεοί.

Όμως, πέρα από αυτά ο γάμος συμβολίζει την ενότητα και την υπέρβαση των χωριστικών τάσεων του ανθρώπου και της κοινωνίας. Και κάθε Καρναβάλι γιορτάζει την κρυμμένη ενότητα του παλιού και του καινούργιου, του γήρατος και της νεότητας, της άνοιξης και του χειμώνα, της ζωής και του θανάτου, είναι μια γιορτή που ανατρέπει, αλλά και συνταιριάζει.








Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Έπος Κουμαρμπί - θεογονία των Χεταίων



Η εύρεσης του έπους του Κουμαρμπί στις χετιτικές πινακίδες του κρατικού αρχείου των Χετιτών μας φανερώνει τις στενές σχέσεις ανάμεσα στις ανατολίτικες θεογονίες και στις ελληνικές.

« Τον παλιό καιρό βασιλιάς του ουρανού ήταν ο Αλαλού και υπηρέτης του ο Ανού, ο πρώτος από τους Θεούς. Εννιά χρόνια ήταν βασιλιάς ο ΑλαλούΎστερα κάλεσε τον Ανού σε πάλη και νικήθηκε από αυτόν. Τότε ο Αλαλού τρύπωσε μέσα στη γη και βασιλιάς του ουρανού έγινε ο Ανού για εννέα χρόνια. Υπηρέτης του Ανού ήταν ο Κουμαρμπί.

Ύστερα κάλεσε τον Κουμαρμπί σε πάλη και νικήθηκε από αυτόν. Τότε ο Ανού έφυγε να κρυφτεί στον ουρανό, όμως ο Κουμαρμπί τον πρόφτασε, τον τράβηξε από τα πόδια, τον κατέβασε από τον ουρανό του έκοψε με τα δόντια του τα γεννητικά όργανα και τα κατάπιε.

Όταν ο Κουμαρμπί κατάπιε τα γεννητικά όργανα του Ανού χάρηκε με την καρδιά του.  Ο Ανού όμως του ‘δωσε να καταλάβει ότι έτσι έλαβε μεγάλο βάρος μέσα του, γιατί από το σπέρμα που είχε δεχτεί  στην κοιλιά του θα γεννούσε τρεις φοβερούς θεούς, το θεό των Καιρών, τον Αραντζάχ και τον Τασμισού.  Αυτά του ‘πε ο Ανού και τράβηξε κατά τον ουρανό. Σαν άκουσε αυτά ο Κουμαρμπί ξέρασε τα γεννητικά όργανα , όμως το σπέρμα δεν χάθηκε και ο Κουμαρμπί γέννησε πραγματικά τρεις φοβερούς θεούς.

Ο Κουμαρμπί ήξερε ότι ο νεογέννητος θεός των Καιρών θα του έπαιρνε την εξουσία, γι’ αυτό πήγε να τον φάει, όμως αντί για το νήπιο κατάπιε μια πέτρα. Ο θεός των Καιρών μεγάλωσε γρήγορα, πήγε και βρήκε τον Κουμαρμπί , πάλεψε μαζί του και τον νίκησε. Τότε ο Κουμαρμπί ξέρασε την πέτρα που είχε καταπιεί και ο θεός των Καιρών την πήρε και την έστησε σε τόπο ιερό για να θυμούνται οι άνθρωποι το γεγονός και να λατρεύουν το θεό των Καιρών.   



Θεογονία του Ησιόδου και έπος του Κουμαρμπί

Η ησιόδεια διαδοχή Ουρανού – Κρόνου – Δίας στο χετιτικό κείμενο είναι Ανού – Κουμαρμπί – θεός των Καιρών.

Η εξουσία της Γης στην αρχή, πριν από τη βασιλεία του Ουρανού, έχει το αντίστοιχό της στη βασιλεία του Αλαλού, που είναι ο θεός της Γης, όπως φαίνεται γιατί μετά την ήττα του πηγαίνει και κρύβεται μέσα στη γη.      

Ο Ουρανός ο οποίος ευνουχίζεται έχει την ίδια τύχη με τον Ανού. Το όνομα Ανού προέρχεται από τους Σουμέριους και σε αυτούς Αν είναι ο ουρανός. 

Ο Κρόνος που ευνουχίζει τον Ουρανό στη συνέχεια καταπίνει τα παιδιά του, γιατί φοβάται ότι θα του πάρουν τη βασιλεία, εκτός από τον Δία, γιατί η Ρέα αντί για το μικρό Δία θα του δώσει μια πέτρα να καταπιεί, το ίδιο κάνει ο Κουμαρμπί, ο οποίος ευνουχίζει τον Ανού και θέλει να φάει το θεό των Καιρών αλλά τρώει τελικά μια πέτρα.

Ο Δίας, ο θεός του αιθέρα και των μετεωρολογικών φαινομένων αντιστοιχεί στο έπος του Κουμαρμπί με τον θεό των Καιρών.  

Στο ησιόδειο έπος έχουμε τη μυστικά αντροφή του Δία αλλά και στο χετιτικό έπος, στο « Άσμα Ουλικούμμις» αναφέρεται η μυστική ανατροφή του γιου του Κουμαρμπί, Ουλικούμμι, ο αντίστοιχος Τυφώνας, για να εκδικηθεί τον εχθρό του, το θεό των Καιρών.

Από τις σταγόνες από το αίμα του Κρόνου που έπεσαν στη γη θα γεννηθούν οι Γίγαντες που αντιστοιχούν στις τρεις φοβερές θεότητες που θα γεννηθούν από τον  ακρωτηριασμένο Ανού.

Οι ομοιότητες. σε αυτά τα δυο έπη δε βρίσκετε μόνο στα πρόσωπα και στα χαρακτηριστικά τους αλλά και στα γεγονότα. Οι διαφορές  είναι αφενός μεν ότι ο ευνουχισμός του Κρόνου και του Ανού πραγματοποιείται με διαφορετικό τρόπο και αφετέρου από το αίμα του Κρόνου γεννιούνται και θεές, η Αφροδίτη, οι Μελιές και οι Ερινύες ενώ από το αίμα του Ανού μόνο θεοί.

Γενικά περί Θεογονίας



Χάος 
Οι μύθοι που αρχίζουν με τη γένεση του κόσμου άλλους με το Χάος, άλλος με τον Τάρταρο, άλλος με τη Νύχτα, το Έρεβος, άλλος με τον Αέρα ή τον Ωκεανό, για τον προεπιστημονικό άνθρωπο που τους διατύπωσε δεν διαφέρουν στην θεογονική τους αρχή τόσο πολύ, όσο φαίνεται με μας σήμερα με τη σύγχρονη αντίληψη για τα πράγματα του κόσμου.Θα λέγαμε μάλιστα ότι με όλες αυτές τις θεογονικές αρχές ο προεπιστημονικός άνθρωπος επιχειρεί να κατανοήσει την ίδια κατάσταση , δηλαδή την προκοσμική μορφή που τη φαντάζεται χαοτική, σκοτεινή, υγρή, ασταθή και χωρίς καθαρά περιγράμματα. Οι παραλλαγές πάνω σε αυτό το μοναδικό νόημα εξηγούνται από το γεγονός ότι κάθε μυθοπλάστης είναι προσδιορισμένος από το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον του, ακριβέστερα από το κύριο γνώρισμά του, για να δώσει την προτεραιότητα σε ένα από τα φυσικά σώματα ή φαινόμενα. 

Νύχτα 
Η ησιόδεια περιγραφή της γενιάς του Χάους περιέχει στοιχεία και από εμπειρίες του φυσικού κόσμου και αλληγορίες πάνω σε φαινόμενα του ηθικού βίου. Τα πρώτα ζευγάρια Έρεβος και Νύχτα, Αιθέρας και Ημέρα είναι μορφές πλασμένες από τα κυρίαρχα φαινόμενα της ατμόσφυρας όπως διαπιστώθηκαν αρχικά από τον άνθρωπο μέσα στη φύση και πριν την επιστήμης. Πρόκειται για αρχικές μορφές που συνέχεια θα τις αναγνωρίζουμε σε κάθε θεογονική σύνθεση ανάμεσα στην αρχέγονη τιτανογενιά, κάτω από ονόματα όπως του Τάρταρου, του Υπερίωνα, του Αστραίου, της Λητώς, της Φοίβης κλπ.
 Με τον Αιθέρα και τη Ημέρα σαν παιδιά της Νύχτας φανερώνεται η προεπιστημονική γνώση ότι η νύχτα διαδέχεται την ημέρα, ότι το σκοτάδι παραχωρεί τη θέση του στο φως

Ύπνος- Ερμής -Θάνατος 

Ο Ύπνος και ο Θάνατος περνούν στην φαντασία των ανθρώπων ως παιδιά της Νύχτας δηλαδή αναφέρονται στην περιοχή του σκοτεινού και απόκρυφου. Από αυτό το σημείο αρχίζει και η μεταφορά, η Απάτη και η Έρις ως παιδιά της Νύχτας βγαίνουν από το σκοτεινό και απόκρυφο όχι σαν φυσικό φαινόμενο αλλά σαν πνευματικό. Το ίδιο συμβαίνει και με τα παιδιά της Έριδας, Πόνοι, Λήθη, Λιμός, Μάχες, Φόνοι, Δυσνομία

Στον Ησίοδο η διαμόρφωση του Κόσμου ξεκινά από τη Γη. Αυτή γεννά όλα τα μέρη του σύμπαντος. Οι απόγονοι της Γης και του Ουρανού Τιτάνες, Γίγαντες, Εκατόγχειροι, Κύκλωπες είναι μορφές όχι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, είναι μυθοπλασίες που δίνουν πρόσωπο σε άμεσα φυσικά φαινόμενα και σώματα, π.χ. στεριές, θάλασσες, ποτάμια, ήλιο, φεγγάρι.
 

Η πολυμορφία και πολυωνυμία εξηγούνται από παράλληλες και διαδοχικές στο χώρο και στο χρόνο μυθοπλασίες μιας βασικής ιδέας π.χ. δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε τον κύριο των υδάτων στα χαρακτηριστικά και στα ονόματα του Ωκεανού, του Πόντου, του Νηρέα και του Ποσειδώνα.  Ανάλογα μπορούμε να σκεφτούμε και για τον Ουρανό, τον Κρόνο, το Δία ή για τον Υπερίωνα, τον Ήλιο, τον Απόλλωνα ή για τη Φοίβη, τη Σελήνη, την Εκάτη, την Άρτεμη. 

Σε όλες τις θεογονίες αναφέρεται η διαδοχή στην εξουσία του κόσμου σε έναν καινούριο θεό από ένα παλαιότερο, που είναι ο νέος κυβερνήτης του κόσμο, όχι όμως ο δημιουργός του, ούτε και ο αρχαιότερος από τους άλλους.  Ο Δίας δηλαδή έχει προγόνους που ενσαρκώνουν βασικές φυσικές δυνάμεις, απλές χωρίς ανώτερα ηθικά γνωρίσματα, ενώ αυτός ως νεώτερος φανερώνεται όχι μόνο πιο δυνατός άλλα και πιο σοφός. Η επικράτηση του Δία δεν εξυπηρετεί μόνο την προβολή του μεγάλου θεού της λατρείας, ως φορέα ανώτερων αξιών και την επικράτησή του πάνω στους παλαιότερους θεούς αλλά υποδηλώνει και την είσοδο σε μια ιστορική περίοδο όταν οι άνθρωποι οργανώνονται και καλλιεργούν τη γη και εξαρτώνται περισσότερο από τις μετεωρολογικές συνθήκες.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Θεοί και θνητοί ζουν μαζί στη Μυκώνη

Ο Δίας καταλαμβάνει το θρόνο του σύμπαντος μετά τη νίκη του με τους  Τιτάνες . Ο κόσμος είναι τώρα τακτοποιημένος. Οι θεοί πολέμησαν μεταξύ τους και κάποιοι υπερίσχυσαν. Έδιωξαν όλα τα κακά από τον ουρανό, τα έκλεισαν στον Τάρταρο, τα έστειλαν στη γη, στους θνητούς.   Οι θεοί δεν κατοικούν αποκλειστικά στον Όλυμπο, μοιράζονται με τους θνητούς κάποια κομμάτια της γης. Υπήρχε ένα μέρος κοντά στην Κόρινθο, στην αρχαία Σικυώνα, η Μηκώνη όπου εκεί θεοί και άνθρωποι ζούσαν ανακατεμένοι. Τρώνε το ίδιο φαγητό κάθονται στο ίδιο τραπέζι, γλεντούν αντάμα, ακούνε τις Μούσες να ψάλλουν τη δόξα του Δία, τις περιπέτειες των θεών. 
Μηκώνη
Η πεδιάδα της Μηκώνης είναι μια πλούσια και εύφορη γη. Εκεί λες και όλα φυτρώνουν μόνα τους. Όπως λέει και η παροιμία, ένα χωραφάκι να έχεις στην κοιλάδα αυτή και έκανες την τύχης ου, αφού η κακοκαιρία και οι εποχές μες τα σκαμπανεβάσματά τους δεν την πιάνουν. Είναι μια χρυσή εποχή, όπου οι θεοί και οι άνθρωποι δεν έχουν ακόμα ξεχωρίσει τίποτα, μια χρυσή εποχή που μερικές φορές την ονομάζουν και εποχή του Κρόνου, μια εποχή πριν από την εποχή της Τιτανομαχίας. Είναι ένας κόσμος ειρηνικός, είναι μια εποχή πριν από το χρόνο. Οι άνθρωποι κάθονται στο ίδιο τραπέζι με τους θεούς και γλεντούν, είναι απαλλαγμένοι από όλα τα κακά που σήμερα μαστίζουν το γένος των θνητών, των εφήμερων, όλων εκείνων που ζούνε μεροδούλι μεροφάι, χωρίς να γνωρίζουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο, που δεν αισθάνονται πραγματικά τη συνέχεια από το χτες στο σήμερα, που αλλάζουν αδιάκοπα, γεννιούνται, μεγαλώνουν, εξασθενούν, πεθαίνουν. 
Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι παρέμεναν νέοι, εξίσου δυνατοί στα χέρια και στα πόδια, όπως στην αρχή. Γέννηση με την κυριολεκτική σημασία της λέξης , γι’ αυτούς δεν υπήρχε. Ίσως να ξεπηδούσαν από τη Γη.  Ίσως να τους γέννησε η Γαία, η μητέρα Γη, όπως τους θεούς. Εκείνη την εποχή λοιπόν, οι άνθρωποι, νέοι για πάντα, δεν ήξεραν τι θα πει γέννηση και τι θάνατος. Δεν υπόκεινται στο χρόνο που εξασθενεί τις δυνάμεις και φέρνει τα γηρατειά.  Μετά από μυριάδες χρόνια ίδιοι και απαράλλακτοι όπως ήταν στον ανθό της ηλικίας τους, αποκοιμιόνταν, χάνονταν με τον ίδιο τρόπο που είχαν εμφανιστεί. Δεν ήταν πλέον παρόντες, αλλά δεν είχαν πεθάνει πραγματικά. Δεν υπήρχε ο μόχθος της δουλειάς, οι αρρώστιες και τα βάσανα.
Οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη να καλλιεργούν τη γη: στη Μηκώνη είχαν στη διάθεσή τους όλα τα αγαθά. Έτσι οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στην ευτυχία. Οι γυναίκες δεν έχουν ακόμα δημιουργηθεί. Υπήρχε το θηλυκό στοιχείο, οι θεές, θνητές γυναίκες όμως δεν υπάρχουν.
 Οι άνθρωποι είναι αποκλειστικά γένους αρσενικού, αγνοούν τις αρρώστιες, τα γηρατειά, το θάνατο και το μόχθο, αγνοούν και το σμίξιμο με τις γυναίκες. Από τη στιγμή που ο άνδρας πρέπει, για να αποκτήσει παιδί, να σμίξει με μια γυναίκα, η γέννηση και ο θάνατος γίνονται η μοίρα των ανθρώπων.   
Η Μηκώνη είναι η αρχαία Συκυώνα 
Στη Μηκώνη οι άνθρωποι ζουν μαζί, όλοι αντάμα, όμως αυτό δεν είναι αιώνιο και η στιγμή του χωρισμού  φτάνει. Ο Δίας μετά την Τιτανομαχία παίρνει την εξουσία στα χέρια του, φυλακίζει τους Τιτάνες στα Τάρταρα και στη συνέχεια μοιράζει στους θεούς αρμοδιότητες και μένει στο τέλος ο διαχωρισμός των ανθρώπων από τους θεούς.  

Όλοι οι θεοί και οι άνθρωποι είναι μαζεμένοι στη Μυκώνη  καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι. Τότε ο Δίας προστάζει τον Προμηθέα να μοιράσει σε δυο μέρη έναν υπέροχο ταύρο. Ο Προμηθέας πρώτα τον σφάζει και μετά τον τεμαχίζει και στο τέλος  χωρίζει τα κομμάτια του σε δυο μέρη, ένα μέρος είναι για τους θεούς και ένα για τους ανθρώπους.


Ο Προμηθέας αφού έσφαξε τον ταύρο, τον έγδαρε και μετά άρχισε να το τεμαχίζει.  Αρχικά ξεχωρίζει τα μακριά κόκκαλα, τα κόκαλα των πίσω και των μπροστινών ποδιών, τα λευκά οστέα, και τα καθαρίζει εντελώς από το κρέας. Αφού  μάζεψε όλα  τα λευκά οστά του ζώου, τα έκανε ένα σωρό και τύλιξε το μερίδιο αυτό με ένα λεπτό, λευκό στρώμα λαχταριστού ξιγκιού. Αυτό ήταν το πρώτο δέμα.  Στην συνέχεια ο Προμηθέας φτιάχνει και το δεύτερο , όπου βάζει όλα τα κρέατα, τις σάρκες,  όλα τα κομμάτια του ζώου που τρώγονται. Αυτό το δέμα το τυλίγει μέσα τη γαστέρα του ζώου, στο στομάχι του, στη γλοιώδη, άσχημη, αποκρουστική στην όψη βοϊδοκοιλιά.  


Ο Προμηθέας φέρνει και τα δυο δέματα στο τραπέζι, μπροστά στο Δία. Ανάλογα με την επιλογή που θα κάνει ο Δίας θα χαραχτεί το όριο μεταξύ θεών και ανθρώπων. Ο Δίας κοιτάζει τις δυο μερίδες και λέει: « Προμηθέα, δόλιε και παμπόνηρε, η μοιρασιά σου είναι άνιση!». Ο Προμηθέας τον κοιτάζει χαμογελώντας. Ο Δίας διαλέγει το δέμα με τα οστά, γνωρίζοντας τι ο πονηρός Προμηθέας έχει κάνει.  Ανοίγει το δέμα βλέπει τα οστά και το ξίγκι και αστράφτει και βροντά εναντίον του Προμηθέα. Από δω και στο εξής οι άνθρωποι θα σχετίζονται με τους θεούς με τη θυσία, σαν αυτή που τέλεσε ο Προμηθέας τεμαχίζοντας το ζώο.

Στο βωμό έξω από το ναό καίνε θυμιάματα που βγάζουν ευωδιαστό καπνό, και στη συνέχεια πάνω τους τοποθετούνται τα λευκά οστά. Το μερίδιο των θεών είναι τα λευκά οστά, τυλιγμένα μέσα σε ξίγκι γυαλιστερό, και ανεβαίνουν ως καπνός στον ουρανό. Οι άνθρωποι από την άλλη μεριά παίρνουν το υπόλοιπο ζώο, το ψήνουν ή το βράζουν και το τρώνε. Οι άνθρωποι από δω και πέρα θα πρέπει να τρώνε το κρέας των ζώων που θυσιάζουν και να στέλνουν στους θεούς το δικό τους μερίδιο, δηλ. τον ευωδιαστό καπνό.

Η μοιρασιά που κάνει ο Προμηθέας δεν είναι τίμια, αφού τα φαινόμενα απατούν. Το καλό κρύβεται μέσα στην ασχήμια και το κακό παρουσιάζεται ως όμορφο. Έδωσε όμως το καλύτερο μερίδιο στους ανθρώπους; Ως προς αυτό επικρατεί μια αμφισημία. Είναι βέβαιο ότι οι άνθρωποι παίρνουν το βρώσιμο μέρος του ζώου επειδή είναι θνητοί και έχουν ανάγκη από τροφή.  Η μοίρα τους όμως είναι αντίθετη από τη μοίρα των θεών, ζουν μόνο στο βαθμό  που διαρκώς τρέφονται. Οι άνθρωποι όμως δεν είναι αυτάρκεις, είναι αναγκασμένοι να αντλούν την ενέργεια που χρειάζονται από τον περιβάλλοντα κόσμο, διαφορετικά πεθαίνουν.  Οι θεοί δεν έχουν ανάγκη τροφής, ζουν μόνο με το νέκταρ και την αμβροσία.

Τα λευκά οστά συμβολίζουν ότι πραγματικά πολύτιμο, μη θνητό, διαθέτει το ζώο ή το ανθρώπινο πλάσμα. Τα κόκαλα δε λιώνουν, συγκροτούν την αρχιτεκτονική του σώματος. Η σάρκα διαλύεται, αποσυντίθεται, ενώ ο σκελετός αποτελεί σταθερό στοιχείο.  Είναι το μέρος του ζώου που δεν τρώγεται, το κομμάτι του που δεν είναι θνητό, που παραμένει αμετάβλητο, που προσεγγίζει, συνεπώς περισσότερο τη θεϊκή φύση.  Τα κόκαλα τα θεωρούσαν και για έναν άλλο λόγο σημαντικά, διότι περιέχουν μέσα τους το μεδούλι, το υγρό αυτό που οι Έλληνες πίστευαν  ότι σχετίζεται με τον εγκέφαλο, όπως επίσης και το σπέρμα του άντρα.  Το μεδούλι εκφράζει τη ζωτικότητα ενός ζώου μέσα στη διαδοχή των γενεών, διασφαλίζει τη γονιμότητα και την ύπαρξη απογόνων.   Η συγκεκριμένη μοιρασιά της τροφής  έθεσε τη σφραγίδα της θνητότητας στους ανθρώπους και, αντίστοιχα, τη σφραγίδα της αθανασίας  στους θεούς.   


Ο Προμηθέας όμως θα πληρώσει την απάτη του. Από την ημέρα εκείνη ο  Δίας αποφασίζει να κρύψει τη φωτιά από τους ανθρώπους, που μέχρι πριν λίγο κυκλοφορούσε ελεύθερη μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, διότι η φωτιά του Δία, η φωτιά του κεραυνού, βρισκόταν  σε ορισμένα δέντρα, τις φλαμουριές, ψηλά στην κορφή τους, και οι άνθρωποι ανέβαιναν και την έπαιρναν. Οι άνθρωποι χωρίς τι φωτιά βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Έτσι ο Προμηθέας ανεβαίνει στον Όλυμπο και κλέβει το σπόρο της ουράνιας φωτιά βάζοντάς τον μέσα σε ένα κλαδί από μάραθο. Ο μάραθος έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, η  φύση του είναι κατά κάποιο τρόπο αντίθετη των υπολοίπων φυτών. Πράγματι, τα δέντρα είναι ξερά απ’ έξω, στον φλοιό τους, και χλωρά από μέσα, όπου κυκλοφορούν οι χυμοί τους. Ο μάραθος αντιθέτως, είναι χλωρός απ’ έξω αλλά εντελώς ξερός μέσα. Ο Προμηθέας βάζοντας τη φωτιά μέσα, αρχίζει να καίγεται εσωτερικά κατά μήκος όλου του βλαστού. Κατεβαίνει στη γη και τη δίνει στους ανθρώπους. 


Όταν ο Δίας είδε ότι οι άνθρωποι είχαν πάλι τη φωτιά θύμωσε πολύ και ετοίμασε μια συμφορά γι αυτούς. Διέταξε τον Ήφαιστο να φτιάξει ένα ομοίωμα ντροπαλού κοριτσιού, από χώμα και νερό η θεά Αθηνά το στόλισε με ζώνη και αστραφτερό χιτώνα. Πάνω στο σώμα της έριξε ένα ωραίο πέπλο. Στις πλευρές του κρέμασε στεφάνια από λουλούδια και στο κεφάλι της φόρεσε ένα χρυσό στεφάνι, έργο του Ήφαιστου, για να ευχαριστήσει το Δία.   Η Αθηνά την έμαθε να υφαίνει  και να κάνει γυναικείες δουλειές. Ο Ερμής φύτεψε στο στήθος της ψέματα και κολακείες και απάτες και της έδωσε φωνή και την ονόμασε Πανδώρα.

 Την πήρε ο αγγελιοφόρος των θεών και την πήγε στον Επιμηθέα. Αυτός δεν άκουσε τη συμβουλή του αδελφού του Επιμηθέα να μη δεχτεί κανένα δώρο του Διός, αλλά να το στείλει πίσω.  Δώρο στον Επιμηθέα ήταν και ένα μεγάλο δοχείο το οποίο δεν έπρεπε να ανοιχτεί. Όμως η Πανδώρα δεν υπάκουσε από περιέργεια και το άνοιξε μ’ αποτέλεσμα να  σκορπιστούν όλες οι συμφορές στη γη. Η Πανδώρα κατάφερε να κλείσει το κουτό κλείνοντας μέσα την ελπίδα. Η Πανδώρα ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα στη γη, από την οποία εκπορεύεται το «φύλο των γυναικών».  Η ανθρωπότητα τώρα γίνεται διγενής και οι άνθρωποι πλέον δεν είναι αυτοφυείς αλλά αναπαράγονται  από την ένωση του άνδρα και της γυναίκας.

Ο Προμηθέας τιμωρείτε από το Δία και στέλνεται στον Καύκασο όπου ο Ήφαιστος τον καρφώνει με τις αλυσίδες στο βουνό και ένας αετός θα τρώει την ημέρα το συκώτι του αθάνατου Προμηθέα και τη νύχτα αυτό μεγάλωνε. Ελευθερωτής του ήταν ο Ηρακλής μετά από χρόνια σκότωσε με το βέλος του τον αετό και έβγαλε τις αλυσίδες από τον Τιτάνα Προμηθέα.